Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Αφορμή για την ανάρτηση στάθηκε το σημερινό εξώφυλλο του Documento και το παρακάτω πόστ του Κώστα Βαξεβάνη στο Χ:
«Το θέμα δεν είναι αν ο γιος του Τάκη Θεοδωρικάκου διέπραξε κάποιο αδίκημα όταν αυτός ήταν υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Το θέμα, που εξελίχθηκε σε σκάνδαλο, είναι πώς επιχειρήθηκε αρχικώς να καλυφθεί η υπόθεση και στη συνέχεια πώς, όταν αποκαλύφθηκε, η Δικαιοσύνη μπήκε σε εμφύλιο για να ματαιωθεί η παραπομπή σε δίκη. Με νομικά τερτίπια και εισαγγελικές προτάσεις copy-paste».
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Αν υπήρξε απόπειρα συγκάλυψης, αν ασκήθηκαν πιέσεις, αν έγιναν παρεμβάσεις στην αστυνομική ή δικαστική διαδικασία, τότε πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό πολιτικό και θεσμικό ζήτημα. Σε μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις που αντιμετωπίζονται διαφορετικά επειδή αφορούν συγγενείς υπουργών.
Από την άλλη όμως, ας μη χάνουμε το μέτρο.
Η ίδια η υπόθεση αφορά συνολικά 8,9 γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης που βρέθηκαν σε παρέα τεσσάρων νεαρών το 2021. Αν δεν υπήρχε η συγγενική σχέση με υπουργό, είναι πολύ πιθανό να μην είχε απασχολήσει ποτέ την επικαιρότητα.
Γι’ αυτό χρειάζεται να διαχωρίζουμε δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα.
Άλλο η ίδια η μικροποσότητα κάνναβης.
Και άλλο η ενδεχόμενη συγκάλυψη ή η διαφορετική μεταχείριση από τις αρχές.
Το πρώτο, από μόνο του, προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι σοβαρό. Το δεύτερο, αν αποδεικνύεται, αφορά την ίδια τη λειτουργία του κράτους δικαίου, για την οποία θα αφήσουμε να μας μιλήσει αναλυτικότερα ο συντάκτης του εντύπου Θανάσης Καραμπάτσος.
Ο Τάκης Θεοδωρικάκος έχει δώσει, όλα αυτά τα χρόνια, αρκετές αφορμές για σκληρή πολιτική κριτική. Δεν υπάρχει ανάγκη να διογκώνονται υποθέσεις για να ασκηθεί αντιπολίτευση. Η αξιοπιστία της κριτικής δεν ενισχύεται από την υπερβολή· αντίθετα, αποδυναμώνεται.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν τέσσερις νέοι είχαν στην κατοχή τους συνολικά 8,9 γραμμάρια κάνναβης.
Το ερώτημα είναι αν, εξαιτίας της ιδιότητας του πατέρα ενός από αυτούς, λειτούργησαν μηχανισμοί που επιχείρησαν να αλλοιώσουν ή να επηρεάσουν τη θεσμική πορεία της υπόθεσης.
Αν η απάντηση είναι “ναι”, εκεί βρίσκεται το σκάνδαλο. Όχι στα 8,9 γραμμάρια κάνναβης, αλλά στην πιθανότητα ότι για ακόμη μία φορά το κράτος λειτούργησε με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Και φυσικά έχει δίκιο ο δημοσιογράφος του Documento Θανάσης Καραμπάτσος, όταν επισημαίνει τα αυτονόητα για τις “επιδόσεις” της αστικής “δικαιοσύνης”:
Αντί η Δικαιοσύνη να εμφανιστεί ως κολόνα, στήριγμα στην κοινωνία, σύμβολο υπεράσπισης των αδυνάτων έναντι των παμφάγων ισχυρών, βρέθηκε να κυλιέται στα μεταξωτά σεντόνια της εξουσίας και της ελίτ. Βοούσε η διαφθορά και βρίσκονταν νομικά παραθυράκια. Οι νομικοί ακροβατισμοί (άρθρο περί ανεύθυνων υπουργών, χρηματισμός μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων ή δεν σχετίζεται με την ιδιότητα κ.ά.) παγιώνονταν και γίνονταν νόμοι και συνταγματικά άρθρα. Διότι τι πιο καλό για να είσαι χρήσιμος κονσιλιέρε της εξουσίας από το να βρίσκεις λύσεις σε δυσεπίλυτα προβλήματα. Και η Δικαιοσύνη ήταν πάντοτε ευρηματική.
Καθώς όμως εναγκαλιζόταν με την εκτελεστική εξουσία, αναλάμβανε θέσεις-φέουδα ή προεδρίες οργανισμών ως ανταμοιβή καλών υπηρεσιών κάτω από το τραπέζι, η δυσπιστία γινόταν αποδοκιμασία. Οι τράπεζες έλυναν κι έδεναν, έμεναν στο απυρόβλητο με αποτέλεσμα πάντα χαμένος, λούζερ, να είναι ο δανειολήπτης με τη ρετσινιά του μπαταχτσή. Οι μεγαλοσχήμονες πέρναγαν κρυφά εκατομμύρια σε φορολογικούς παραδείσους κι όταν κάποιοι εντοπίστηκαν έσπευσαν υπηρέτες της Θέμιδας να τους σώσουν με τεχνάσματα παραγραφής. Όταν ο κόσμος έχανε προνόμια και πείναγε, οι δικαστικοί έκαναν μια δίκη και εξαιρούσαν τους εαυτούς τους από τις μειώσεις μισθών. Όταν οι δημόσιοι υπάλληλοι υπέβαλλαν δηλώσεις πόθεν έσχες (ακόμη και για το κουτσουρεμένο έσχες), οι θεράποντες του νόμου και της τάξης εξεγείρονταν επειδή τολμούσαν να λογοδοτήσουν.
Ο καιρός περνούσε και η δυσπιστία αυξανόταν. Βοηθούσε και η δικαστική σπάθη που έπεφτε βαριά σε κεφάλια πενήτων που πουλούσαν τερλίκια για να ζήσουν χωρίς απόδειξη, που πλαστογράφησαν πτυχίο δημοτικού για να βρουν μια δουλειά να αναστήσουν τα παιδιά τους. Η αρχή της αναλογικότητας μπάταρε και η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη κατρακυλούσε.
Η εκτελεστική εξουσία γινόταν ολοένα πιεστικότερη. Είχε εκκρεμότητες με σκάνδαλα που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει και διαρκώς η Δικαιοσύνη πετούσε σωσίβιο. Στις εξόφθαλμες καταστάσεις ευνοούσε όσους την εξυπηρετούσαν. Σε ένα σκάνδαλο high-tech ωτακουστών που προσπαθούσε να κουκουλώσει, ένα πρωτοβάθμιο δικαστήριο ξεστράτισε. «Τι έχει να τραβήξει ο πρόεδρος…» ψιθύρισαν οι υποψιασμένοι. Ασμένως ο ανώτατος εισαγγελέας, παρότι έπαιζε καθυστερήσεις με την υπόθεση, έσπευσε να την ξαναβάλει στο αρχείο μόλις υφιστάμενός του τού μετέφερε ότι εντός ολίγου έρχονταν νεότερα και καυτά στοιχεία. Λίγες εβδομάδες μετά, ο προϊστάμενος βγήκε στη σύνταξη και η κυβέρνηση έσπευσε να προαγάγει τον πρόθυμο υφιστάμενο. Ένας γηραιός και σοφός αναλυτής πρόδωσε όμως εκείνες τις μέρες την αιτία της επιλογής: «Αν το κυβερνών κόμμα πέσει στο 25% στις εκλογές, ανοίγει ο δρόμος ακόμη και για παραπομπή του πρωθυπουργού στο Ειδικό Δικαστήριο». Είχαν ήδη παραξενέψει αρκετούς τα κριτήρια επιλογής και ιδίως η μακρόχρονη θητεία, καθώς η ίδια κυβέρνηση στον προηγούμενο διορισμό ηγεσίας είχε προτιμήσει πάλι δικούς τους ανθρώπους μόνο που δεν θα έμεναν για πολύ στο πόστο καθώς θα έβγαιναν στη σύνταξη. Θεσμική αναξιοπιστία…
Λίγο αργότερα, μια εφημερίδα αποκάλυψε ότι ύστερα από έντονη αντιπαράθεση δικαστικών λειτουργών, που ο ένας έκλεινε την υπόθεση και άλλος την έστελνε στο ακροατήριο και μετά, εντελώς τυχαία, ο ίδιος βρισκόταν ελεγχόμενος, αυτή την υπόθεση που αφορούσε υπουργικό γόνο άλλοι γενναίοι δικαστικοί εν τέλει την οδήγησαν σε δίκη. Φευ! Πρόθυμος εισαγγελέας ανέλαβε υπηρεσία εξυπηρέτησης του υπουργού. Να καθαρίσει το όνομά του και τους πολιτικούς υφισταμένους του στο υπουργείο οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει να κουκουλώσουν την υπόθεση για χατίρι του. Βλέποντας τόση ευνοιοκρατία και ρουσφετάκια σε όσους παρέβαιναν την πίστη στην ιδέα για χάρη της εκτελεστικής εξουσίας ή του κόμματος κ.λπ., προφανώς θα πέρασε από το μυαλό του να ανελιχθεί με τον μόνο κυνικό τρόπο που περνά στην κοινωνία της αγοράς.
Προσοχή όμως όλα αυτά συμβαίνουν σε μια φανταστική χώρα, μακριά από μας. Οποιαδήποτε σχέση με την αυριανή αποκάλυψη του Documento είναι τυχαία και συμπτωματική. Άλλωστε εμείς εδώ στην Ελλάδα έχουμε λαμπρούς δικαστικούς να τιμάμε: Ανδρέας Τούσης, Παύλος Δελαπόρτας, Χρήστος Σαρτζετάκης κ.ά.



Η Ελλάδα μετά τον Καποδίστρια ήρθε στα χέρια των ξένων που από τότε έως σήμερα όλοι μα όλοι οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι οι αρχές δικαστικές κυρίως και κατασταλτικές λειτουργούν άψογα για την εξάλειψη της Ελλάδας με την πώληση των πάσης φύσεως μικρωμεσεων Ελλήνων,την καταστροφή της αγροτιάς την πώληση των πυλώνων του κράτους, αεροδρόμια, λιμάνια, κομμάτια της ελληνικής επικράτειας και πάσης φύσεως βιομηχανίας που βοηθά να εξελιχθεί η Ελλάδα μας.οσο για την λέξη οικογένεια, τείνει να εξαφανίσει τα θεμέλια μας.κυβερνησεις η μια πάνω στην άλλη βεβηλωνει πουλάει τις αρχές,τις,αξίες και το ήθος του ελληνικού λαού.οι ξένοι πράκτορες Εβραίοι Σιωνιστές στην ουσία με το Παπαδαριο που βρωμάει από μακριά σφυράει ανηξεροι ότι τάχα μου όλα πάνε καλά και τις προδοσίες την μια πάνω στην άλλη με τους αχρηστους πουλημένος δικαστές να σιγονταρουν την όποια εξουσία, αφού έλεγχος για τους ίδιους δεν υπάρχει.η αθρόα εισροή μεταναστών για την αλλοίωση των Ελλήνων γίνεται με την αρωγή των προδοτών κυβερνώντων που ενώ τα γύρω γύρω κράτη μεγαλώνουν η προδομένη ελλαδιτσα παραμένει στα 11εκατομμυρια πληθυσμό με χιλιάδες κατασχεμένα ελληνικά σπίτια δωσμενα δωρεάν σε παράνομους αλλοδαπούς με σκοπό την αλλοίωση της οντότητας των Ελλήνων και ξένων συμφερόντων που μας κυβερνούν.ολοι οι κυβερνώντες είναι ξένοι στην ουσία προδότες όλοι μα όλοι κανενός εξεραιτεου με τους αχρηστους συμβούλους επίσης προδότες.σκληρα λόγια αλλά πιο σκληρές οι πράξεις τους που πωλούν το λίκνο του πολιτισμού.λυπαμαι.αν μια μέρα συνέλθουμε θα ελευθερωθεί ο λαός μας όπως πάντα.μονοι μας με αίμα δυστυχώς.αλλα και έτσι όπως είμαστε με τον εκατοντάδων πόλεμο εναντίον μας συνεχίζουμε και εύχομαι να αναστηθεί το πνεύμα του νόμου του Θεού και να εξαλειφθεί πλήρως η βρωμιά των ξένων.