Η δίκη της Χρυσής Αυγής: Απολογισμός και προοπτικές

Παραθέτουμε την πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση που έκανε ο δικηγόρος πολιτικής αγωγής Κώστας Παπαδάκης, σε ημερίδα που οργάνωσε η εφημερίδα «Documento» και η οποία είχε τίτλο: «Ευρώπη σκοτεινή ήπειρος ξανά. Φασισμός – ρατσισμός. Οτι δεν πρέπει να ξεχνάμε»

Αν μπορούσα να ορίσω τώρα το θέμα της ομιλίας μου με βάση όσα πολύ ενδιαφέροντα και πολύ ωραία έχω ακούσει -άλλα που συμφωνώ και άλλα που διαφωνώ-, θα επέλεγα να κάνω πολιτική ομιλία για τον φασισμό και για το μεταναστευτικό· προς το παρόν θα αρκεστώ να πω δύο σκέψεις μόνο και θα έρθω στο θέμα μου, επειδή η ενημέρωση και η ανάδειξη του θέματος της Χρυσής Αυγής έχουν προτεραιότητα από την προβολή της οποιοσδήποτε ιδιαίτερης πολιτικής άποψης.

Οσον αφορά τον φασισμό, δεν είναι εγκεφαλικό κατασκεύασμα κάποιας διεστραμμένης σκέψης, αλλά αποτελεί συνειδητή επιλογή μέρους της άρχουσας τάξης για να μπορέσει να επιτύχει μετά τόσα χρόνια κρίσης την πολυπόθητη καπιταλιστική σταθεροποίηση και την κοινωνική πειθάρχηση. Οσον αφορά την αιτία για την οποία ο φασισμός και ο ρατσισμός εμφανίζουν, δυστυχώς, ένα μέρος κοινωνικής αποδοχής είναι, πρώτον, οι συγκλίνουσες πολιτικές των κυβερνήσεων και του νεοφιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και της Αριστερός όπου κυβερνά, οι οποίες δυστυχώς παράγουν φτώχεια, εκμετάλλευση, ανεργία και διαχειρίζονται την κρίση και τον καπιταλισμό παράγοντας κοινωνικά θύματα· και δεύτερον, η αδυναμία -δεν την κρύβω- της επαναστατικής Αριστεράς (ανήκω κι εγώ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ) να μπορέσει να δώσει μια πολιτική διέξοδο. Αλλά βεβαίως η ευθύνη αυτή δεν εξισώνεται σε καμία περίπτωση με τις κυβερνητικές ευθύνες.

Οσον αφορά το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, αυτό το οποίο έχει επικρατήσει να διατυπώνεται τα τελευταία χρόνια με τη λέξη «προσφυγικές ροές» δεν αποτελεί προϊόν κάποιας παγκόσμιας υδραυλικής βλάβης στον πλανήτη από την οποία κάποιοι τρέχουν. Αποτελούν αποτελέσματα ιμπεριαλιστικών πολέμων, στους οποίους η χώρα μας είναι συνυπεύθυνη.

Αναφέρθηκε ο κ. Μουζάλας και στη Συρία και στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και αλλού. Αυτοί οι πόλεμοι παράγουν προσφυγιά σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως και η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η εκμετάλλευση των χωρών τους, η οποία παράγει φτωχοποίηση και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα. Και ξέρετε, αγαπητοί φίλοι, όταν κλείνεις το σπίτι του άλλου, όταν γκρεμίζεις το σπίτι του άλλου, δεν έχεις δικαίωμα να κλείνεις το δικό σου. Και όταν θεωρεί κανένας ότι αντιμετωπίζει τον φασισμό προβάλλοντας τη Μόρια και την Αμυγδαλέζα ως τα πρότυπα για όσους κατάφεραν να περάσουν το Αιγαίο χωρίς να πνιγούν ή τον Εβρο χωρίς να πέσουν στα χέρια των ειδικών συνοριοφυλάκων, απλώς και μόνο νομιμοποιεί τα μικρά Νταχάου και αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για τα μεγάλα.

Με τις σκέψεις αυτές έρχομαι στο θέμα μου για τη δίκη της Χρυσής Αυγής. Κρίνω πρώτα απ’ όλα εξ εμπειρίας σκόπιμο να ξεκινήσω με ορισμένα ενημερωτικά στοιχεία, διότι υπάρχει μεγάλο κενό ενημέρωσης. Οσοι ενδεχομένως τα γνωρίζουν ας μου το συγχωρήσουν.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής άρχισε στις 20 Απριλίου 2015 και έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα 330 συνεδριάσεις. Στη διάρκειά τους έχουν εξεταστεί 147 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ από τον Φεβρουάριο 2018 η δίκη πέρασε στη φάση της ανάγνωσης εγγράφων. Αρχικά των εγγράφων του κατηγορητηρίου, στη συνέχεια αυτών που κατέθεσε η πολιτική αγωγή και μετά αυτών που κατέθεσε η υπεράσπιση. Στα έγγραφα από δικονομικής άποψης συμπεριλαμβάνονται και τα οπτικοακουστικά πειστήρια, βίντεο, ηχητικά, sms κλπ. Ολοκληρώθηκε μόλις και η φάση αυτή και τις μέρες αυτές οι συνήγοροι ασκούν το δικαίωμα σχολιασμού των αναγνωσθέντων.

Στη δίκη υπάρχουν 68 κατηγορούμενοι, από τους οποίους οι 65 μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης, 43 για ένταξη και 22 για διεύθυνση. Προβλεπόμενες ποινές για την ένταξη 5 έως 10 χρόνια κάθειρξη και για τη διεύθυνση 10 έως 20 και δικάζονται εξ ολοκλήρου οι υποθέσεις της ανθρωποκτονίας του Παύλου Φύσσα τον Σεπτέμβριο του 2013, της απόπειρας ανθρωποκτονίας ενάντια στους Αιγύπτιους ψαράδες τον Ιούνιο του 2012 και της απόπειρας ανθρωποκτονίας ενάντια στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ τον Σεπτέμβριο του 2013.

Συνεξετάζονται δεκάδες άλλες εγκληματικές πράξεις κατηγορουμένων μελών της Χρυσής Αυγής που έχουν δικαστεί σε άλλα δικαστήρια, χωρίς όμως την κατηγορία της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση η οποία τους αποδίδεται σε αυτήν τη δίκη. Ενδεικτικά, πρόκειται για τις υποθέσεις της δολοφονίας του Σαχζάτ Λουκμάν, των επιθέσεων στους κοινωνικούς χώρους Αντίπνοια στα Πετράλωνα το 2008, Συνεργείο στην Ηλιούπολη το 2013, στον Αγιο Παντελεήμονα και πολλές άλλες.

Στη δίκη συμμετέχουν τρεις ομάδες συνηγόρων πολιτικής αγωγής που σχετίζονται με τις βασικές της υποθέσεις, δώδεκα δικηγόροι συνολικά. Ενώ από πλευράς κατηγορουμένων έχουν δηλωθεί περισσότεροι από 150, ενεργοί όμως και καθημερινά προσερχόμενοι δεν είναι πάνω από 10-15. Δηλαδή τα στελέχη της Χρυσής Αυγής, δικηγόροι, οι έμμισθοι συνεργάτες της δικηγόροι, εννοώ δηλαδή διορισμένοι στη Βουλή ως έμμισθοι συνεργάτες βουλευτών της, και οι συγγενείς των κατηγορουμένων, επίσης δικηγόροι.

Η δίκη διεξάγεται χωρίς καθόλου αυτοπρόσωπη παρουσία των κατηγορουμένων από τον Σεπτέμβριο του 2017, αλλά και μέχρι τότε μόνο 44 από τους 68 είχαν εμφανιστεί έστω και μία φορά στην έναρξη. Μεταξύ των μόνιμα απάντων ο αρχηγός και τα σκληρά στελέχη της Χρυσής Αυγής, ενώ οι περισσότερες αυτοπρόσωπες εμφανίσεις κατηγορουμένων διατάχθηκαν υποχρεωτικά από το δικαστήριο προκειμένου οι εξ αυτών φερόμενοι ως δράστες των αποδιδόμενων κατηγοριών να υποβληθούν στη βάσανο της αναγνώρισης από τα θύματά τους, διαδικασία η οποία στέφτηκε με επιτυχία.

Το επόμενο μετά την ολοκλήρωση των σχολιασμών επί των αναγνωσθέντων εγγράφων στάδιο της δίκης θα είναι η εξέταση 230 μαρτύρων υπεράσπισης που έχουν δηλωθεί. Δεν είναι γνωστό αν θα καταθέσουν όλοι ή θα υπάρξουν παραιτήσεις για κάποιους.

Μεγάλη πλειοψηφία αυτών είναι μάρτυρες χαρακτήρα, ενώ δεν λείπουν εκείνοι που θα σηκώσουν το βάρος της ιδεολογικοπολιτικής στήριξης της Χρυσής Αυγής, με το βασικό υπερασπιστικό επιχείρημα ότι πρόκειται για πολιτική δίωξη και σκευωρία χωρίς στοιχεία η οποία εκπορεύεται από το σύνολο των καθεστωτικών δυνάμεων, οι οποίες κατονομάζονται από τη Νέα Δημοκρατία μέχρι και τε ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ – αυτές με τη στήριξη του διεθνούς σοβινισμού επιδιώκουν να δικάσουν ένα ολόκληρο κόμμα, εκμεταλλευόμενες μερικά μεμονωμένα περιστατικά που προκάλεσαν οπαδοί του, ώστε το κατεστημένο να απαλλαγεί από έναν επικίνδυνο φιλολαϊκό αντίπαλο.

Αναμένεται στην ίδια ρητορική να κινηθούν και οι απολογίες των κατηγορουμένων. Μετά λοιπόν τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και τους αντίστοιχους σχολιασμούς θα κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία, θα δοθεί ο λόγος στην εισαγγελέα της έδρας για να υποβάλει την πρότασή της έπειτα από διακοπή που θα κριθεί από την ίδια αναγκαία στον αναπληρωτή εισαγγελέα, στους 12 συνηγόρους πολιτικής αγωγής, στους συνηγόρους υπεράσπισης και τελικά το δικαστήριο θα είναι σε θέση να εκ-δώσει και την απόφασή του.

Με δεδομένα τα παραπάνω και έχοντας υπόψη τη μέχρι τώρα υπερασπιστική τακτική, η οποία εξαντλεί -με την προφανή ανοχή του δικαστηρίου, που δεν θέλει προφανώς να δώσει δικαιώματα να παραπονούνται ότι παραβιάζονται τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα- τα χρονικά περιθώρια για προφανείς πολιτικά στόχους και κυρίως για μετάβαση στις προσεχείς εκλογές, όποτε και αν γίνουν, χωρίς να έχουν προλάβει να ξεκινήσουν οι απολογίες των κατηγορουμένων ώστε να μπορούν απερίσπαστοι να επιδίδονται σε προεκλογικές ομιλίες αντί να είναι στο σκαμνί απολογούμενοι. Συνεπώς η δίκη δεν αναμένεται να τελειώσει μέσα στο 2019.

Γιατί όμως έχει διαρκέσει τόσο πολύ αυτή η δίκη; Το ζήτημα αυτό τίθεται έντονα από τους πάντες τους τελευταίους μήνες. Η κύρια αιτία της μεγάλης διάρκειας της δίκης είναι ο τεράστιος όγκος των συνεξεταζόμενων υποθέσεων, που όμως η συνεξέταση είναι αναγκαία αν συμφωνήσουμε ότι ο στόχος είναι να μην εξαντληθούν οι ευθύνες στα εκτελεστικά όργανα αλλά να διαπεράσει η διερεύνησή τους όλο το φάσμα της ιεραρχίας της εγκληματικής οργάνωσης.

Για τη διερεύνηση όμως αυτή είναι αναγκαίο να γίνει αναδρομή σε βάθος χρόνου και σε έκταση όλων των δραστηριοτήτων της Χρυσής Αυγής για να αναδειχθούν τα κίνητρα, η διάρκεια, η ιεραρχία, η πειθαρχία, ο κεντρικός σχεδιασμός, οι στόχοι, η στρατιωτικοποίηση, η εκπαίδευση, οι διακριτοί ρόλος η ναζιστική ιδεολογία η αρχηγική δομή, η δράση των ταγμάτων εφόδου διαχρονικά κ.λπ. Γι’ αυτό και οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής έθεσαν ήδη από την προδικασία το ζήτημα της συνεκδίκασης και συνεξέτασης των υποθέσεων και το πέτυχαν.

Παρ’ όλα αυτά, η δίκη θα μπορούσε να έχει διεξαχθεί πολύ γρηγορότερα και να έχει τελειώσει μέχρι σήμερα αν είχαν εισακουστεί τα αιτήματα της πολιτικής αγωγής και των φορέων του αντιφασιστικού κινήματος για καθημερινή διεξαγωγή της. Αίτημα που όμως προϋπέθετε απαλλαγή των δικαστών από άλλες υπηρεσίες και αποκλειστική διεξαγωγή της δίκης στην Αίθουσα Τελετών του Εφετείου για λόγους διευκόλυνσης των παραγόντων της δίκης, κυρίως όμως και της προσέλευσης του κοινού και της δημοσιότητάς της.

Υπεύθυνοι για το ότι δεν έγιναν αυτά είναι η κυβέρνηση και οι προηγούμενες διοικήσεις του Εφετείου Αθηνών. Παρακάτω θα αναλύσω τους λόγους. Επισημαίνω προς το παρόν ότι από τις 330 δικασίμους μέχρι σήμερα, λιγότερες από 100 έγιναν αθροιστικά τα πρώτα δύο χρόνια 2015 και 2016. Σήμερα η δίκη, μετά τις προσπάθειες που κάναμε τους προηγούμενους μήνες, απέκτησε ικανοποιητικό ρυθμό, διεξάγεται με ρυθμό δικασίμων δεκατέσσερις τον μήνα, οι δικαστές έχουν απαλλαγεί από κάθε άλλη υπηρεσία ενώ τόπος διεξαγωγής της κατά 80% -και πάλι όχι 100%-είναι η Αίθουσα Τελετών του Εφετείου Αθηνών.

Γιατί η δίκη διεξάγεται χωρίς δημοσιότητα; Στα τέσσερα χρόνια που διεξάγεται η δίκη ραδιοτηλεοπτικές κάμερες δεν μπαίνουν στη δικαστική αίθουσα ενω η συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ είναι απούσα Ελάχιστα
έντυπα, ραδιόφωνα και ιστοσελίδες της Αριστεράς και ένα Παρατηρητήριο, το Golden Dawn Watch, είναι εκείνα από τα οποία μπορεί κανείς να πληροφορηθεί την εξέλιξη της δίκης.

Αντιστοιχεί όμως σε μια δίκη με αυτό το πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό βάρος να διεξάγεται χωρίς δημοσιότητα, χωρίς ραδιοτηλεοπτική κάλυψη, χωρίς ηχογράφηση πρακτικών και με την έλλειψη στοιχειωδών τεχνικών μέσων υποστήριξης, ώστε να μείνει στην ιστορία χωρίς ούτε ένα οπτικοακουστικό πλάνο; Εδώ θα μου επιτρέψετε να σταθώ επειδή θεωρώ αναγκαίο αφενός να δούμε για ποιον λόγο και με ποια ευθύνη η δίκη αφέθηκε να διεξάγεται χωρίς δημοσιότητα και αφετέρου ποιον ωφελούν η περιθωριοποίηση της δίκης και η έλλειψη δημοσιότητας.

Πρώτον, με τον νόμο 3090 του 2002, που θεσπίστηκε την περίοδο της κυβέρνησης Σημίτη με ομολογημένο σκοπό να αποτρέψει τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση της επερχόμενης τότε δίκης για την υπόθεση της 17 Νοέμβρη, η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση μιας δίκης επιτρέπεται όταν προς τούτο συναινούν όλοι οι παράγοντες, δηλαδή και η πολιτική αγωγή και οι κατηγορούμενοι και ο εισαγγελέας και το δικαστήριο. Οπως είναι ευνόητο, κάποιος θα βρεθεί πάντοτε να διαφωνήσει, ιδίως τη σημερινή περίοδο της υποκριτικής φετιχοποίησης των προσωπικών δεδομένων, και καμία δίκη δεν πρόκειται να μεταδοθεί.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής υποβάλαμε το αίτημα αυτό κατά την έναρξη της δίκης και φυσικά βρήκαμε αντιρρήσεις από τους υπερασπιστές της Χρυσής Αυγής, και πρωτευόντως, μεταξύ αυτών, από τους συνηγόρους του γενικού γραμματέα Νίκου Μιχαλολιάκου, παρότι ο τελευταίος λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη της δίκης δήλωνε ότι «δεν βλέπω την ώρα να μπει στην αίθουσα της δίκης η τηλεόραση και να λάμψει η αλήθεια».

Η σημερινή κυβέρνηση διατήρησε τον νόμο αυτό σε ισχύ, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται μέχρι σήμερα στις ραδιοτηλεοπτικές κάμερες η είσοδός τους στη δίκη. Συνεπώς επισκέψεις κορυφαίων παραγόντων και αντιπροσωπειών της Βουλής, που με δηλώσεις τους έξω από τα δικαστήρια -γιατί βέβαια οι κάμερες δεν μπορούν να μπουν μέσα- καλούν τον κόσμο να έρχεται και να παρακολουθεί τη δίκη, τη στιγμή που οι ίδιοι, παρότι έχουν την εξουσία να καταργήσουν την απαγόρευση, δεν το πράττουν, ελέγχονται τουλάχιστον ως αντιφατικές.

Δεύτερον, το άρθρο 142 Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει, δυνητικά, κατά την κρίση του δικαστηρίου και όχι υποχρεωτικά, τη φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών μιας ποινικής δίκης χωρίς καν να τίθεται ως προϋπόθεση αυτή να είναι μακράς διάρκειας ή μεγάλης σημασίας. Στην πράξη όμως όλα τα ποινικά δικαστήρια αρνούνται και απορρίπτουν τα σχετικά αιτήματα, επικαλούμενα την έλλειψη σχετικών κονδυλίων για τη διαμόρφωση της σχετικής υποδομής και την κάλυψη των εξόδων.

Εδώ έχουμε μια άλλη νομοθετική αντίφαση, γνωστή σε όσους έχει τύχει να παρακολουθήσουν αστικές δίκες τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, καθώς θα γνωρίζουν ότι ακόμη και στις πλέον ελάχιστης σημασίας αστικές δίκες -αναφέρομαι ακόμη και σε ειρηνοδικεία με διαδικασίες μικρο-διαφορών, δηλαδή οφειλών ποσών χαμηλότερων ακόμη και των 5.000 ευρώ- υπάρχει μικροφωνική εγκατάσταση, η οποία ηχογραφεί το σύνολο της στιχομυθίας όλων των υποθέσεων κάθε δικασίμου και έπειτα από ελάχιστες ημέρες απομαγνητοφωνούνται τα κείμενα και βάσει αυτών συντάσσονται τα επίσημα πρακτικά.

Η δυνατότητα σε μια μακρόχρονη δίκη και τόσο σοβαρή όπως η συγκεκριμένη να τηρείται αυτή η διαδικασία θα επέτρεπε την καθημερινή ηχοληπτική τήρηση, διαφάνεια και διασφάλιση των πρακτικών και κυρίως την έγκαιρη απομαγνητοφώνηση και την έντυπη διανομή τους, πράγμα το οποίο και ασφάλεια ως προς τη διεξαγωγή της δίκης θα δημιουργούσε αλλά και έμμεσα θα υποβοηθούσε τη δημοσιότητα με τη διοχέτευσή της στον Τύπο. Δυστυχώς, η κυβέρνηση άφησε αμετάβλητη και τη διάταξη αυτή, το δικαστήριο αρνήθηκε να ικανοποιήσει και αυτό το αίτημα των συνηγόρων πολιτικής αγωγής και η διάταξη παραμένει αμετάβλητη ακόμη και μέχρι σήμερα, που μετά τη θέση σε ισχύ από 1.1.2016 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατ’ επιταγή της τρόικας με τον νόμο 4335/2015, οι αστικές δίκες δεν διεξάγονται πλέον στα ακροατήρια, αλλά μόνο με κατάθεση φακέλου προτάσεων, πράγμα το οποίο εξοικονομεί τεράστιες δαπάνες που θα μπορούσαν να απελευθερωθούν προκειμένου η ρύθμιση αυτή να εφαρμόζεται στις ποινικές δίκες.

Τρίτον, η δίκη αποφασίστηκε αυθαίρετα από την τότε διοίκηση του Εφετείου Αθηνών να διεξάγεται αποκλειστικά στον Κορυδαλλό, έναν τόπο εξορίας, αδυναμίας, δυσχέρειας προσέλευσης του κοινού αλλά και των δημοσιογράφων, ο οποίος ούτε στην ασφάλεια των προσερχόμενων εισέφερε, καθώς από την πρώτη ημέρα ήδη, παρά την πολυδιαφημισμένη πάνοπλη περιφρούρησή του, δύο μάρτυρες κατηγορίας κατέληξαν στο νοσοκομείο αντί για το δικαστήριο.

Η επιλογή του Κορυδαλλού, όπως και οποιοσδήποτε άλλης αίθουσας εκτός του κεντρικού δικαστηριακού συγκροτήματος Εφετείο – Ευελπίδων, λειτουργεί εξοντωτικά και για τους παριστάμενους συνηγόρους πολιτικής αγωγής, οι οποίοι έτσι και αλλιώς, όπως είναι γνωστό, εργάζονται απλήρωτοι γιατί τους αποκόπτει από οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα ταυτόχρονη με τη διεξαγωγή της δίκης.

Δυστυχώς όμως η αυθαιρεσία αυτή της τότε διοίκησης του Εφετείου Αθηνών έγινε πολλαπλά ανεκτή από το υπουργείο Δικαιοσύνης, ακόμη και όταν το τελευταίο υπό την πίεση του πρωθυπουργού και έπειτα από συνέντευξη Τύπου των συνηγόρων πολιτικής αγωγής και της κ. Μάγδας Φύσσα παρενέβη για την επιτάχυνση της δίκης. Εκδόθηκε σχετική υπουργική απόφαση ορισμού τόπου διεξαγωγής της δίκης στο Εφετείο τον Ιούνιο 2016, αλλά παραβιάστηκε και αυτή κατ’ επανάληψη μέχρι τους τελευταίους μήνες, χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση από την πλευρά της κυβέρνησης, και αυτό συνέβαλε στην αδυναμία επιτάχυνσης του ρυθμού της δίκης, σε πλείστες αντιδράσεις από την τοπική κοινωνία και άλλους φορείς και εντέλει στην περιθωριοποίηση και την έλλειψη δημοσιότητάς της.

Ούτως ή άλλως η διεξαγωγή δικών σε κλειστούς χώρους φυλακών αποτελεί πολιτιστική οπισθοδρόμηση και ταυτίζει τη χώρα μας με μοντέλα εξουσιαστικών μορφωμάτων προς αποφυγή. Δεν τιμά καμία κυβέρνηση και όμως επί των ημερών της σημερινής, αντί να καταργηθεί και η πρώτη, οι φυλακές του Κορυδαλλού έχουν. αποκτήσει και δεύτερη δικαστική αίθουσα. Και βέβαια το ποιος ωφελείτο από την περιθωριοποίηση της δίκης και την έλλειψη δημοσιότητας είναι προφανές και δεν θεωρώ ότι χρεία ζεται ανάλυση.

Τι αναμένεται επί της ουσίας από τη δίκη; Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής λειτουργούμε, μέσα και έξω από το ακροατήριο, με απόλυτη επίγνωση της βαρύτητας και της σπουδαιότητάς της έχοντας υπόψη τα παρακάτω.

Πρώτον, ότι εύλογα η παγκόσμια κοινή γνώμη είναι στραμμένη στη δίκη και στο αποτέλεσμά της, καθώς είναι η πρώτη παγκόσμια δίκη ναζιστών μετά τη Νυρεμβέργη και τις δίκες για το Αουσβιτς και πρόσφατα του NSU στη Γερμανία

Δεύτερον, ότι η δίκη διεξάγεται σε μια πολιτική συγκυρία που, δυστυχώς, η ακροδεξιά αξιοποιεί τα λάθη και τις αδυναμίες της Αριστεράς, με αποτέλεσμα να κεφαλαιοποιεί τη κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην οικονομικοκοινωνική κρίση, τις πληθυσμιακές μετακινήσεις που προκαλούνται από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα, την απαξίωση και την απάνθρωπη μεταχείριση των προσφύγων και την ίδια τη φτωχοποίηση που προκαλεί η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Και χρησιμοποιείται επίσης από την άρχουσα τάξη είτε ως πραγματική πολιτική προοπτική για να επιτύχει την αδύνατη καπιταλιστική σταθεροποίηση και την κοινωνική πειθάρχηση είτε ως μπαμπούλας στον εκβιασμό των πολιτικών δυνάμεων του κατεστημένου απέναντι στις κοινωνικές δυνάμεις που υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Τρίτον, ότι η ναζιστική ακροδεξιά, σε τούτο διαφέρει από την υπόλοιπη, είναι αυτή η οποία υλοποιεί στην πράξη, με εγκληματικές ενέργειες, τα ρατσιστικά και φασιστικά κηρύγματα που οι άλλες ακροδεξιές οργανώσεις διατυπώνουν ρητορικά. Και για τους λόγους αυτούς δεν είναι καθόλου μικρή κατάκτηση του αντιφασιστικού κινήματος το να βρίσκεται στη θέση της πολιτικής αγωγής με κατηγορούμενη την ηγεσία της ναζιστικής Χρυσής Αυγής. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι ταυτόχρονα στην Ισπανία δικάζονται 1.000 κατηγορούμενοι για εσχάτη προδοσία επειδή συμμετείχαν στην οργάνωση του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, με πολιτική αγωγή τους δικηγόρους του ακροδεξιού Vox.

Και φυσικά διεξάγουμε τη λειτουργία μας στη δίκη με αρχές και πλήρη σεβασμό της δίκαιης δίκης και των υπερασπιστικών δικαιωμάτων. Η στάση μας απέναντι στους προστατευόμενους μάρτυρες είναι ένα παράδειγμα. Και έχουμε ξεκάθαρα δύο πράγματα. Πρώτον, ότι δεν βρισκόμαστε στο δικαστήριο προκειμένου να γίνουμε υποστηρικτές οποιοσδήποτε δικαστικής και κρατικής καταστολής ενάντια στην ελευθερία του λόγου και τη λειτουργία κομμάτων και ιδεολογιών, όσο αποκρουστικές και αν είναι οι τελευταίες, αλλά μόνο για να απαιτήσουμε από τη δικαστική εξουσία την αποδοκιμασία και την τιμώρηση εγκληματικών πράξεων, την προστασία της κοινωνίας και τον σεβασμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που απειλούνται από το εγκληματικό χέρι της ναζιστικής οργάνωσης.

Η απαίτησή μας αυτή αποτελεί έναν παράγοντα που αυξάνει και κορυφώνει το ενδιαφέρον της δίκης, επειδή θέτει το ερώτημα εάν θα συνεχιστεί και με αυτήν τη δικαστική απόφαση η μακρά περίοδος δεκαετιών ατιμωρησίας της ναζιστικής εγκληματικής βίας στην Ελλάδα, που ξεκινά από τη δεκαετία του 1930 και την οργάνωση ΕΕΕ της Θεσσαλονίκης, συνεχίζεται με τους δωσίλογους της Κατοχής, ακολουθεί με τη μετεμφυλιακή παρακρατική βία και τις δολοφονίες, ύστερα με τους συνεργάτες της χούντας και το «στιγμιαίο», αργότερα με τον ίδιο το Μιχαλολιάκο το 1978 κ.λπ.

Και υπάρχουν όλες οι νομικές προϋποθέσεις για την ανατροπή της ατιμωρησίας. Οι 147 μάρτυρες και τα χιλιάδες έγγραφα και οπτικοακουστικά πειστήρια αναδεικνύουν τη διαρκή ενεργό δράση, τα κίνητρα, τους σκοπούς, την ιεραρχία, τη δομή, τη στρατιωτικοποίηση, την εκπαίδευση, την πειθαρχία, τη λαϊκιστική υποκρισία, τον σχεδίασμά των εγκληματικών πράξεων και τη σύνδεσή τους, τη διαμόρφωση πλαισίου δράσης, τα πρόσωπα των δραστών και των διευθυντών, την αστυνομική συγκάλυψη και την πολιτική ανοχή των ταγμάτων εφόδου μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013 και άλλα πολλά, όλα όσα δηλαδή αξιώνει το κατηγορητήριο και απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης.

Ο νεκρός από τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής Παύλος Φύσσας, τα ανοιγμένα κεφάλια των αλιεργατών και των μελών του ΠΑΜΕ, η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν, ο μαχαιρωμένος Μηλιαράκης του Αντίπνοια και οι υπόλοιπες δεκάδες υποθέσεις που δικάζονται δεν αποτελούν ασύνδετα περιστατικά αυθόρμητης πολιτικής βίας θερμόαιμων οπαδών που παρεξέκλιναν, όπως υποστηρίζει η ρητορική της Χρυσής Αυγής χρησιμοποιώντας και τη θεωρία των δύο άκρων, αλλά σχεδιασμένα και κλιμακούμενα εγκλήματα που αποτελούν υλοποίηση του πραγματικού πλαισίου των στόχων της και η δικαστική εξουσία δεν δικαιούται να κλείνει τα μάτια, όπως τα έκλεινε μαζί με όλες τις υπόλοιπες μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2013.

Παρ’ όλα αυτά, δύο σοβαρά σημάδια, ήδη αποτυπωμένα στη συγκεκριμένη ποινική δίωξη και παραπομπή, δείχνουν ότι μέχρι τώρα, παρά τα αντίθετα λεγάμενα από την επικοινωνιακή ρητορική των υπερασπιστών και προπαγανδιστών της Χρυσής Αυγής, ότι οι κατηγορούμενοι όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν αυστηρό και υπέρμετρο σε σχέση με τις πράξεις που τους αποδίδονται κατηγορητήριο, αλλά ότι οι κατηγορίες που τους έχουν αποδοθεί υπολείπονται σημαντικά των πράξεων οι οποίες τους αποδίδονται σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα.

Πρώτον, οι κατηγορούμενοι της υπόθεσης Χρυσή Αυγή δεν διώκονται για παράβαση του άρθρου 187Α του Ποινικού Κώδικα περί τρομοκρατικής οργάνωσης ούτε με τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές τρομοκρατικές περιστάσεις των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονται, παρά το γεγονός ότι τα κριτήρια χαρακτηρισμού μιας πράξης ή μιας οργάνωσης ως τρομοκρατικής που θέτει η παραπάνω διάταξη, δηλαδή η τέλεση κατά τρόπο, σε έκταση ή συνθήκες που είναι δυνατό να βλάψουν σοβαρά μια χώρα ή ένα διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσουν σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσουν παράνομα δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτήν ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού, προφανέστατα πληρούνται στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής.

Ομως οι διαχειριστές της έννομης τάξης επιμένουν να θεωρούν τρομοκράτες αποκλειστικά τους παραβάτες του άλλου άκρου του πολιτικού χάρτη. Μίλησε ο Στέλιος Κούλογλου προηγουμένως για την Compact 18, την Κρυπτεία, την Απέλλα. Και σε αυτούς δεν έχει αποδοθεί η κατηγορία του 187 του Ποινικού Κώδικα – δεν είναι μόνο ιδεολογικό το στίγμα του τρομοκράτη, σημαίνει και δέκα χρόνια φυλακή παραπάνω. Αυτά είναι για τους Τούρκους, τους Κούρδους, τους Πυρήνες της Φωτιάς, τους γκαζάκηδες των Εξαρχείων και γενικά το άλλο άκρο.

Δεύτερον, ότι παρά την ύπαρξη δεκάδων πραγματικών περιστατικών εγκληματικών πράξεων, τις οποίες το παραπεμπτικό βούλευμα αποδίδει στους δράστες που τις τέλεσαν, ότι το έπραξαν έπειτα από εντολή συγκεκριμένων προσώπων που διευθύνουν την εγκληματική οργάνωση, τα πρόσωπα αυτά δεν βαρύνονται και με τις αντίστοιχες ηθικές αυτουργίες, αλλά μόνο με την κατηγορία της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης που θα έπρεπε να αποδίδεται σωρευτικά, αθροιστικά.

Δεν έχουμε την αυταπάτη ότι η πάλη εναντίον του φασισμού εξαντλείται σε οποιαδήποτε δικαστική αίθουσα. Αλλωστε τυχόν καταδικαστική απόφαση θα είναι εφέσιμη και μέχρι να γίνει τελεσίδικη δεν επηρεάζει την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.

Ο φασισμός αποτελεί πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο, αναπτύσσεται στην κοινωνία και εκεί οφείλουμε και πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε. Γι’ αυτό και θεωρούμε ότι η μικρή μας συμβολή δεν πρέπει να εξαντλείται στις δικαστικές αίθουσες αλλά να φτάνει σε εκδηλώσεις ενημέρωσης, ειδικά κάτω από τις συνθήκες έλλειψης ενημέρωσης στις οποίες ήδη αναφέρθηκα, προβληματισμού, διαλόγου και συντονισμού της αντιφασιστικής πάλης, όπως είναι και η σημερινή εκδήλωση.

Ενα παλιό σύνθημα της Αριστερός, που ανακτά την επικαιρότητά του, έλεγε: «Τον φασισμό τσακίζουν αγώνες λαϊκοί». Και η Ευρώπη δεν είναι μόνο η σκοτεινή ήπειρος που θέλει να ξαναζήσει τον φασισμό. Είναι και η Ευρώπη των λαϊκών αγώνων, η αντιρατσιστική Ευρώπη της αντίστασης και της αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, που το έδειξε από το 2015 στα γερμανικά, τα αυστριακά και τα ουγγρικά σύνορα, στο Καλέ, στην Αγγλία, τη Μυτιλήνη, την Ειδομένη.

Είναι η Ευρώπη των φετινών μεγάλων αντιφασιστικών διαδηλώσεων του Κέμνιτς και του Βερολίνου, είναι η μεγάλη -έστω και χωρίς πολιτική έκφραση και διέξοδο ακόμη- κοινωνική πλειοψηφία που ετοιμάζεται να κατέβει ξανά στον δρόμο στο Λονδίνο, το Βερολίνο, στη Βιέννη, στο Παρίσι, στη Βαρκελώνη, τη Βαρσοβία, στο Αμστερνταμ, στην Κοπεγχάγη, την Κωνσταντινούπολη, τη Λευκωσία αλλά και τη Νέα Υόρκη και στο Σίδνεϊ και στη Σεούλ.

Μία απάντηση στο “Η δίκη της Χρυσής Αυγής: Απολογισμός και προοπτικές”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *