ΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ: Οι καμπάνες του Ναγκασάκι

ΝΑΓΚAΙ+ΤΑΚΑΣΙ+ΟΙ+ΚΑΜΠΑΝΕΣ+ΤΟΥ+ΝΑΓΚΑΣΑΚΙΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ

Οι καμπάνες του Ναγκασάκι

του Δημήτρη Δαμασκηνού,

εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού, negreponte2004@yahoo.gr

Υπάρχει αρκετό φως για αυτούς που επιθυμούν μόνο να δουν

και αρκετό σκοτάδι για εκείνους που έχουν την αντίθετη διάθεση.”

Μπλεζ Πασκάλ, Pensées

Ο Τακασί Ναγκάι 1 (1908-1951), ήταν ένας ιάπωνας γιατρός που ειδικεύτηκε στην ακτινολογία, μεταστράφηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό, και υπήρξε ένας επιζών της ατομικής βομβαρδισμό του Ναγκασάκι.

Ο Δρ Τακασί Ναγκάι έγινε παγκόσμια γνωστός για τις προσπάθειές του να βοηθήσει τα θύματα της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι, παρά τους πολύ σοβαρούς τραυματισμούς του και παρά το γεγονός ότι έχασε το σπίτι του και τη σύζυγό του από την έκρηξη της βόμβας.

Στην περίοδο μετά το πυρηνικό ολοκαύτωμα κι ενώ είχε ήδη προσβληθεί από λευχαιμία από τον Ιούνιο του 1945 έχοντας τρία μόνο χρόνια προσδόκιμης ζωής, επέστρεψε πάλι στις αίθουσες διδασκαλίας και άρχισε να γράφει μια σειρά βιβλίων. Το πρώτο από αυτά,Οι καμπάνες της Ναγκασάκι, ολοκληρώθηκε κατά την πρώτη επέτειο του βομβαρδισμού. Παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε να βρει εκδότη με την πρώτη απόπειρα, τελικά το βιβλίο έγινε best-seller και η βάση για μια κορυφαία ταινία του box-office στην Ιαπωνία.

Ο συγγραφέας εξέπνευσε την 1η του Μάη του 1951 σε ηλικία 43 ετών αφήνοντας πίσω του μία ογκώδη παραγωγή δοκιμίων, απομνημονευμάτων, σχεδίων και καλλιγραφιών πάνω σε μια ποικιλία θεμάτων που αφορούν στο Θεό, τον πόλεμο, το θάνατο, την ιατρική, την ορφάνια κλπ. Αυτά τα έργα του Τακασί Ναγκάι κέντρισαν το ενδιαφέρον ενός μεγάλου αναγνωστικού κοινού κατά τη διάρκεια της αμερικανικής κατοχής της Ιαπωνίας (1945-1952) ως πνευματικά χρονικά της εμπειρίας από την έκρηξη της ατομικής βόμβας. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης της κινεζικής, κορεατικής, γαλλικής και γερμανικής. Μόνο τρία από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στ’ αγγλικά, ενώ στα ελληνικά κυκλοφορεί μόνο το βιβλίο Οι καμπάνες του Ναγκασάκι σε μετάφραση Γ. Σινιώτη.

Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου προτάσσεται κι ένας σύντομος πρόλογος για τη ζωή και το έργο του Τακασί Ναγκάι, στον οποίο -ανάμεσα στ’ άλλα- αναφέρονται και τα εξής: “Ο Τακασί Ναγκάι, ήτανε κάτοικος του Ναγκασάκι, γιατρός το επάγγελμα και ειδικευμένος στις ραδιολογικές έρευνες. Υπήρξε πάντοτε αφοσιωμένος στο λειτούργημά του κ’ είχε αποκτήσει τη φήμη αγαθού και σοφού άνδρα. Η καταστροφή της πόλης του τον βρήκε στο καθήκον και τον τραυμάτισε βαθιά στο σώμα και τη καρδιά. Η γυναίκα του έγινε κάρβουνο καθώς πολλοί από τους φίλους και συνεργάτες του. Ο ίδιος προσβλήθηκε από λευχαιμία, της οποίας τα αποτελέσματα επιτάχυνε η ραδιενέργεια και τον οδήγησε στον τάφο πριν περάσουν έξι χρόνια από εκείνη τη μοιραία στιγμή. Βασανιζόμενος ανελέητα, δεν έπαψε να παρακολουθεί τους ασθενείς του και να ερευνάει πάνω στο ίδιο του το σώμα τις επιδράσεις των ακτινών Χ. Ανάθρεψε τα παιδιά του με το σθένος του πατέρα προσπαθώντας να δίνει στο ύφος του τη μητρική τρυφερότητα από την οποία τα είχε στερήσει η βόμβα!

Ήρθε κάποτε η στιγμή που η αρρώστια του τον κάρφωσε στο κρεβάτι και τότε, όπως διηγείται, κάτ’ από την πίεση των φίλων , αναγκάστηκε να εκδώσει σε βιβλίο τις σημειώσεις που κρατούσε πάντα, μεθοδικά, από την ημέρα κείνη, και του είμαστε ευγνώμονες, γιατί μας άφησε τη ρεαλιστικότερη εικόνα της αθλιότητας του πολέμου, δίνοντάς μας παράλληλα ένα μάθημα για την ουσία της ζωής.

Ο τόνος και ο τρόπος της αφήγησής του είναι λαμπρός, και πολλοί από τους αριστοτέχνες του είδους θα ποθούσανε, η υπογραφή τους να φιγουράριζε κάτω από τα γραφτά του.

Πέθανε στις 14 του Μάη 1951, και σύσσωμος ο λαός του Ναγκασάκι παρακολούθησε την κηδεία του Ναγκάι που για τιμή του είχε δώσει τον τίτλο του δημάρχου και το παρανόμι «ο σοφός με το ελπιδοφόρο άγγελμα» 2.

Ο ίδιος ο Τακασί Ναγκάι στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του θα συμπληρώσει: «Τα θύματα ενός φοβερού πολέμου αρχίζουνε επιτέλους να αλλάζουνε τα κουρελιασμένα τους ρούχα με ειρηνικά, κι εγώ φεύγω για τον άλλο κόσμο. Κι ι αφήνω πίσω μου, στο πεδίο της μάχης, αυτό το απλό βιβλίο, για ενθύμιο εκείνου που δεν υπάρχει. Επιθυμώ τούτη η συμβολική μου ύπαρξη, να συμβάλλει στην ανασυγκρότηση και στην πρόοδο και να μη στρέφει τα βλέμματα προς τα πίσω, να δίνει ελπίδες και να μη φέρνει παράπονα […]

25 του Μάρτη 1948»

Τακασί Ναγκάϊ

Ουρακάμι- Ναγκασάκι

ΙΙ

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

Η ΒΟΜΒΑ

image001 “Ο Τσουκιμότο είχε πάει να κόψει χορτάρι στη κορφή του λόφου Καβαμπίρα. Από κει, μπορούσε να βλέπει τη συνοικία του Ουρακάμι στο Ναγκασάκι που άπεχε τρία χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά. Ο ήλιος του καλοκαιριού τύλιγε τους λόφους και τη πόλη με βαριά αδιαφορία.

Ξαφνικά, ο Τσουκιμότο αντελήφθη το θόρυβο, αδύνατο μα αναμφίβολα, ενός αεροπλάνου. Ανασηκώθηκε με το δρεπάνι στο χέρι και κύτταξε τον αέρα. Ο ουρανός ήτανε καθαρός και μόνο σ’ ένα σημείο ακριβώς πάν’ απ’ το κεφάλι του στεκότανε ένα σύννεφο σε σχήμα ανοιχτής παλάμης. Ο θόρυβος φαινόταν να ‘ρχεται μέσα από κείνο το σύννεφο. Ο άνθρωπος μας εξακολουθούσε να παρατηρεί ακολουθώντας τον ήχο που μετατοπιζότανε, και τέλος το είδε.., ένα Β 29. Το μικροσκοπικό αργυρό αντικείμενο βρισκότανε στην άκρη του δείκτου του συννεφένιου χεριού, σε ύψος οκτώ περίπου χιλιομέτρων. Δε χάνει το αργυρό αντικείμενο από τα μάτια του: Αχ! φώναξε, κάτι ρίξανε. Είναι μαύρο, μακρύ∙ είναι βόμβα! Μια βόμβα!

O Τσουκιμότο έπεσε στο έδαφος. Πέντε δευτερόλεπτα περνούνε, δέκα, είκοσι, ένα λεπτό. Μένει ξαπλωμένος μπρούμυτα κει συγκρατώντας την αναπνοή του… Απότομα στον ουρανό έλαμψε ένα φως. Ένα τέτοιο φως, σκέφτηκε, αλλά χωρίς κρότο! παράξενο! Νευρικά, δειλά, σηκώνει το κεφάλι. Ναι, είναι βόμβα, χτυπήσανε το Ουρακάμι. Από το μέρος που βρισκότανε ο καθεδρικός ναός, μια στήλη άσπρου καπνού άρχισε ν’ ανεβαίνει στον ουρανό και πλάταινε χωρίς παύση.

Μα κείνο που γιόμισε τρόμο το Τσουκιμότο, κείνο που του πάγωσε το αίμα στις φλέβες, ήτανε ο σίφουνας που ξέφυγε κάτω απ’ το λευκό σύννεφο. Με μια τρομακτική ταχύτητα περνάει πάνω στους λόφους και τα ισιώματα, και ζυγώνει. Όλα τα σπίτια στη κορφή υποχωρούνε μπροστά του, καθώς και κάθε δέντρο. Γίνονται όλα κομμάτια μπρος στη μανία του φαινομένου. Πριν ακόμα βρει τον καιρό να σκεφτεί πάνω σ’ ότι έβλεπε ο θεατής, ο σίφουνας θερίζει το δάσος που ‘ναι μπροστά του και σαρώνει τον τόπο που βρίσκεται ξαπλωμένος.

Θα ‘λεγε κανείς ότι ήτανε ένα γιγάντιο αόρατο πιεστήρι που σύνθλιβε κάθε τι που συναντούσε. Τέλειωσε∙ θα με λειώσει, σκέπτεται ο Τσουκιμότο κι’ ενώνοντας τα χέρια του κώλυσε το πρόσωπο στο χώμα, αναστενάζοντας : Θέ μου Θέ μου! Ένας φριχτός θόρυβος φτάνει στ’ αυτιά μου, αισθάνεται να σηκώνεται σαν άχυρο και βρίσκεται ριγμένος δέκα μέτρα μακρύτερα πάνω σ’ ένα ξερότοιχο.

Όταν κάποτε πήρε το θάρρος ν’ ανοίξει τα μάτια του και να κυττάξει γύρα του, είδε ξεριζωμένα δέντρα, ούτε ένα φύλλο κι’ ούτε ίχνος χόρτου. Τα ‘χε όλα παρασύρει. Δεν έμεινε στον αέρα παρά η οσμή ρετσινιού…

Από το Μισινό-ο, ο Κυρ Φουρούε, γύριζε στο σπίτι του στο Ουρακάμι. Περνώντας κοντά στο εργοστάσιο πολεμοφοδίων, του φάνηκε πως άκουσε τον ήχο ενός έλικα. Σήκωσε τα μάτια του κ’ είδε στον ουρανό, στο ύψος του όρους Ινόσα, κατά τη διεύθυνση της συνοικίας Ματσουγιάμα, μια πυρωμένη κατακόκκινη σφαίρα, όχι τόσο λαμπερή που να μη μπορείς να τη κυττάξεις. Η σφαίρα έπεφτε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τί ήτανε∙ για να δει καλύτερα, έκλεισε το ένα μάτι και δοκίμασε να κυττάξει με τ’ άλλο. Ξαφνικά ξέσπασε φέγγοντας σαν έκρηξη μαγνησίου. Ο κύριος Φουρούϊ αισθάνθηκε να πετιέται στον αέρα… Ύστερα από πολλές ώρες ξανάρθε στις αισθήσεις του: Κειτότανε μέσα σ’ ένα ριζοχώραφο κάτω από το ποδήλατο του. Το ένα του μάτι είχε ξεκολλήσει και χαθεί…

Το σχολείο του Καρακούρε βρίσκεται εφτά χιλιόμετρα μακριά από το Ουρακάμι. Ο δάσκαλος Ταγκάβα γράφει για την εφημερίδα των αεροπορικών συναγερμών τα γεγονότα της στιγμής. Κατόπιν σηκώνεται και για μια στιγμή κοιτάζει από το ανοιχτό παράθυρο. Μπροστά του, χαμηλά, ανάμεσα σε κοιλάδες πολύχρωμες και στον γαλάζιο ουρανό, απλώνεται η πόλη του Ναγκασάκι.

Ξαφνικά, ο ουρανός φωτίζεται για μια στιγμή με μια τόσο δυνατή λάμψη που κάνει τον καλοκαιρινό ήλιο να χλομιάσει.

Να μια στενή ιδέα να τοποθετούνται φάροι μέρα – μεσημέρι, μουρμούρισε ο δάσκαλος, σκύβοντας για να δει καλύτερα τι συνέβαινε, Μα τι θέαμα ήτανε κείνο που αποκαλύφτηκε μπρος στα μάτια του!

— Κυττάξετε, φώναξε στους συναδέλφους που βρίσκονταν στην ίδια αίθουσα, κυττάξετε λοιπόν’ τ’ είν’ αυτό;.. Ωρμήσανε όλοι προς το παράθυρο. Μια μεγάλη κηλίδα άσπρου καπνού φαινότανε κάθετα στο Ουρακάμι, κι’ όλο μεγάλωνε. Τ’ είναι; Τ’ είναι; Τί μπορεί νάναι; φώναξαν όλοι βλέποντας την κηλίδα να παίρνει το σχήμα ενός γιγάντιου μανιταριού με περισσότερο από ένα χιλιόμετρο διάμετρο…

Τότε, ήρθε ένα φύσημα τρομοκρατικό: Τράνταζε το κτίριο, τίναξε σε κομμάτια τα τζάμια και σκέπασε τους δασκάλους με συντρίμμια…

— Είναι βόμβα, χτυπήθηκε το σχολείο, κρυφτείτε, ούρλιαξε ο κύριος Ταγκάβα ορμώντας στο καταφύγιο που είχαν ανοίξει στο λόφο πίσω απ’ το σχολείο.

Εδώ όλα είναι ήρεμα, αλλά ενώ αυτός καθότανε πάνω στο δροσερό χώμα, μέσα στο μαύρο υπόγειο, πως θα μπορούσε να ξέρει αν την ίδια στιγμή, στο σπίτι του στο Ουρακάμι, η γυναίκα και τα παιδιά του δε θ’ άφηναν τη τελευταία τους πνοή, καλώντας βοήθεια;…

Το μικρό χωριό Ογιάμα απλώνεται πάνω στη πλαγιά του όρους Χασίρο, στα νότια του λιμανιού του Ναγκασάκι, σ’ απόσταση κάπου οκτώ χιλιομέτρων από το Ουρακάμι. Από κει, πάν’ από τον όρμο, βλέπει κανείς στο γκρίζο βάθος, το λεκανοπέδιο του Ουρακάμι. Ο κύριος Κάτο καλλιεργούσε τα χωράφια του με τα δυο του βουβάλια. Είχε βρει πριν από λίγο μερικές κόκκινες φράουλες ανάμεσα στη πράσινη χλόη. Άγριες φράουλες. Πήρε δύο και τις έβαλε στο στόμα του…

Εκείνη τη στιγμή ξέσπασε η αστραπή. Τα βουβάλια την είδανε και στρέψανε αντίθετα τα κεφάλια τους. Ένα σύννεφο, ίδιο με μια μεγάλη βαμβακερή σφαίρα σχηματίσθηκε πάνω από το Ουρακάμι. Άρχισε να μεγαλώνει… Έμοιαζε μ’ ένα φανάρι τυλιγμένο σε λευκό μαλί. Το εξωτερικό ήτανε άσπρο, στο εσωτερικό έκαιγε μια κόκκινη φλόγα και, απ’ αυτή τη λευκή σφαίρα, βγαίνανε συνεχώς εκλάμψεις με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ωραίες ακτίνες, κόκκινες, κίτρινες, μωβ… Ύστερα, το σύννεφο πήρε το σχήμα ογκολίθου μ’ επίπεδες επιφάνειες κ’ η κορφή όλο κι’ ανέβαινε, ανέβαινε, και σε λίγο έγινε σαν ένα τεράστιο μανιτάρι. Την ίδια στιγμή, ένας μαύρος κυκλώνας σκόνης και συντριμμιών σηκώθηκε από την πεδιάδα του Ουρακάμι. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλο αυτό το προκαλούσε το μανιτάρι που όλο και ψήλωνε.

Να τώρα που το σύννεφο έπεφτε και κατόπιν ξέκλινε προς τ’ ανατολικά. Ο στρόβιλος πέρασε σε ύψος τους λόφους ύστερα, ένα μέρος του έπεσε και τ’ άλλο ακολούθησε το σύννεφο… Ήτανε μια ωραία μέρα∙ οι λόφοι κ’ η θάλασσα κολυμπούσαν στον ήλιο∙ αλλά η συνοικία του Ουρακάμι, κατ’ από το σύννεφο, φαινότανε μαύρη κι έρημη.

Ήρθε το φύσημα και τίναξε τα ρούχα του κυρίου Κούτο, τα φύλλα πέσανε απ’ τα δέντρα, ο σίφουνας είχε χάσει πολύ απ’ τη δύναμη του. Τα βουβάλια δεν πάθανε τίποτα κι’ ο κύριος Κούτο σκέφτητε απλά: μωρέ, ακόμα μια βόμβα δω κοντά μας.

Γυρίζει με το βουβάλι του ο κύριος Τακαμί στη Κομπά, από το δρόμο του Οντορίζε που απέχει δυο χιλιόμετρα απ’ το Ουρακάμι. Αισθάνεται απότομα πολύ ζέστη∙ μα όχι ανυπόφορη∙ μ’ όλα αυτά, εκείνος και το βουβάλι του καίγονται. Μικρές φωτιές πιάνουνε πάνω τους σφυρίζοντας. Μια αγγίζει το πόδι του και σκάζει αφήνοντας μια γραμμή άσπρου καπνού και μυρουδιά παραφίνης που καίγεται. Εδώ και κει, μια παράξενη βροχή ανάβει πυρκαγιές” 4.

ΙΙΙ

 ΚΡΑΔΑΣΜΟΣ

ΕΤΣΙ ΧΑΘΗΚΕ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

image002«Στις 9 Αυγούστου 1945, στις έντεκα η ώρα και 2 λεπτά, έγινε έκρηξη μιας ατομικής βόμβας σε ύψος 550 μέτρων πάν’  απ’ το Ματσουγιάμα-σο, κέντρο της συνοικίας Ουρακάμι στο Ναγκασάκι. Ένα κύμα ανέμου με ταχύτητα 2.000 μέτρων το δευτερόλεπτο, ανέτρεψε, κονιορτοποίησε και σύντριψε κάθε τί που βρήκε στον δρόμο του. Τα συντρίμμια στο κέντρο της έκρηξης, παρασύρθηκανε ψηλά μέσα στον αέρα και τελικά η μάζα αυτή ξανάπεσε στη γη.

Από την άλλη μεριά, η θερμότητα των 9.000 βαθμών, έκαψε ό,τι συνάντησε. Και τα θραύσματα της βόμβας, που πέφτανε σα βροχή πυρακτωμένου μετάλλου, άναβαν παντού πυρκαγιές.

Ένα σύννεφο από σκόνη και συντρίμμια που προκάλεσε ο κατακλυσμός, πετάξανε μπρος στον ήλιο και φέρανε το σκοτάδι. Τρία λεπτά περίπου κράτησε έτσι, κι ύστερα άρχισαν να πέφτουν αφήνοντας ανοιχτό το δρόμο στις ακτίνες να φωτίσουν, το πεδίο του μακελειού.

Περίπου 30.000 νεκροί, πάνω από 100.000 τραυματίες. Χωριστά οι δεκάδες χιλιάδες εκείνων που προσβλήθηκαν από την ατομική αρρώστια, τη ραδιενέργεια 5».

«Τότε είδα, ξαφνικά σα να ξυπνούσ’ από λήθαργο, μια παράξενη μάζα, όντα φαντάσματα, μισόγυμνα, να με κυκλώνουν.

-Σώσε με γιατρέ μου!… Ένα φάρμακο, παρακαλώ, για τούτη την πληγή!… Κρυώνω, δώστε μου ρούχα.

Με καλούσανε όλοι μαζί∙ με φωνές παράξενα απελπιστικές∙ Αυτοί ήτανε από τους αρρώστους του νοσοκομείου που ζούσανε, ή καλύτερα που δεν είχαν πεθάνει ακόμα… Καθώς η έκρηξη έλαβε χώρα την ώρα των εξετάσεων των εξωτερικών ασθενών, οι διάδρομοι, οι αίθουσες αναμονής και τα εργαστήρια, δεν ήτανε παρά σωροί κορμιών, κορμιών γυμνών μ’ ανοιχτές πληγές, κορμιά ξεγδαρμένα, κορμιά γκρίζα από τη σκόνη που ‘χε σκεπάσει τα γλυμένα τους κρέατα. Θέαμα τόσο φρικιαστικό που δεν τολμούσες να πιστέψεις ότι ήτανε ανθρώπινο ή ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει οπουδήποτε πάνω στη γη… Μέσα από τη φρικτή τούτη μάζα της απίθανης σάρκας, γλυστρούσαν σερνάμενοι εκείνοι που μέσα τους έμενε ακόμα κάποια σπίθα ζωής∙ ζυγώνανε έτσι και γαντζωνόντουσαν στα πόδια μου: σώστε με γιατρέ, στενάζανε με τη γλώσσα έξω και τη φοβερή αγωνία του πόνου στα μάτια που στάζανε αίμα. Άλλοι, που δεν μπορούσαν να μιλήσουν, δείχνανε τις πληγές τους. Χέρια κολυμπημένα στα αίματα σηκωνόντουσαν μπροστά μου ικετεύοντας. Ένα κοριτσάκι έτρεχε εδώ κι κεί τσιρίζοντας: Μαμά, μαμά μου. Μητέρες κουβαριασμένες απ’ τον πόνο καλούσανε τα παιδιά τους με τα ονόματά τους. Ένας παίδαρος μέχρι κει-πάνω, με το πρόσωπο βουτηγμένο στα αίματα, τρέκλιζε και ούρλιαζε σα μανιακός: την ‘έξοδο, που είν’ η έξοδος; Φοιτητές γύριζαν σαν τρελοί φωνάζοντας κι αναζητώντας φορεία. Κυριαρχούσε αταξία τρομαχτική παντού∙ τέτοια που σου προκαλούσε τον ίλιγγο” 6.

image003«Είκοσι λεπτά είχανε περάσει από την έκρηξη. Όλη η συνοικία του Ουρακάμι ήτανε παραδομένη στις φλόγες. Και το κέντρο του Νοσοκομείου είχε κι εκείνο πάρει φωτιά. Μονάχα η ανατολική πτέρυγα που έπεφτε στο λόφο ήτανε ακόμα άθικτη. Μα ούτε τα μέσα είχαμε, ούτε και το προσωπικό για να κάνουμε κάτι. Το μόνο που μας απόμενε ήτανε ν’ αφήσουμε τη φωτιά να τελειώσει το πένθιμο έργο της και να κοιτάμε με φρίκη και αποτροπιασμό το θέαμα. Τα γυμνά κορμιά, κλονιζόμενα, πότε χάμω και πότε όρθια, εξακολουθούσαν ν’ ανεβαίνουν τον λόφο αγωνιζόμενα να γλυτώσουν από τη λαύρα που τους καταδίκαζε. Δύο παιδάκια περάσανε, σέρνοντας τον νεκρό πατέρα τους. Μια νεαρή γυναίκα έτρεχε, κρατώντας σφικτά στο στήθος της ένα παιδί χωρίς κεφάλι. Δύο γεροντάκια πιασμένα χέρι με χέρι, ανεβαίνανε σιγανά, κουρασμένα το λόφο. Μια άλλη γυναίκα, που ξαφνικά φουντώσανε τα ρούχα της, κατρακυλούσε από το λόφο σαν ένα κουβάρι φωτιάς. Ένας άνδρας, τρελός, χόρευε πάνω σε μια σκεπή που την κυκλώνανε φλόγες. Μερικοί από τους φυγάδες, γυρίζανε πότε-πότε και κυττάζανε πίσω τους, άλλοι με τα μάτια πεταμένα έξω από τις κόγχες από τον τρόμο, έτρεχαν, όλο έτρεχαν. Ένα ψηλό αγόρι που ‘χε κερδίσει δρόμο, φώναξε στην αδερφή του να κάνει γρήγορα, αλλά ο μικρότερος που ακολουθούσε τελευταίος την εκλιπαρούσε να τον περιμένει. Και πίσω οι φλόγες ροκανίζοντας ό,τι βρίσκανε, όλο και πλησιάζανε.

Οι δέκα στους εκατό που ‘χαν γλυτώσει την κόλαση, συγκαταλέγονταν για την ώρα ανάμεσα στους ευτυχείς. Οι άλλοι, ζωντανοί και πεθαμένοι, βρίσκονταν πλακωμένοι κάτ’ από τα δοκάρια, σκεπές και τοιχώματα, κι από στιγμή σε στιγμή θα γινόντουσαν παρανάλωμα του πυρός. Ο αέρας μεγάλωνε το κακό κι έφερνε στ’ αυτιά κραυγές φρίκης και αγωνίας. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα αισθανθεί τον εαυτό μου τόσο αδύναμο, τόσο μικρό να κοιτάζω με τα χέρια σταυρωμένα το φοβερό πανόραμα του τρόμου, της αγωνίας, του θανάτου και της καταστροφής. Τίποτα δεν μπορούσα να κάνω, απολύτως τίποτα… 7».

Η ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ

41806g-nagasaki-verbrannter-bub«Όταν στις 10 Αυγούστου 1945 ο ήλιος ανέτειλε πάλι πίσ’ από το όρος Κομπίρα, δε φώτιζε πια την όμορφη πεδιάδα που μέσα στην πρασινάδα της κολυμπούσε σαν διαμάντι η άλλοτε ευτυχισμένη πολιτεία∙ αλλά τον τραγικό πίνακα μιας έρημης, πυρπολημένης πόλης. Στη θέση ενός μέρους, που χθες ακόμα άνθιζε η ζωή, έμειναν φρικτοί λόφοι. Κάτω από τις ανεστραμμένες καμινάδες, τα εργοστάσια έδειχναν τα ερείπιά τους∙ οι δρόμοι σκεπασμένοι από τους γκρεμισμένους τοίχους δεν ξεχωρίζανε. Από τον πυκνοκατοικημένο συνοικισμό δεν μένανε παρά άμορφοι τοίχοι και πέτρες∙ Τα χωράφια και τα άλση καίγανε ακόμα∙ τα μεγάλα δέντρα ήταν σκορπισμένα εδώ και εκεί σαν σπιρτόξυλα 8.

Σκηνές ερημιάς και απελπισίας… Τίποτα δεν κινούνταν, ούτε σκυλί ούτε γάτα. Η καθολική εκκλησία που άργησε να πάρει φωτιά, άφινε κόκκινες φλόγες προς τον ουρανό σα νάθελε να ολοκληρώσει το δράμα με τούτη τη τελευταία κι έσχατη εικόνα»9.

“Την αυγή εγκαταλείψαμε το καταφύγιό μας κι αρχίσαμε τη δουλειά μας ανάμεσα στα ερείπια της Ιατρικής Σχολής.

Βρήκαμε έναν άντρα κάτω από μια λαμαρίνα στη γωνία του γηπέδου. Ήτανε ο γιατρός Γιαμάντα∙ εκείνος μας είπε πως πέθανε η Τσουτίτα… Πήγαμε ύστερα προς το θάλαμο της βακτηριολογίας∙ ανάμεσα στις στάχτες που σκεπάζανε τη θέση του εργαστηρίου, βρήκαμε σωρούς από ασβεστοποιημένα κόκκαλα: αναμφίβολα οι υπόλοιποι των καθηγητών που εργάζονταν κει. Ανακαλύψαμε επίσης έναν γυναικείο σκελετό∙ σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, εκεί ήτανε ο θάλαμος που, καθώς έλεγε ο Γιαμάντα, η Τσουζίτα κάηκε ζωντανή. Αυτός ο σκελετός!… μ’ εκείνο το γλυκό πάντα χαμόγελο∙ μαζεύοντας κείνα τα κόκκαλα πάνω σ’ ένα χαρτί, αναρωτήθηκα: Μήπως είναι εφιάλτης που σε λίγο θα τον διώξω μακρυά ξυπνώντας;

Φτάσαμε στην αίθουσα διδασκαλίας, και μέσα στους σαράντα ως πενήντα σκελετούς στη γραμμή. Κι ανάμεσά σ’ αυτούς θα ‘τανε και κείνος της Καταότα και της μικρής σουσουράδας. Να λοιπόν τί έμενε απ’ αυτούς τους φοιτητές, που με το δρεπάνι του ο Χάρος, ήρθε να τους θερίσει την ώρα που αυτοί κρατούσαν την πέννα έτοιμοι να κρατήσουν σημειώσεις. Κ’ είχανε μπει με τόσο κέφι στην αίθουσα εκείνο το πρωί, φορώντας τα καφέ τους σκουφάκια!…

Οι φόβοι μας για τις πέντε άλλες νοσοκόμες επιβεβαιώθηκαν όταν βρήκαμε τα πτώματά τους μέσα στο στάδιο, στο χωράφι με τις πατάτες 10“.

“Η ακτινοβολία προκαλούσε, εκτός της αδυναμίας, τη μείωση των εκκρίσεων: σάλιου, ούρου κ.α.λ.

ΓΙΑΜΑΣΙΤΑ

41806g-6a00e54fe4158b883300e553ec8d0a8834-800wi«Θάψαμε πολλούς νεκρούς και περιποιηθήκαμε περισσότερους τραυματίες και μπορέσαμε να κάνουμε τις παρατηρήσεις μας πάνω στα αποτελέσματα της ατομικής έκρηξης.

Οι άμεσες πληγές προέρχονταν από τα στοιχεία της έκρηξης: ωστικό κύμα, θερμότητα, ακτίνες Γ, ουδετερόνια και θραύσματα της ίδιας της βόμβας. Οι έμμεσες ζημίες προκλήθηκαν από τα γκρεμίσματα των σπιτιών, το ανατίναγμα αντικειμένων, τη φωτιά και τη ραδιενέργεια ανθρώπων και πραγμάτων∙ μέσα σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται και η πρόσκαιρη τρέλα. Στην περίπτωση της ατομικής βόμβας, οι ζημιές που προκαλέσανε τα θραύσματα, αυξάνονταν συνεχώς απ’ αυτό το φαινόμενο διαρκείας” 11.

“Η αρχική πίεση υπήρξε τέτοια που, σ’ ακτίνα ενός χιλιομέτρου, κάθε ανθρώπινο ον που βρισκότανε σ’ ανοιχτό χώρο, πέθανε αμέσως, ή μέσα σε λίγα λεπτά. Στα πεντακόσια μέτρα από το κέντρο της έκρηξης μια μητέρα βρέθηκε με την κοιλιά ανοιγμένη και ο μέλλων μπεμπές της ριγμένος ανάμεσα στα πόδια της. Από άλλα θύματα λείπανε τα σπλάχνα τους. Στα εφτακόσια μέτρα, τα κεφάλια ήταν θερισμένα, ενώ πολλά μάτια είχανε βγει από τις κόγχες τους. Μερικά πτώματα, εξ’ αιτίας της εσωτερικής αιμορραγίας, ήτανε λευκά σαν το χαρτί, και τα κρανία κομματιασμένα, άφηναν το αίμα να τρέχει από τ’ αυτιά τους” 12.

“Η θερμότητα ήτανε φοβερή: στα πεντακόσια μέτρα τα πρόσωπα ήτανε τόσο παραμορφωμένα που δεν γνωρίζονταν. Στα χίλια μέτρα, τα εγκαύματα, είχανε γδάρει τις σάρκες που κρέμονταν σαν κουρέλια μαυροκόκκινα κι αποκαλύπτανε κρέατα ματωμένα. Φαίνεται ότι η πρώτη εντύπωση, δεν ήταν η θερμότητα, αλλά ένας έντονος πόνος ακολουθούμενος από φοβερό ρίγος ψύχους. Το ανασηκωμένο δέρμα κοβότανε και έβγαινε πολύ εύκολα. Το μεγαλύτερο μέρος των θυμάτων πέθαινε πολύ γρήγορα” 13.

“Στην απόσταση από ένα έως τρία χιλιόμετρα, δεν πάθαινες παρά τα συνηθισμένα εγκαύματα∙ πολλοί από τους πληγέντας δεν αισθανόντουσαν αμέσως το κάψιμο∙ η αίσθηση του καψίματος και του πόνου, έρχονταν  αργότερα, όταν το δέρμα κοκκίνιζε και άρχιζε να γιομίζει φουσκάλες. Αλλά που θα καταλήγανε αυτά τα εγκαύματα, ήταν αδύνατο να το προβλέψουμε” 14.

Μέσα στο στενό καταφύγιο, νεκροί και πληγωμένοι, ήτανε ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο τόσο στριμωχτά, που εκείνοι που ζούσανε δεν μπορούσανε να κινηθούν. Όταν ένας από τους πληγωμένους έπαυε να βογκάει ήταν ένδειξη ότι είχε τελειώσει πια!… Η συζήτηση για το άτομο και τις παρατηρήσεις μας πάνω στα θύματα συνεχιστήκανε μέχρι το βράδυ, και μας εξαντλήσανε κυριολεκτικά. Το σκοτάδι ήρθε σιωπηλό και το νερό που έσταζε από τη σκεπή, φαινότανε σα να ρύθμιζε το χρόνο που έφευγε… Οι φρικιαστικές σκηνές που ζήσαμε εκείνη την ημέρα παραδέρνανε ανάμεσα στη νάρκη και τη συνείδηση. Κατά τα μεσάνυχτα, η προϊσταμένη που ‘χε ξαπλώσει δίπλα μου, μ’ έπιασε απ’ τους ώμους μ’ ασυγκράτητους λυγμούς: Ογιανάζι, Ογιανάζι… Ήτανε τ’ όνομα μιας νοσοκόμας που ‘χε πεθάνει την προηγούμενη μέρα 15“.

“Την αυγή της ενδεκάτης Αυγούστου, με τη δροσιά, όλοι οι τραυματισμένοι μεταφερθήκανε στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Όσοι απομείνανε ζωντανοί με γερά χέρια, περάσαμε τη μέρα μας καίγοντας τα πτώματα και ψάχνοντας για  παγιδευμένους στα ερείπια. Σε μικρές ομάδες όλοι, κυττάζαμε τις κόκκινες φλόγες που κατατρώγανε τα κορμιά και δεν είχαμε τίποτα να πούμε

Θάψαμε τη Γιαμασίτα και τις άλλες τέσσερις νοσοκόμες. Δεν μας φάνηκε σωστό να τις εγκαταλείψουμε χωρίς κάποια τελετή. Τοποθετήσαμε ξύλινες πλάκες, ξύλινες με τα ονόματά τους, αλλά λουλούδια δεν είχαμε να τους βάλουμε» 16.

IV

ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΤΣΟΓΙΑΜΑ

800px-Nagasaki_temple_destroyedΣτα βορινά του Ναγκασάκι, υψώνουνε περήφανα στον ουρανό τις ψηλές τους κορφές ένα σύμπλεγμα από βουνά καταπράσινα. Η γεωγραφία τα ονομάζει Κουραντάκι, αλλά οι κάτοικοι της περιοχής συνηθίσαμε να τα λένε πιο απλά Μιτσουγιάμα (τα τρία βουνά). Μέσα στη κοιλάδα, πέρ’ από τις κορφές, τρέχει μια μεταλλική πηγή, γνωστή απ’ την αρχαιότητα ως βάλσαμο για τα εγκαύματα. Αυτή η πηγή τραβούσε πολλούς άρρωστους, και χτίστηκε κει, είκοσι χρόνια τώρα, ένα ξενοδοχείο για να τους υποδέχεται. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι το νερό αυτό θα ‘τανε το καταλληλότερο μέσον για να βοηθήσουμε τις χιλιάδες των τραυματισμένων από εγκαύματα, κι’ εγκαταστήσαμε κει κοντά στη Κόμπα ένα σταθμό.

Στις 12 Αυγούστου κουβαλώντας μαζί τα κόκκαλα των νεκρών μας, εγκαταλείψαμε το Ουρακάμι για τη Κόμπα. Αφήναμε πίσω μας ένα τόπο κατεστραμμένο κι’ ολόγυμνο με μόνο κάλυμά του τη στάχτη. Μπαίναμε δω που μας τριγύριζαν πράσινα δέντρα και φυλλώματα. Η δροσερή αύρα των βουνών, έδωσε καινούρια δύναμη στα σώματα μας και ζωήρεψε το πνεύμα μας. Από καιρό σε καιρό στεκόμαστε κι αναπνέαμε βαθιά για να καθαρίσουμε τα πλεμόνια μας από τη σκόνη και τη μπόχα που το ‘χε πλημμυρίσει η οσμή των πτωμάτων που κάψαμε. Κάθε πνοή ήτανε και νέα ζωή.

Στο Φουζινό-ο, περιοχή του Κόμπα, νοικιάσαμε ένα σπίτι για να το μεταβάλουμε σε σταθμό. Μα πριν απ’ όλα, πήγαμε μέσα στο δάσος που απλωνότανε μπροστά σ’ αυτό το κτίριο, όπου ένα μικρό ποταμάκι έτρεχε καθαρό και δροσερό νερό. Παρατώντας τα ρούχα μας πάνω στα βράχια, ξαπλωθήκαμε μέσα στο νερό: το ρεματάκι ήτανε το στρώμα μας και οι πέτρες μαξιλάρια. Κυττάζοντας από κάτω προς τα πάνω, τα πλάγια φαίνονταν απότομα και τα δένδρα μας ρίχνανε τη σκιά των μεγάλων τους κλαριών… Τα τζιτζίκια κτυπούσανε τη καλοκαιρινή τους συμφωνία και, στη λουρίδα του γαλανού ουρανού που φαινόταν πάνω από τα κεφάλια μας, πλανιώνταν τεμπέλικα αχνά λευκά σύννεφα. Τι ωραία που ‘ναι η ζωή, σκέφτηκα, θυμήθηκα ένα ποίημα που ‘χα ο ίδιος συνθέσει, στο μέτωπο: σήμερα είμαι ακόμα ζωντανός∙ κι’ όσο ζω τόσο πολυτιμότερη είναι η ζωή… Πόσες φορές τις επανέλαβα αυτές τις φράσεις…

Καθώς σκουπιζόμουνα, ανακάλυψα με έκπληξη ότι όλη η δεξιά μου πλευρά ήτανε γιομάτη από μικρά αναρίθμητα κοψίματα που μου ‘χαν κάνει τα τζάμια με την έκρηξη∙ τώρα τα αισθανόμουνα κι’ όλα με πονούσαν. Έπλυνα τα ματωμένα μου ρούχα, και περιμένοντας να στεγνώσουνε, πήγα να κοιμηθώ κατ’ από ένα δένδρο. Ήτανε η πρώτη φορά μετά την έκρηξη που ‘κανα τέτοιον ύπνο. Όταν ξύπνησα, είδα όλες τις νοσοκόμες κοιμισμένες. Πόσο είχανε κουραστεί οι καϋμένες…

Το βράδυ, από σπίτι σε σπίτι, επισκεφθήκαμε τους άρρωστους. Πρώτα πήγαμε στον Οκαμουρασάν, διοικητή στη Κόμπα, και τον βρήκαμε ξαπλωμένο στο κρεββάτι και σε κακά χάλια. Μας είπε ότι του ήτανε δύσκολο να ξέρει πόσοι ήτανε σε κάθε σπίτι. Πράγματι, όταν μπήκαμε στο σπίτι του Τουκαμίζαν, μεγαλοκτηματία στη περιοχή, η γυναίκα του μας βεβαίωσε πως θα ‘τανε περισσότεροι από εκατό εκείνοι που έχουνε καταφύγει στο σπίτι τους. Είχε μπροστά της μια σειρά κολοκύθια και τα ‘κοβε φέτες σκουπίζοντας κάθε τόσο το πρόσωπο της που έτρεχε αυλάκι ο ιδρώτας. Πολλά θύματα, και προπαντός καλόγηροι βουδιστές από το μοναστήρι του Ζουνσέν, ήτανε ξαπλωμένοι κάτ’ από κουνουπιέρες. Πεθαίνανε αράδα κι ο γεωργός έβγαινε κάθε τόσο ν’ ανοίξει καινούριους λάκκους. Οι τραυματισμένοι είχανε κουβαληθεί όπως τους αφήσαμε στο Ουρακάμι. Κανείς δεν είχε αγκίξει τις πληγές τους που ήτανε ακόμα δεμένες με τα πρόχειρα πανιά εκείνης της στιγμής. Γι’ αυτό πολλές πληγές είχανε πιάσει πύο κι όταν έβγαζες τον επίδεσμο, τρέχανε κι’ αφήναμε μια οσμή ανυπόφορη. Όταν καθαρίζαμε τις πληγές, βγάζαμε από μέσα κομάτια γυαλιά, ξύλα και χαλίκια από το μπετόν. Πλέναμε τις πληγές, αδιαφορώντας για τους πόνους των πληγωμένων, αλλά καθαρά κι αποτελεσματικά με κριεζότο. Μ’ όλο ότι η περίσταση μας είχε κάνει όλους σκληρούς και απαθείς, δε καταφέρναμε να συγκρατήσουμε τα ρίγη που διέτρεχαν τη ραχοκοκκαλιά μας, στη θέα αυτής της φρίκης.

Πόσο δύσκολη ήτανε η δουλειά, όταν σκεφτεί κανείς, ότι ο καθένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους είχε δέκα κ’ είκοσι πληγές. Και χρειαζότανε να τους βασανίζεις πολύ ώρα για να τους πλύνεις, να τους καθαρίσεις, να τους ράψεις, να τους δέσεις και να τους ξαπλώσεις όλους αυτούς τους δυστυχισμένους. Το ρεκόρ το ‘χε ένας με εκατόν δέκα πληγές!…

Τα εγκαύματα επίσης πολύ σοβαρά. Τα χέρια το στήθος και το πρόσωπο ήτανε τα κυριότερα μέρη που ‘χανε πλήξει. Αποσπούσαμε ολόκληρα κομμάτια δέρματος που αφήναν να φαίνεται η κόκκινη και ζωντανή σάρκα. Τα πρόσωπα ήτανε πρησμένα τερατωδώς και κλείνανε το στόμα που δεν μπορούσε πια ν’ αρθρώσει λέξη. Τα εγκαύματα που, σύμφωνα με τις οδηγίες, είχαν επαλειφθεί με λάδι, παρουσιάζανε κατάσταση κάπως παρήγορη, μα στις περισσότερες περιπτώσεις ήτανε φοβερές. Τους απολυμάναμε και συστήσαμε στους τραυματίες να βάζουνε κομπρέσες βουτηγμένες στο νερό της πηγής.

Από το ένα σπίτι στ’ άλλο, μέσα στα χωράφια, οι κουνουπιέρες μας δείχνανε που θα βρίσκαμε τα θύματα που θα ‘χανε την ανάγκη μας, και προχωρούσαμε πάντα με καινούργιο θάρρος.

41806g-devastation_nagasaki_fullΣτις δέκα το βράδυ είχαμε τελειώσει με το χωριό Ίνουτσούζι και μπαίναμε στο Φουζιμό-ο από τα μονοπάτια του βουνού, προσέχοντας τις οχιές πού κάθε τόσο μας ξαφνιάζανε με το πέρασμα τους, Η δροσιά κάλυπτε τη χλόη και τα ζουζούνια θροούσαν μέσα στις λόχμες. Στον ουρανό η Μεγάλη Άρκτος είχε εξαφανιστεί και ο Σκορπιός απλωνότανε πάνω από το Τρία Βουνά.
Την περασμένη νύχτα, η λάμψη του Πολικού, μέσα από το καταφύγιο, κι ανάμεσα απ’ τα ερείπια, μου φαινότανε σα μια σταγόνα αίμα. Τώρα που τον κοιτούσα οπό το βάθος της ήσυχης κοιλάδας, έμοιαζε να με χαιρετάει φιλικά. Κανένας δε μίλαγε. Καθώς περνούσα κείνα τα μονοπάτια, αισθανόμουνα να με συνοδεύουνε όλα τ’ αγαπημένα πρόσωπα πού δεν υπάρχανε πια καθώς και κείνα πού βρισκόταν γύρω μου. Σήκωσα πάλι τα μάτια μου κατά τον ουρανό, αναζητώντας στον ορίζοντα τον αστερισμό της Παρθένου. “Ήθελα να γιομίσω τα μάτια μου με το γαλάζιο φως του πουμίαζε με τα πρόσωπα των αδελφών νοσοκόμων που δε θα ξανάβλεπα πια.

Η δέκατη τρίτη τ’ Αυγούστου ήρθε ολοκάθαρη και ζεστή. Αφού πλυθήκαμε μέσα στο ποταμάκι, κατεβήκαμε στη Ρουκουμάϊτα με την πρόθεση να επισκεφθούμε τους αρρώστους αυτού του χωρίου, καθώς και του Τοπομυζού, Ακαμιζού και Οντορίζι. Ήταν ένας γύρος οκτώ χιλιόμετρα κι ελπίζαμε να τελειώσουμε με τη Ροκουμάϊτα, πριν το πρόγευμα. Εκεί βρήκαμε πολύ περισσότερους τραυματίες απ’ ότι φανταζόμαστε, και το νέο του ερχομού μας συγκέντρωσε κι’ άλλους απ’ αλλού κι έτσι δεν καταφέραμε να τελειώσουμε πριν από τις δέκα.

Μας είχαν τοιμάσει όμως πρόγευμα στο σπίτι του γεωργού Ματσουσίτα, και δοκιμάσαμε αληθινή κατάπληξη, όταν, αφού πλύναμε τα χέρια μας μπήκαμε μέσα. Καθισμένος πάνω στο πάτωμα μ’ ένα πιάτο γιομάτο ρύζι αχνιστό, σκέφτηκα ακόμα μια φορά, τι ωραία να σ’ ακόμα ζωντανός! Τα δάκρυα γιομίζανε τα μάτια μου.

Φάτε όσο θέλετε , μας είπε συμπαθητικά ο ξενοδόχος μας. Όλα τα χωριά σας χρειάζονται, πώς να σας αφήσουμε νηστικούς; Φάτε να κρατηθείτε μέχρι το βράδυ… Δεν περιμέναμε να μας το ξαναπούνε κι αφού χορτάσαμε πήραμε πάλι τη πορεία μας…

Τελειώναμε με το Αναμιζού, όταν ακούσαμε ένα τρομαχτικό θόρυβο μηχανής. Γρήγορα σωριαστήκαμε ο ένας πάνω στον άλλο στη σκιά ενός βράχου. Μια ατομική βόμβα ακόμα και όλα θα τελείωναν, αλλά ευχόμουνα να μη γίνει. Τις συνηθισμένες βόμβες και τα μυδράλια τα γνωρίζαμε καλά, και με λίγη φρόνηση, μπορούσαμε να τα διαφύγουμε. Αλλά με την ατομική έκρηξη ήτανε διαφορετικά, γιατί δεν ήξερες ούτε πότε θα ‘ρθει, ούτε και πως θα φυλαχτείς… Τι το εκπληκτικό λοιπόν αν αισθανόμαστε εκνευρισμένοι και τρέμοντες;

   41806g-nagasakisurvivors Τελικά o θόρυβος έσβησε, και μεις ξαναπήραμε το δρόμο μας αποφεύγοντας τον κεντρικό δρόμο προσέχοντας ακόμα και τις μαύρες σκιές μας να κινούνται πάνω στη λευκή του επιφάνεια. Δεν είχαμε πια ούτε σπίτια, ούτε περιουσία, ούτε οικογένεια. Βαδίζαμε από χωριό σε χωριό με τα ίδια πράγματα που ξεκινήσαμε μέσ’ από τα ερείπια. Ποιός θα μπορούσε, μέσα σε τούτη την αθλιότητα που μας τύλιγε, να πει, ότι είμαστε μια ομάδα γιατρών, καθηγητών, βοηθών και φοιτητών της Ιατρικής Σχολής;

   Μερικοί ήτανε με κεφάλια δεμένα, και μεσ’ από τους επίδεσμους έσταζε φρέσκο χλιαρό αίμα άλλοι κουτσαίνανε, γιατί η μεγάλη πληγή που ‘χανε στο πόδι τους πονούσε φοβερά∙ άλλοι, χτυπημένοι στο στήθος, αναπνέανε με κόπο. Αυτοί, οι τελευταίοι, είχανε γίνει σταχτοπράσινοι, γιατί η ραδιενέργεια τους είχε δηλητηριάσει το αίμα∙ κι’ άλλοι σκοντάφτανε σε κάθε βήμα, γιατί είχανε χάσει τα ματογυάλια τους…

    Μα προχωρούσαμε, προχωρούσαμε στηριγμένοι σε μπαστούνια ή στον ώμο του διπλανού δίνοντας χέρι ο ένας στον άλλον, όλο και προχωρούσαμε αδελφικά, ενωμένοι. Οι μεν φορούσανε στα πόδια τους ξεσχισμένα παπούτσια, άλλοι παντούφλες ή ξύλινα κατσάρια και κάποιος μπότες λαστιχένιες. Το ξεραμένο αίμα σκέπαζε τα λαναρισμένα παντελόνια και τα κουρελιασμένα πουκάμισα. Μερικοί προστατεύανε τα κεφάλια τους από τον ήλιο με μια πετσέτα ή ένα μαντήλι, κι άλλοι φοράγανε κράνη. Στις πλάτες και τα κεφάλια μας είχαμε ρίξει χόρτο να μοιάζουμε με τη γη γύρο για να ξεγελάμε τ’ αεροπλάνα.

— Ωραίο πορτραίτο κάνουμε όλοι μαζί, γέλασε ο Χόρο.

Μοιάζαμε πραγματικά σα στράτευμα σε υποχώρηση. Μέναμε όμως πιστοί στο καθήκον που μας επέβαλε η στιγμή. Κατ’ απ’ τον καταθληπτικό ήλιο, με το φόβο των αεροπλάνων που κάθε τόσο περνούσανε πάνω από τα κεφάλια μας, εμείς προχωρούσαμε ψάχνοντας για πληγωμένους, σπρωγμένοι από επαγγελματικό ενθουσιασμό, Να βοηθήσουμε τον κόσμο έπρεπε όσο το δυνατόν καλύτερα. Γιατί μέναμε πάντα στο Κολέγιο Ιατρικής! Αλλά κοντά σ’ αυτό έπρεπε ν’ ανακαλύψουμε και την αλήθεια: να που μας προσφερόταν ένα πεδίο παρατηρήσεων απόλυτα καινούργιο. Να το παραμελήσεις, δεν ήτανε μόνο σκληρότατα έναντι των ανθρώπων, αλλά και έγκλημα κατά της Επιστήμης.

Άρχισα να αισθάνομαι τα συμπτώματα της ατομικής αρρώστειας, Ήξερα πως με τους πόνους και την εξάντληση, γρήγορα θα πέθαινα ή το λιγότερο θ’ αρρώσταινα βαρειά. Όργανα πειραματικά δεν είχαμε μ’ αφού δεν είχαμε ούτε χαρτί και μολύβι. Μερικά νυστέρια, τανάλιες και βελόνες και μερικές γάζες, ήτανε τα μόνα γιατρικά που κουβαλούσαμε μέσα στους σάκκους προμηθειών. Είχαμε όμως τα κεφάλια μας, τα μάτια μας, τα χέρια μας και τη θέληση κάτι να κάνουμε.

—Αεροπλάνα! Όλοι κάτω!

Πέφτομε χάμω μέσα στο σκονισμένο χορτάρι. Τα μερμήγκια ανεβαίνανε και περπατούσανε στο πρόσωπό μας…

-Φύγανε! Σηκωθείτε!

Σηκωνόμαστε και βαδίζαμε βιαστικά  μέσα στο λιοπύρι.

-Άλλο αεροπλάνο ! Καταδιωκτικό! Όλοι κατ’ από τα βράχια! Τρέξετε!

-Προσέξετε τα μπουκάλια με τα φάρμακα! Είναι τα τελευταία μας.

Να φυλάγεσαι από τ΄ αεροπλάνα , να τρέχεις για να κερδίσης το χαμένο σου καιρό, έπειτα να ξαπλώνεσαι εξαντλημένος κάτ’ απ’ τα δένδρα, να κυττάζεις το ρολόι σου και να ξαναξεκινάς, έκπληκτος για την ώρα που πέρασε γρήγορα… έτσι πέρασε εκείνη η ημέρα. Ο κύκλος μας πήρε  πολύ περισσότερα απ ότι είχαμε προβλέψει. Τα πόδια μας βασανίζανε  σε κάθε βήμα, και το βράδυ μας βρήκε φυσικά, και ηθικά εξουθενωμένους.

Οι πάσχοντες ήτανε πέντε φορές περισσότεροι απ’ όσο υπολογίζαμε κάθε σπίτι είχε και τους δικούς του. Πολλοί ήτανε τελείως άγνωστοι γι’ αυτούς που τους είχανε παραχωρήσει στέγη. Αλλά καθώς πέφτανε από τα πόδια τους μπροστά τους, ανίκανοι να κινηθούνε, τους βοηθούσανε όσο μπορούσανε περισσότερο, βρήκαμε πολλούς μέσα στα δασύλλια, στα πεζοδρόμια, και σε λίγο δεν είχαμε πια επιδέσμους. Η προϊσταμένη και  η Τσουμπακιγιάμα, αναγκαστήκανε να κάνουνε το δρόμο πίσω στο Κολέγιο, με τη γλώσσα έξω από την κούραση και τη ζέστη για να μας φέρουν προμήθειες. Την ώρα που φεύγανε, τους είπαμε μισοσοβαρά: Αν πέσει μια βόμβα ακόμα στο Ναγκασάκι, με ποιόν θα μας στείλετε, κορίτσια, τους επιδέσμους!..

Αλλά το βράδυ ήρθε’ και μαζί μ’ αυτό και κείνες, ζωηρές, χαρούμενες, και με τους σάκκους γιομάτους. Μαζί τους ερχότανε και η νοσοκόμα Ουασί. Το πρωί της ενάτης Αυγούστου, πριν γίνει η έκκρηξη, μαθαίνοντας πως ο αδελφός της σκοτώθηκε στη μάχη, έφυγε για το σπίτι. Την άλλη μέρα,  όταν πληροφορήθηκε την καταστροφή του Κολεγίου, πήρε το τραίνο, βιαστικά κι έκανε το δεκάωρο ταξίδι από τη Κέτα Ματσουούρα, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της.

-Ήθελα τουλάχιστον να βρω τα λείψανα σας, μας είπε κλαίγοντας. Ο ερχομός αυτού του νεαρού, δυνατού κι’ ενεργητικού κοριτσιού μας ανακούφισε. Στις δέκα το βράδυ είχαμε τελειώσει πια και μπορούσαμε να γυρίσουμε στο Φουζινό-ο . Γύρω απ’ τη φωτιά που βράζανε οι πατάτες και τα κολοκύθια, πιάσαμε τη συζήτηση για τα συμπτώματα της ατομικής αρρώστειας. Διαταραχές στο χωνευτικό σύστημα είχανε εκδηλωθεί τώρα. Πυώδη εξανθήματα στο στόμα, στοματίτιδα… Ρίχνοντας ξύλα στις φλόγες κι’ επιχειρήματα στη κουβέντα, βρεθήκαμε γρήγορα μπροστά σε μια σούπα αχνιστή και προκλητική.

14 Αυγούστου 1945.

41806g-hiroshima_and_nagasaki_victims_Εκείνη την ημέρα, σ’ ακτίνα εννιά χιλιομέτρων, είχαμε να επισκεφτούμε τέσσερα χωριά: το Αζεμπέτο, το Καβαντόκο, τη Τοπίτα και το Κοτάνι. Ο δρόμος περνούμε μεσ’ από βουνά και πλαγιές. Που και που βλέπαμε κανένα μοναχικό σπίτι στη κορφή ενός βουνού και διστάζαμε να σκαρφαλώσουμε κει πάνω. Αλλά με τη σκέψη πως κάποιος μπορούσε να μας περιμένει, ή ότι κάποια άλλη περίπτωση μπορούσε να μας παρουσιαστεί, κρατούσαμε δυνατά τα μπαστούνια μας, και σιγά-σιγά, νικούσαμε τον γκρεμό.

Οι οικογένειες, μας υποδέχονταν με χαρά κι’ ευγνωμοσύνη. Οι άρρωστοι αισθανόντουσαν καλύτερα μόλις φθάνανε οι γιατροί και λύνανε μόνοι τους τα δεσίματα, Συχνά ακούγαμε στη κουζίνα να κόβουνε αγγούρια∙ οι νοικοκυραίοι ‘τοιμάζανε το τσάι…

Το βράδυ μας βρήκε πεθαμένους από πείνα, κούραση και πόνο. Γυρνούσαμε δυο-δυο, πιασμένοι από τα χέρια και σιωπηλοί, ενώ το φεγγάρι έλαμπε στον ουρανό.
—Η μέρα τέλειωσε, αλλά, ο δρόμος είναι πολύ μακρύς ακόμα, μουρμούρισε ο καθηγητής Σεΐκι … Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα ένα μούδιασμα στο δεξί πόδι και σωριάστηκα κατά γης, κ’ οι άλλοι τρέχανε να με περιμαζέψουνε…

    Το φεγγάρι εξαφανίστηκε και μας τύλιξε το σκοτάδι.. Δε βλέπαμε καθόλου και για το Φουζινό-ο θέλαμε ακόμα, τρία χιλιόμετρα… ‘Υστερ’ από μισή ώρα ,τα νεύρα του ποδιού μου αμολύσανε κάπως, και στηριγμένος στον ώμο της Μικρής καλαμιάς, κατάφερα να περπατήσω. Μα δεν είχαμε κάμει ένα χιλιόμετρο, καί τώρα ήταν εκείνη που έπεσε στα πόδια μου λιπόθυμη. Το Μικρό Βαρελάκι και η Ουασί, τρέξανε και την πήρανε στην αγκαλιά τους, κι’ εγώ στηρίχτηκα στο Χόρο.

Τελικά, φτάσαμε στο σπίτι του Τακαμισάν, όπου κάναμε στάση. Η κυρία του σπιτιού, περίλυπη που μας είδε να ‘μαστε στο δρόμο τέτοια ώρα, βιάστηκε να μας ‘τοιμάση μια σούπα∙ ήμαστε πολύ πεινασμένοι για να κάνουμε πως δε θέλαμε. Καταβροχθίζαμε το ρίζι, τα κολοκύθια,, τις πατάτες και τα δαμάσκηνα, με τόση λαιμαργία, που μοιάζαμε σαν πειναλέοι σκύλοι.

15 Αυγούστου 1945.

Για να γιορτάσουμε τη Κοίμηση της Θεοτόκου, παρακολουθήσαμε τη λειτουργία στην εκκλησία του Κόμπα. Πολλές φορές, τ’ αεροπλάνα, διακόψανε τη τελετή, κι’ ο Πάτερ Σιμιζού, κατέφευγε, με την άγια κοινωνία στα χέρια, στο καταφύγιο που ήτανε ανοιγμένο στο πίσω μέρος του ναού.
Όταν σχόλασε η εκκλησία, ξαναρχίσαμε την επίσκεψη των αρρώστων του Ινουτσούζι. Ο θάνατος εξακολουθούσε να κάνει θραύση∙ ανάμεσα στους πάσχοντες εκδηλωνόντουσαν νέες περιπτώσεις. Η κατάσταση γινότανε ακόμα τραγικώτερη, γιατί και οι δικές μας δυνάμεις άρχισαν να εξαντλούνται, θα μπορούσαμε ίσως να υποστηρίξουμε, ότι στα δικά μας κορμιά είχανε εκδηλωθεί οι πιο σοβαρές κι’ επικίνδυνες περιπτώσεις. Οι άλλοι, τουλάχιστον, μπορούσανε να παραπονούνται και να λένε καθαρά εκείνο που αισθανόντουσαν, αλλά εμείς, για να δώσουμε μιαν απάντηση, έπρεπε να σκεφθούμε πολύ…

Είναι ο πόλεμος∙ δε μπορούμε να υποχωρήσουμε, σκεπτόμαστε. Ο Χόρο, που είχε φύγει το πρωί για να φέρει τρόφιμα, τα οποία θα του παραχωρούσε η γενική διεύθυνση του Κολεγίου, γύρισε το βράδυ, και μας φάνηκε πολύ συγκινημένος. Το σακκί το ρύζι, το πακέτο τ’ αλεύρι, τα φασόλια και οι κονσέρβες που μας έφερε, τα δεχτήκαμε με χαρά, αλλά τα νέα!..

— Φαίνεται πως ο πόλεμος τέλειωσε, είπε.

— Τέλειωσε; Και πώς τέλειωσε;

— Παράδοση χωρίς όρους. Οι συμφωνίες του Πότσδαμ, έγιναν πλήρως αποδεκτές.

Έπεσε βαρειά σιωπή, που τη διέσπασα εγώ:

— Δεν είναι δυνατόν, είπα.

Η πόλη είναι άνω κάτω. Άλλοι το βεβαιώνουν κι’ άλλοι το αρνούνται. Μεταδόθηκε μια ειδική εκπομπή το μεσημέρι. Δεν ήτανε εύκολο να την ακούσης καθαρά… αλλά η λέξη «Εμείς», έκφραση που μόνο ο Αυτοκράτορας έχει δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσει, ακούστηκε πολλές φορές, και πολλοί πιστεύουνε, ότι μιλούσε ο ίδιος. Απ’ εναντίας όμως∙ oι χωροφύλακες, περιέρχονταν τη πόλη πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα και φώναζαν, ότι όλ’ αυτά δεν είναι παρά εχθρική προπαγάνδα και πως δε πρέπει να πιστεύουμε τίποτα. Ουρλιάζανε: θα πολεμήσουμε μέχρι το τέλος, πάνω στο ίδιο μας το έδαφος αν χρειαστεί, κι, άλλα τέτοια. Κανένας δεν είναι βέβαιος ποιά είναι η αλήθεια. Μερικοί που τολμήσανε να πούνε πως ο πόλεμος τέλειωσε πια, ξυλοκοπηθήκανε.

H σιωπή ξανάπεσε πένθιμη. Να ‘ταν αλήθεια; Όχι, δε μπορούσε να ‘ταν αλήθεια ! Μια ψεύτικη διάδοση πάρα – πάνω !… Όμως μπορεί! Τί το παράξενο; Το κεφάλι μου πονούσε από το βομβαρδισμό των ερωτημάτων που το ίδιο γεννούσε. Πάλι ήρθανε οι δέκα το βράδυ και η δουλειά μας τέλειωσε, αλλά το δείπνο, μ’ όλο που ήτανε πλούσιο με τις κονσέρβες του Χόρο, μας φάνηκε άνοστο” 17.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΑ

extra_77910_nagasaki-04«Το Σεπτέμβρη, ενώ τα πρωινά ήτανε δροσερά και το φθινοπωρινό άρωμα γιόμιζε τον αέρα, η γενική σύγχιση από τη συνθηκολόγηση, είχε λίγο-πολύ κοπάσει∙ οι επιζώντες, οι περισσότεροι τουλάχιστον, πιστεύανε πως ξεφύγανε το θάνατο κι ανέπνεανμε ανακούφιση.

Ξαφνικά, κατά τις 5 του μήνα, την τέταρτη περίπου βδομάδα από την έκρηξη, ο κόσμος ξανάρχισε να πεθαίνει σαν τις μυίγες. Αυτή η εκατόμβη, συνέπεια  της μείωσης των λευκών αιμοσφαιρίων, προκάλεσε φοβερό πανικό. Άτομα που βρεθήκανε σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου, στο εσωτερικό των σπιτιών, και που δεν είχανε καθόλου υποφέρει και φαινομενικά βρίσκονταν σε λαμπρή υγιεινή κατάσταση, πέφτανε ξαφνικά άρρωστοι. Μέχρι τότε είχανε δείξει φυσική ζωτικότητα περιποιούμενοι τους τραυματίες ή καθαρίζοντας ερείπια. Ατονία, ωχρότητα σ’ όλο το σώμα, θερμοκρασία πάνω από 40 βαθμούς, στοματίτιδα και έλκος στα ούλα. Ο φαριγγίτης κι η αμυγδαλίτις, κοντά στ’ άλλα, τους εμπόδιζε να βάλουν οτιδήποτε στο στόμα τους. Μαυροκόκκινες αιματηρές κηλίδες κάνανε την εμφάνισή τους πάνω στο δέρμα, πρώτα ψηλά στα μπράτσα κι ύστερα στους μηρούς. Το μέγεθος της επιφάνειάς τους ποίκιλε από κεφάλι καρφίτσας μέχρι φακής και μέχρι ένα δάκτυλο. Άρχιζε γρήγορα η μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων, κι όταν ο αριθμός τους έπεφτε κάτω των 2.000, ο θάνατος ερχότανε αναπότρεπτος. Η αρρώστια τότε προχωρούσε καλπάζοντας και οι πάσχοντες υποκύπτανε στις εννέα μέρες 18.

“Ανάμεσα στις πιο περίεργες περιπτώσεις, ήτανε τα θύματα που είχανε προσβληθεί έμμεσα, από τη ραδιενέργεια. Τα δέντρα και τα φυτά, που ‘χανε ύψος από δύο μέχρι εφτά μέτρα, είχανε πάρει ένα χρώμα ανοιχτό κόκκινο. Στη χλόη που έπεσε μολυσμένη βροχή, μαράθηκε γρήγορα. Τη μέρα που ‘γινε η έκρηξη, δύο αγρότες της Καβαμπίρα, κόψανε χορτάρι και το κουβαλησανε στα σπίτια τους για τροφή. Την άλλη μέρα, τα χέρια τους, οι πλάτες τους και τα πόδια τους που ‘χανε έρθει σε επαφή με το χορτάρι, ήτανε γιομάτα εξανθίσματα κόκκινα που συνοδεύονταν από ζωηρή φαγούρα. Θεραπευτήκανε σε λίγες μέρες” 19.

“Στα πρώτα συμπτώματα, τα πιο αποτελεσματικά φάρμακα είναι οι ενέσεις Β και γλυκόζης. Για τα εγκαύματα, τα μεταλλικά νερά αποδείχτηκαν αποτελεσματικότερα από τα φάρμακα και τις ενέσεις: το νερό θεράπευε τις πληγές σε 24 σχεδόν μέρες, ενώ τ’ άλλα σε 38. Τα λουτρά με μεταλλικό νερό επίσης, αποδειχτήκανε ευεργετικά για τα τραύματα. Εγώ ο ίδιος ευεργετήθηκα πολύ. Οι πληγές είναι, πραγματικά, φυσικό φαρμακείο” 20.

“Είμαστε οι πρώτοι που εφαρμόσαμε την αυτοαιματοδότηση καθώς την ονομάσαμε, και γρήγορα την εφαρμόσανε κι άλλοι γιατροί, όλοι όμως με τα ίδια αποτελέσματα… Παίρναμε από ψυχοραγούντες πάσχοντες δύο κυβικά εκατοστά αίμα και το διοχετεύαμε ξανά στους μυώνες των μηρών. Τα καλύτερ’ αποτελέσματα τα πετύχαμε στους ψυχοραγούντας. Χωρίς εξαίρεση, όλοι είχανε επανέλθει στη ζωή, κι από τότε κανείς δεν πέθανε πια.

Όσο για τη δίαιτα, δίνουμε στους αρρώστους συκώτι από οποιοδήποτε ζώο, ωμό ή καρβουρδισμένο, καθώς και λαχανικά σε οποιαδήποτε ποσότητα μπορούσανε να φάνε. Το σύστημα αποδείχτηκε αποτελεσματικό. Το κρασί από ρύζι επίσης, είχε θαυμάσια αποτελέσματα. Συναντήσαμε και περιπτώσεις ασθενών, που δεν είχανε γιατρούς να τους κυττάξουν, κι αποφασισμένοι να πεθαίνουνε όπως αυτοί θέλανε, πίνανε πολύ, και… γλυτώσανε!» 21.

V

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΗ

ΤΕΣΣΕΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

japan-agori-2«Περάσαμε μέσα στην ατομική έρημο, τέσσερες περιόδους ανασυγκρότησης: την περίοδο που ζήσαμε στα καταφύγια, την περίοδο της παράγκας, του προσωρινού σπιτιού και της οριστικής κατοικίας.

Η πρώτη διήρκεσε σχεδόν ένα μήνα, και θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε κοινόβια εποχή. Γιατί ο κόσμος, μη έχοντας σπίτι, ζούσε κατά μεγάλες ομάδες που τις απαρτίζανε συχνότερα άνθρωποι που ‘χανε γνωριμίες και παλιές γειτονικές σχέσεις. Έτσι γινότανε ευκολότερη και η σύνδεσή μας με τις κρατικές υπηρεσίες, και τη διανομή των εφοδίων πολύ ευχερέστερη. Υπήρχανε πολλοί τραυματισμένοι κι άρρωστοι, κι οι λίγοι υγιείς, αισθανόμενοι την κοινότητά της μοίρας τους, βοηθούσανε οι μεν τους δε μοιράζοντας και τ’ ασήμαντα έχει τους.

Μ’ όλη την έσχατη φτώχεια  και την ηθική κατάπτωση, αυτή η ζωή, είχε κάτι το ωραίο. Ο καθένας αισθανότανε σα χαμένος∙ οι μέρες περνούσανε παρασκευάζοντας το φαγητό, η αναζητώντας μέσα στα ερείπια τα πτώματα των αγαπημένων νεκρών. Κανένας μας δεν ήξερε τι έκανε και λιγότερο ακόμα τι έπρεπε να κάνει” 22

“Η εποχή της παράγκας, σήμαινε την προπαρασκευή μιας καινούργιας ζωής. Ο κόσμος ξανάρχισε να κάνει σχέδια. Έθαψε τους νεκρούς του κι έκανε διαβήματα για τρόφιμα. Σήκωνε τις καταθέσεις του από τις τράπεζες και γρήγορα άρχισε να αναδημιουργεί. Βοηθούσε ο ένας τον άλλον και φτιάχναμε καλύβες με δοκάρια και λαμαρίνες.

Τον Δεκέμβριο έπεσε χαλάζι και οι ψυχροί άνεμοι άρχισαν να φυσούν και οι σανίδες, που δεν εφάρμοζαν καλά, τους άφηναν να περνούν μέσα. Οι ξυλουργοί τότε έρχονταν για να φτιάξουν προσωρινές κατοικίες. Η περίοδος, όμως, της οριστικής ανασυγκρότησης αργούσε να έρθει. Σιγά – σιγά, όμως, μια νέα πόλη ξαναγεννιέται. Το θάρρος και η πίστη είναι που κινεί κάθε έργο».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ -ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Takashi Nagai (永井隆, 3 Φεβ 1908, Ματσούε – 1 του Μαΐου 1951, Ναγκασάκι).
  2. Πρόλογος του εκδότη στο βιβλίο του Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, μετάφραση: Γ. Σινιώτη, εκδόσεις ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Αθήνα, σελ. 5-6.
  3. Εισαγωγή του συγγραφέα στο βιβλίο του Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, μετάφραση: Γ. Σινιώτη, εκδόσεις ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Αθήνα, σελ. 5-6.Ευάγγελος Εμμ. Βεργανελάκης, ΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, 1 Απ.ριλίου 2011.
  4. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, μετάφραση: Γ. Σινιώτη, εκδόσεις ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Αθήνα, σελ. 30-34.
  5. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, μετάφραση: Γ. Σινιώτη, εκδόσεις ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Αθήνα, σελ. 52.
  6. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, μετάφραση: Γ. Σινιώτη, εκδόσεις ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Αθήνα, σελ. 54.
  7. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 58-59.

8.Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 71.

  1. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 71-72.
  2. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 72.
  3. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 83.
  4. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 83-84.
  5. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 84.
  6. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 84.
  7. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 84-85.
  8. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 85.
  9. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 92-101.
  10. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 111.
  11. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 111-112.
  12. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 112.
  13. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 112.
  14. Τακασί Ναγκάι, Οι καμπάνες του Ναγκασάκι, ο.π., σελ. 132-133.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *