Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Η πληροφορία ότι 180 στελέχη της ΠΑΣΚΕ φέρονται να απείλησαν με αποχώρηση από το ΠΑΣΟΚ, εάν ο Γιάννης Παναγόπουλος δεν είναι υποψήφιος πρόεδρος στο συνέδριο της ΓΣΕΕ, δεν είναι μια απλή εσωκομματική τριβή. Είναι κάτι βαθύτερο.
Και το «κλειδί» δεν βρίσκεται ούτε αποκλειστικά στις ποινικές διαστάσεις της υπόθεσης, ούτε σε ηθικολογίες.
Το κλειδί είναι η προσωποκεντρική συσπείρωση.
Σε κάθε οργανωμένο πολιτικό ή συνδικαλιστικό χώρο, υπάρχουν δίκτυα, συσχετισμοί, εσωτερικές τάσεις. Αυτό δεν είναι από μόνο του ύποπτο. Είναι συστατικό της πολιτικής.
Όμως εδώ εμφανίζεται κάτι πιο βαρύ:
Μια ολόκληρη πανελλαδική παράταξη δηλώνει ότι η σχέση της με το κόμμα περνά μέσα από τη διατήρηση ενός συγκεκριμένου προσώπου στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, κι αυτό είναι εντυπωσιακότατο.
Είναι ταύτιση παράταξης και προσώπου, ή για να το πούμε διαφορετικά προστατεύεται η συνέχεια ενός εδραιωμένου μηχανισμού.
Ακόμα κι αν αύριο αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει καμία παράνομη πράξη, το πολιτικό ερώτημα θα παραμείνει: Πώς φτάσαμε μια συνδικαλιστική παράταξη να εκβιάζει την ηγεσία του κόμματος στο οποίο πρόσκειται;
Και πραγματικά τώρα η ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Αν αποστασιοποιηθεί πλήρως από τον παραδοσιακό του συνδικαλιστικό μηχανισμό, από την ομάδα Παναγόπουλου, ρισκάρει να αποδυναμώσει το κοινωνικό του αποτύπωμα.
Αν υποκύψει στον εκβιασμό, επιβεβαιώνει την εικόνα ενός κόμματος που σύρεται και φέρεται από τις επιθυμίες μιας σκληροπυρηνικής κλίκας του. Μύλος δηλαδή.
Το ρήγμα που διαφαίνεται δεν είναι προσωπικό. Είναι στρατηγικό. Όσο πιο γραφειοκρατικός γίνεται ένας θεσμός, τόσο περισσότερο προσωποποιείται η ηγεσία του. Η μακρά παραμονή σε θέσεις ευθύνης, η διαχείριση πόρων, οι διαπραγματεύσεις κορυφής δημιουργούν μηχανισμούς σταθερότητας.
Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ. Ούτε μόνο τη ΓΣΕΕ. Αφορά ένα ευρύτερο ερώτημα που έχουμε θέσει πολλές φορές: Μπορεί ο θεσμικός συνδικαλισμός να ανανεωθεί, να αποσυνδεθεί από προσωποκεντρικές λογικές και να επανασυνδεθεί με τους εργαζόμενους; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι.
Είναι φανερό ότι οι αστογραφειοκράτες συνδικαλιστές δεν έχουν κανέναν ουσιαστικό δεσμό με την εργατική τάξη. Εχουν φτιάξει ένα σύστημα που τους επιτρέπει να αναπαράγονται και να μη χάνουν τον έλεγχό του.
Τώρα γιατί έσπασε αυτό το απόστημα και βρέθηκαν στο στόχαστρο της Αρχής για το Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο και πρόσωπα του περιβάλλοντος του καθώς φέρεται να εμπλέκονται σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων- χρηματοδοτήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73 εκατομμυρίων ευρώ, είναι κάτι που θα το μάθουμε στο μέλλον.
Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η τάξη μας δεν μπορεί να αγωνιστεί ενάντια στην βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου για τη διεκδίκηση και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων της, χωρίς συνδικαλισμό, δηλαδή χωρίς ταξική οργάνωση για τις άμεσες διεκδικήσεις της. Το ίδιο σίγουρο είναι ότι αυτή η προσπάθεια για την οικοδόμηση αυτής της ταξικής οργάνωσης δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σε πλήρη ρήξη με τον αστικό-γραφειοκρατικό συνδικαλισμό.
Αλλωστε η οργή και η καχυποψία που κυκλοφορούν στην κοινωνία απέναντι στον καθεστωτικό συνδικαλισμό δεν γεννήθηκαν τυχαία. Γεννήθηκαν από τη μακρά αίσθηση ότι οι συνδικαλιστές τύπου Παναγόπουλου είναι ξεπουλημένοι και εντελώς ανυπόληπτοι.
Αν το συνδικαλιστικό κίνημα δεν αναγεννηθεί στη βάση του, με διαφάνεια, συμμετοχή και πραγματική σύγκρουση με τις αντεργατικές πολιτικές, τότε κάθε τέτοια υπόθεση θα επιβεβαιώνει την κοινωνική καχυποψία.
Και η καχυποψία, όταν γίνεται γενικευμένη, δεν πλήττει μόνο πρόσωπα. Πλήττει την ίδια την ιδέα της συλλογικής οργάνωσης.

Αφήστε μια απάντηση