Ο εθνικός διωγμός των Σλαβομακεδόνων στην Ελλάδα – Μέρος 2ο

Ο εθνικός διωγμός των Σλαβομακεδόνων στην Ελλάδα

Μετά το μοίρασμα της Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, ύστερα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, η εθνική και κοινωνική καταπίεση των Σλαβομακεδόνων συνεχίζεται. Τα εδάφη τους διαμελίζονται ανάμεσα στις νικήτριες δυνάμεις, η αστική τάξη των οποίων αρνείται τις εθνικές τους ιδιομορφίες και την ύπαρξη Σλαβομακεδονικού έθνους. Στη συνέχεια, θέτει σε εφαρμογή μια πολιτική συστηματικού και βίαιου εξελληνισμού, εκσερβισμού και εκβουλγαρισμού αντίστοιχα, με στόχο την εθνική υποταγή και αφομοίωση της Σλαβομακεδονικής εθνότητας.

Σύμφωνα με τις επίσημες ελληνικές στατιστικές, μετά τις ανταλλαγές των πληθυσμών, είχαν παραμείνει στην ελληνική Δυτική Μακεδονία περίπου 100.000 Σλαβομακεδόνες – “σλαβόφωνοι” κατά τις ελληνικές κυβερνήσεις – οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται σαν εθνότητα και συνεπώς δεν διασφαλίζεται ούτε καν η διατήρηση της εθνικής πολιτιστικής τους κληρονομιάς και γλώσσας. Στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα τίθενται υπό διωγμό.

Η δικτατορία του Μεταξά (1936-41) ακολούθησε ταχτική βίαιου εξελληνισμού των Σλαβομακεδόνων. Εξαπέλυσε ένα τεράστιας έκτασης πογκρόμ εναντίον τους, με μαζικές εξορίες και φυλακίσεις, με βαριά διοικητικά πρόστιμα, απαγορεύοντας τους, με την απειλή βαριών ποινών, ακόμη και να μιλούν δημόσια τη γλώσσα τους. Αποκαλυπτική για τη μεταχείριση των Σλαβομακεδόνων από το ελληνικό αστικό κράτος είναι η ομολογία του ειδικού, κατά το “Βήμα”, μελετητή Λεωνίδα Μπατρινού, σε άρθρο του με τίτλο: Τι είναι οι “Σλαβομακεδόνες” (“Βήμα”, 26/9/1950). Αφού παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες σαν Ελληνες εκσλαβισθέντες με αθέμιτα μέσα από τη Βουλγαρική Εξαρχία, που πρέπει να επανέλθουν στην “ελληνική οικογένεια” (!), συνεχίζει:

“Πιστοί εις την ιστορικήν αλήθειαν οφείλομεν να ομολογήσωμεν μετά παρρησίας ότι η επί δεκαετηρίδας προσπάθεια αυτή των Σλάβων δεν έμεινε άνευ αποτελέσματος. Μετά την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας κατά το 1912 η Ελλάς εύρεν εις τας απελευθερωθείσας χώρας αρκετάς χιλιάδας κατοίκων ή συνειδητών και φανατικών σλάβων ή – το πλείστον – αμφιβόλου ρευστής εθνικής συνειδήσεως ανθρώπων. Τί έπραξεν η Μητέρα Ελλάς δια τους τελευταίους τούτους; Τί μέσα μετεχειρίσθη δια να διδάξει, να νουθετήσει, να επαναφέρει εις την ελληνικήν οικογένειαν τα παραστρατημένα αυτά παιδιά της; Από της απελευθερώσεως και μέχρι σήμερον ακόμη οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Πολιτείας και οι εκάστοτε κυβερνήσεις της έπραξαν το παν δια να επιτύχουν το αντίθετο.

 Οι υπό δυσμένειαν διατελούντες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος υπάλληλοι απεστέλλοντο προς τιμωρίαν δίκην εξορίας εις τας ατυχείς αυτάς περιοχάς. Εγλύτωσαν οι κάτοικοι από τους Τούρκους Ζαπτιέδες -χωροφύλακας – οι οποίοι τους απεκάλουν “γκιαούρηδες” και περιέπεσαν εις τους Ελληνας εκείνους χωροφύλακας, τους χαρακτηριζόμενους ως “στραβόξυλα” και αποστελλόμενους εκεί προς σωφρονισμόν, ωσάν τα μέρη εκείνα να ήσαν “Λόχος Καλπακίου”, οι οποίοι τους απεκάλουν από το πρωί έως το βράδυ “Βουλγάρους”. Μέχρι προ ολίγων ετών ακόμη εις τον πίνακα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τα Πρωτοδικεία των περιφερειών εκείνων εθεωρούντο “δυσμενή” και αντί να τοποθετούνται εις αυτά οι οριστείς των Δικαστών και να θεωρείται η υπηρεσία των τιμητική, εστέλλοντο Δικασταΐ, τινές των οποίων απέπεμπον τους μη γνωρίζοντας καλώς την ελληνικήν μάρτυρας, αποκαλούντες αυτούς “Βουλγάρους”. Αντί διδασκάλων Εθναποστόλων ετοποθετούντο εις τας αείποτε κενός θέσεις των σχολείων εκείνων διάφορα ευνοούμενοι οι οποίοι ουδέποτε μετέβαινον εις την εξορίαν αυτήν αποσπώμενοι εις αλλάς θέσεις, αλλά και αν μετέβαινον, ουδέποτε έδειξαν πραγματικήν στοργήν δια τους μικρούς μαθητάς των οι οποίοι είχον το ατύχημα να μην έχουν μητρικήν γλώσσαν την Ελληνικήν. Και τοιουτοτρόπως όλοι αυτοί, όλοι μας, μηδέ του γράφοντος εξαιρουμένου, κατά το μέτρον των υποχρεώσεών των ως Ελλήνων έκαστος, δεν έπραξε το καθήκον του δια να αποσοβήση το σκότιον έργον των πρακτόρων του Σλαβιομού”.

 Παρόλο που ίσως κουράσαμε τον αναγνώστη με το μακροσκελές απόσπασμα, κρίναμε σκόπιμο να το παραθέσουμε, γιατί είναι σημαντικό από πολλές απόψεις. Εν έτει 1950, ο κύριος αυτός παραδέχεται, ότι στην Ελλάδα υπάρχει πληθυσμός που δεν έχει μητρική γλώσσα την ελληνική και δεν έχει αφομοιωθεί, παρά τους διωγμούς, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τις δολοφονίες, τις χιλιάδες των πολιτικών προσφύγων και των μεταναστών. Αλλά και γιατί αποκαλύπτει – όχι φυσικά στην πραγματική της έκταση – την εγκατάλειψη των Σλαβομακεδόνων από το ελληνικό κράτος, που αντιμετωπίζει τις περιοχές τους σαν τόπους εξορίας.

Οπως είναι γνωστό, η Σλαβομακεδονική εθνότητα συνδέθηκε από νωρίς με το κομμουνιστικό κίνημα, γιατί το ΚΚΕ ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που αναγνώριζε την εθνική της ταυτότητα και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της σε μια λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα. Χιλιάδες Σλαβομακεδόνες επάνδρωσαν τις γραμμές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ και έδωσαν χέρι – χέρι με τον ελληνικό λαό τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς καταχτητές και στη συνέχεια ενάντια στο μοναρχοφασισμό κ.ο.κ τους Αγγλους και Αμερικάνους πάτρωνες του.

 Τους αγώνες αυτούς τους πλήρωσαν πολύ ακριβά. Η ελληνική αστική τάξη τους επιτέθηκε με ακόμη μεγαλύτερο μένος, εξαπολύοντας ένα προγραμματισμένο εξοντωτικό διωγμό ενάντια στο Σλαβομακεδονικό λαό. Με βαριά πρόστιμα, φόρους, με την απαγόρευση της γλώσσας τους, με συλλήψεις, διωγμούς, φυλακίσεις, δολοφονίες και τη συστηματική εξόντωση μαζί με τους Ελληνες αγωνιστές και των Σλαβομακεδόνων, που κρατούσαν στα Μακρονήσια και τις Γιούρες ψηλά τη σημαία της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, επιχειρεί ο μοναρχοφασισμός να καθυποτάξει τους Σλαβομακεδόνες και να ξεριζώσει την εθνική τους συνείδηση. Με την αρπαγή των περιουσιών τους και τον βίαιο εκπατρισμό τους επιχειρεί να τους αφανίσει σαν εθνική μειονότητα. Δεν είναι μόνο οι 35.000 τουλάχιστον Σλαβομακεδόνες, που κατέφυγαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ.

Την ίδια στιγμή, οι άγριοι διωγμοί, η εξαθλίωση και η πείνα αναγκάζουν χιλιάδες να καταφύγουν σα μετανάστες στα σκλαβοπάζαρα των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, του Καναδά κ.α. και άλλους τόσους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να καταφύγουν σ1 άλλες περιοχές της Ελλάδας για να γλυτώσουν. Η ελληνική αστική τάξη προχωρεί παραπέρα στο εγκληματικό της έργο αφανισμού της Σλαβομακεδονικής μειονότητας, θέτοντας σ’ εφαρμογή ένα σχέδιο, που είχε στόχο, από τη μια, να νομιμοποιήσει τα εγκλήματα και τις ανομίες που είχε διαπράξει σε βάρος τους και, από την άλλη, να ολοκληρώσει τον ξεριζωμό των Σλαβομακεδόνων από τα πατρικά τους χώματα, αναγκάζοντας όσους είχαν απομείνει ή να προσκυνήσουν ή να παραδώσουν τις περιουσίες τους και να εγκαταλείψουν τα χωριά τους, να διασπαρούν και να διαχυθούν μέσα στον ελληνικό πληθυσμό, για να διαλυθούν και να εξαφανιστούν σαν εθνότητα.

Η εφημερίδα “Ν. Αλήθεια” (12/5/52) έγραφε πάνω σ1 αυτό το ζήτημα: “Υπάρχει επεξεργασμένο σχέδιο που το χαιρετίζουμε μ’ όλη την καρδιά μας. Οι σλαβομακεδόνες πρέπει να το καταλάβουν ότι αν επιθυμούν να ζήσουν στην Ελλάδα πρέπει να μετακινηθούν στα νότια και στις δικές τους περιοχές να μεταφερθούν Ελληνες από το νότο… Δεν μπορούν να κρατούν τις πιο απομακρυσμένες θέσεις της ασφάλειας της Ελλάδας. Απλούστατα δεν έχουμε εμπιστοσύνη σ’ αυτούς”.

Μερικούς μήνες αργότερα, το “Βήμα” (24/2/53) δίνει περισσότερες πληροφορίες: “Εξαιρετικής σημασίας σύσκεψις έλαβε χωράν εις τα γραφεία του Γ Σώματος Στρατού και εις ιην οποίαν έλαβε μέρος και ο υπουργός Βορείου Ελλάδος κ. Στράτος και κατά την οποίαν έξητάσθη το θέμα του επαναπατρισμού των παραμεθορίων πληθυσμών, το οποίον η Κυβέρνησις θεωρεί ζωτικόν… Επειδή ως πρωταρχικόν τίθεται το ζήτημα της ασφαλείας, επροτάθη όπως κατ’ αρχήν εις τα νεοανοικοδνμηθησόμενα χωρία επανέλθουν οι πρώην κάτοικοι συμπτυσσομένων χωρίων, αλλά εκ τούτων μόνον οι εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων. Εάν δε ορισμένων περιοχών οι κάτοικοι είναι αντεθνικών φρονημάτων εις ταύτην θέλουν εγκατασταθεί εθνικόφρονες ετέρων περιοχών. Εξυπακούεται ότι εις το έργον ανοικοδομήσεως των παραμεθορίων και του επαναπατρισμού θα συμβάλλουν όλως ιδιαιτέρως και οι στρατιωτικοί αρχαί διότι πρόκειται περί ζητημάτων ασφαλείας, αλλά και διότι πρόκειται να αποκατασταθούν γεωργικώς πολλοί έφεδροι”.

Οι πληροφορίες του “Βήματος” είναι αποκαλυπτικότατες και ασφαλέστατες. Λίγους μήνες αργότερα επαληθεύονται στο ακέραιο. Τον Αύγουστο του 1953 ψηφίζεται ο σχετικός νόμος, ο Ν. 2536/53. Ο στόχος του νόμου δηλώνεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει την κατάθεση του στη Βουλή: “…και αφ1 ετέρου όπως επανεποικισθώσιν οι ανωτέρω έγκατα-λειφθείσαι παριοχαί δια νέων εποίκων, εμφορουμένων με υγιά Εθνικήν συνείδησιν…”.

Ο νόμος 2536/53 αντιμετωπίζει με πρωτοφανή βαρβαρότητα τους Σλαβομακεδόνες των παραμεθόριων περιοχών της Βόρειας Ελλάδας και τις οικογένειες τους (και όχι μόνο τις οικογένειες των πολιτικών προσφύγων). Δίνει το δικαίωμα στο ελληνικό αστικό κράτος να αρπάξει τις περιουσίες τους και να τις διανείμει σε “εθνικόφρονες” και σε απόστρατους χωροφύλακες και καραβανάδες. Ο νόμος αυτός έρχεται να νομιμοποιήσει το όργιο της βίας και των διωγμών, της αρπαγής και της λεηλασίας των περιουσιών των Σλαβομακεδόνων και όχι μόνο πολιτικών προσφύγων και αγωνιστών – κατ’ ανάγκη μεταναστών (εξωτερικού και εσωτερικού), που έχει ήδη συντελεστεί.

Παράλληλα, αποσκοπεί στην ολοκλήρωση του οριστικού ξεριζωμού από τα πατρικά χώματα όσων δεν προσκυνήσουν. Σύμφωνα με το άρθρο 6, ακίνητα που ανήκουν σε πρόσωπα που διέφυγαν παράνομα στο εξωτερικό θεωρούνται εγκαταλειμμένα, ακόμη κι αν τα διαχειρίζονται συγγενείς, αντιπρόσωποι ή μισθωτές τους. Μετά την παρέλευση τριών χρόνων από τον εκπατρισμό του ιδιοκτήτη, ο τελευταίος χάνει κάθε δικαίωμα στα ακίνητα αυτά, τα οποία περνούν στην κυριότητα του Δημοσίου. Ακόμη και σε περίπτωση που εμφανιστεί ο ιδιοκτήτης, δεν ανακτά κανένα δικαίωμα σ’ αυτά. Ούτε κάποιος τρίτος (συγγενής ή αντιπρόσωπος), που κατέχει ή καρπώνεται το ακίνητο, έχει δικαίωμα να ζητήσει ένδικη ή άλλη προστασία από τη δήμευση. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και στην περίπτωση που τα ακίνητα έχουν περάσει στην κυριότητα των κληρονόμων του ιδιοκτήτη.

 Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6 καθορίζει:

“1. Ακίνητα ανήκοντα κατά κυριότητα εις πρόσωπα μετανάστευσαν τα λάθρα εις το εξωτερικό ν, άνευ αδείας ή διαβατηρίου εκδιδομένου παρά των αρμοδίων Αρχών, θεωρούνται εγκαταλελειμμένα έστω κι αν διαχειρίζονται ταύτα συγγενείς, αντιπρόσωποι ή μισθωτοί του ιδιοκτήτου.

2. Μετά πάροδον τριετίας από της μεταναστεύσεως του ιδιοκτήτου, βεβαιούμενης υπό της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής (Αλλοδαπών), θεωρείται αποσβεσθέν παν δικαίωμα αυτού επί του ακινήτου, περιερχομένου αυτοδικαίως και άνευ τινός διαδικασίας ή μεταγραφής, εις το Δημόσιον κατά πλήρη κυριότητα και νσμήν. Ο ιδιοκτήτης εμφανιζόμενος ουδέν δικαίωμα ανακτά επί του εγκαταλελειμμένου ακινήτου…

3. Οιαδήποτε κατάστασις κατοχής ή καρπώσεως υπό τρίτου των ως άνω ακινήτων ουδέν παρέχει δικαίωμα ενδίκου ή άλλης προστασίας, ουδεμίας αξιώσεως λόγω κατοχής, νομής ή μισθώσεως ή άλλης σχέσεως αναγνωριζομένης, του Δημοσίου άμα δικαιουμένου εις διοικητικήν αποβολήν παντός κατόχου.

 4. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί κλήρων ων η κυριότης περιήλθεν εις τους κληρούχους”.

Είναι φανερό, ότι στο στόχαστρο του νόμου βρίσκεται όχι μόνο ο πολιτικός πρόσφυγας, αλλά και η οικογένεια του, που έτυχε να παραμείνει στην Ελλάδα, αφού το αστικό κράτος δημεύει την περιουσία του όχι μόνο στην περίπτωση που τη διαχειρίζεται η οικογένεια του, αλλά ακόμη κι αν έχει μεταβιβαστεί στους κληρονόμους του. Ταυτόχρονα, τους αφαιρεί κάθε δικαίωμα να υπερασπίσουν την ιδιοκτησία τους ή να διεκδικήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την επανάκτηση της στο μέλλον. Πρόκειται, όπως είναι ολοφάνερο, για κατάφωρη παραβίαση του ίδιου του αστικού συντάγματος, του “ιερού και απαραβίαστου” της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή ήταν και η άποψη της αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση του νόμου στη Βουλή, παρόλο που συμφωνούσε με τους στόχους του.

Ο Σ. Αλλαμανής έλεγε: “Πλην όμως το σχέδιον το χαρακτηρίζει περισσή σκληρότης και καταφανής αντισυνταγματικότης”. Και ο Ν. Ζορμπάς: “Πρέπει λοιπόν να μελετηθεί καλύτερον και να προσαρμοσθεί προς το Σύνταγμα δια να μη θεωρηθεί ότι το Δημόσιον προβαίνει εις την δήμευσιν της περιουσίας των ανθρώπων αυτών. Από ουσιαστικής απόψεως η αρχή του σχεδίου αφαιρεί τας εκτάσεις από αυτούς οι οποίοι έφυγαν και τα δίδει εις αλλάς εθνικωτέρας, ως υποστηρίζει, χείρας. Αλλά τι θα συμβή εάν οι άνθρωποι αυτοί επανέλθουν εις την Ελλάδα δια διεθνών συμφωνιών;”.

 Η ίδια τύχη περιμένει και τους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους, που κυνηγημένοι εγκατέλειψαν τα χωριά τους και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το άρθρο 8, που έχει αναδρομική ισχύ, καθορίζει: “Κληρούχοι κατά την εποικιστικήν Νομοθεσίαν, εγκατελείποντες μετά των μελών της οικογενείας των, τον συνοικισμών των και την αυτοπρόσωπον εκμετάλλευσιν του κλήρου των, κηρύσσονται έκπτωτοι των επί του κλήρου και οικοπέδου δικαιωμάτων των δι’ αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, εκδιδομένης και καθισταμένης οριστικής και αμετακλήτου κατά τα εν άρθρω 7 οριζόμενα”.

Ανάμεσα στα τεκμήρια με βάση τα οποία κρίνεται οριστική η εγκατάλειψη του κλήρου είναι:

“α) Η πέραν της διετίας συνεχής απουσία του κληρούχου και της ομογένειας του εκ του συνοικισμού β) Η συστηματική εκμίσθωσις του κλήρου εις τρίτους” κλπ.

Αποκαλυπτικός των στόχων του μοναρχοφασισμού είναι ο διάλογος που έγινε στη βουλή κατά τη συζήτηση του άρθρου 8, ανάμεσα στο βουλευτή Τ. Μιχαηλίδη και τον υπουργό Β. Ελλάδος Α. Στράτο. Στην πρόταση του πρώτου να δοθεί πριν την εφαρμογή του νόμου μια προθεσμία “δυο ή τριών μηνών δια να δυνηθούν να επανέλθουν όσοι θέλουν”, ο Α. Στράτος απάντησε: “Εχω υπ’ όψει μου πλείστος περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι δεν πρέπει να επανέλθουν”.

“Ελεος” και “μεγαλοψυχία” δείχνει η αστική τάξη μόνο για τις γυναίκες και τα παιδιά των αγωνιστών, που προσκυνούν και γίνονται γενίτσαροι. Το άρθρο 11 του νόμου 2536/53 ορίζει:

“Και εκτίμησιν των κατά τόπους ειδικών συνθηκών, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δύναται κατά την κρίσιν της να αποκαταστήση τους παρόντος σύζυγον και κατιόντος του ιδιοκτήτου ή κληρούχου εις τα παρά τούτων εγκαταληφθέντα ακίνητα και εις έκτασιν μη υπερβαίνουσα τον τοπικώς καθορισθέντα ή νυν καθοριζόμενον υπ’ αυτής γεωργικόν κλήρον”.

Και με το άρθρο 16, το οποίο επικυρώνει μεταξύ άλλων την 253/1951 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, διευκρινίζεται: “Η απόφασις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων θα είναι απολύτως άκυρος εάν δεν μνημονεύεται εν αυτή δια τα αποκαθιστάμενα πρόσωπα, βεβαίωσις του Γενικού Επιτελείου Στρατού ή της υπ’ αυτού εξουσιοδοτημένης Στρατιωτικής ή Αστυνομικής Αρχής ότι δεν υπάρχει δια την αποκατάστασιν τούτων αντίρρησις υπαγορευόμενη εκ λόγων εθνικής του τόπου ασφαλείας”.

 Στις παραμεθόριες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας είναι ευπρόσδεκτοι μόνο το φασιστικό σκυλολόι και οι γενίτσαροι. Σύμφωνα με το άρθρο 16:

“Αποκαθίστανται εις τας άνω περιοχάς επί εγκαταλελειμένων κλήρων και ιδιοκτησιών και απόστρατοι οπλίται, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί της Χωροφυλακής και του Στρατού, ως επίσης θύματα και ανάπηροι πολέμου των αυτών ή και άλλων περιοχών, προερχόμενοι εξ αγροτικών οικογενειών, ανεξαριήτωνς ακτημοσύνης, σημερινής ιδιότητας αγρότου και ποσού λαμβανομένης συντάξεως”.

Κι όλο αυτό το χαφιεδολόι και το φασιστολόι έχει την αμέριστη υλική υποστήριξη των κυβερνήσεων του μοναρχοφασισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του νόμου:

“Δικαιούνται στεγάσεως εις τον τόπον της εγκαταστάσεως των εις παλαιά οικήματα επισκευαζόμενα ή νέα ανεγειρόμενα, επιμελεία και δαπάναις της αρμοδίας Υπηρεσίας, πλήρους γεωργικού εξοπλισμού και εξόδων διατροφής αυτών και των οικογενειών των μέχρι της πρώτης συγκομιδής της ιδίας αυτών εσοδείας. Η μετακίνησις των εξ άλλων περιφερειών προερχομένων ενεργείται δαπάναις του Κράτους και επιμέλεια της Αγροτικής Τραπέζης”.

Ο νόμος 2536/1953 είναι αδιάψευστη απόδειξη των εγκλημάτων που διέπραξε η ελληνική αστική τάξη ενάντια στη σλαβομακεδονική εθνότητα, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της συστηματικής εξόντωσης στην οποία αυτή υποβλήθηκε.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *