Γιατί φοβούνται τον κομμουνισμό;

Ευτυχώς που υπήρξε η πρώην υπουργός Παιδείας (τρομάρα της), Μαριέττα Γιαννάκου, για να μας θυμίσει ότι ο χυδαίος αντικομμουνισμός πάει πακέτο με την αγραμματοσύνη και τη γελοιότητα. Αν δεν το πληροφορηθήκατε, η εν λόγω κυρία, που ανήκει στη λεγόμενη «φωτισμένη» ή «μετριοπαθή» Δεξιά, έγραψε στο twitter: «Κάποιοι αποσιωπούν ότι το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας ήταν εθνικοσοσιαλιστικό και συνεπώς αριστερής προέλευσης»!

Ευτυχώς που πρώτη μούρη στη ναζιστική σύναξη της Εσθονίας ήταν ο σουηδός Γκόραν Λίντμπλαντ, που είπε απευθυνόμενος στον υπουργό Δικαιοσύνης της Εσθονίας Ούρμας Ρεϊνσάλου: «Οι κομμουνιστές βρίσκονται στην κυβέρνηση στην Ελλάδα (sic!), αλλά δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες κυβερνήσεις. Εάν υπήρχαν περισσότερες, θα σκέφτονταν διαφορετικά. Ελπίζω λοιπόν να τους απαντήσετε σταθερά». O ίδιος έδωσε και το στίγμα της εκδήλωσης, δηλώνοντας με περισσή… επιστημοσύνη: «Και τα δύο κείμενα -το Mein Kampf του Χίτλερ και του Καρλ Μαρξ- περιλαμβάνουν την ιδέα της χρήσης του τρόμου, προκειμένου οι δικτατορίες να παραμένουν στην εξουσία».

Τι εστί Λίντμπλαντ; Οδοντίατρος είναι, που διετέλεσε βουλευτής στη Σουηδία και κάνει διεθνή καριέρα ως πρόεδρος της «Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης», χωρίς να ντρέπεται να διακηρύξει: «Εχοντας μεγαλώσει στη Σουηδία, τόσο κοντά στη Σοβιετική Αυτοκρατορία του Κακού, ήμουν ανέκαθεν ενάντια στον κομμουνισμό».

«Φύλαξε τον κώλο του», λοιπόν, κατά το κοινώς λεγόμενο, ο Κοντονής απέχοντας από τη φασιστική σύναξη. Φαντάζεστε να είχε πάρει μέρος και να έβγαιναν μετά οι τοποθετήσεις σαν κι αυτή του Λίντμπλαντ; Θα μπορούσε, βέβαια, να στείλει τον έλληνα πρέσβη (όπως έκανε πέρυσι, που η ετήσια σύναξη των βρυκολάκων έγινε στη Σλοβακία και πέρασε στο ντούκου η χαμηλόβαθμη ελληνική συμμετοχή), όμως από τα τέλη Ιούλη οι συριζαίοι εφαρμόζουν την «αριστερή στροφή» (σ’ ένα τμήμα της ρητορικής τους φυσικά και με ανώδυνα μέτρα που δεν επηρεάζουν το βάρβαρο μνημονιακό πλαίσιο), οπότε είπαν να το εντάξουν κι αυτό στην προπαγάνδα τους, σε μια προσπάθεια να βγουν από την κοινωνική απομόνωση που τους έχει οδηγήσει η φανατική προσήλωση στο μνημονιακό πλαίσιο και στην εμβάθυνση και επιμήκυνσή του.

Από εκεί και πέρα, η λυσσασμένη αντικομμουνιστική αντίδραση της Δεξιάς, τμήματος του ΠΑΣΟΚ και των αστικών συγκροτημάτων Μαρινάκη και Αλαφούζου, δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στην ανάγκη τους να ασκήσουν αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ με κάθε μέσο. Αποκάλυψε τους φόβους της αστικής τάξης μπροστά στο «φάντασμα του κομμουνισμού», έστω κι αν αυτό δεν τους απειλεί άμεσα, όπως την περίοδο του Μεσοπολέμου και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Περιττεύει να πούμε ότι αυτή η βρόμικη πτωματολογία, που πάντοτε αποτελούσε εργαλείο του αντικομμουνισμού (αρκεί να θυμηθούμε -για να μείνουμε μόνο στα δικά μας- τους «κουβάδες με τα μάτια» του λόρδου Σιτρίν, που τάχα τα είχαν βγάλει οι ελασίτες από τους «εθνικόφρονες») δεν περιλαμβάνει τα μαζικά εγκλήματα της αποικιοκρατίας στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, ούτε τα σύγχρονα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Συρία, στην Παλαιστίνη και όπου αλλού εξαπολύουν πολέμους.

Η πτωματολογία, όμως, έχει και τη… λάιτ εκδοχή της. Σαν αυτή που πρεσβεύει ο ΣΥΡΙΖΑ και όσοι πρεσβεύουν την άποψη «άλλο ο ευγενής κομμουνισμός και άλλο ο εγκληματικός σταλινισμός». Οι χυδαίοι αντικομμουνιστές -για τους δικούς τους λόγους ασφαλώς- δεν κάνουν τέτοιους διαχωρισμούς. Ετσι, η αντιπαράθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο ρεύματα είναι ψευδεπίγραφη, καθώς η βρόμικη προπαγάνδα των κάθε είδους αναθεωρητών και σοσιαλδημοκρατών τροφοδοτεί τα χυδαία αντικομμουνιστικά ρεύματα και προσδίδει αληθοφάνεια στις βρομιές τους.

Η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού δεν είναι καινούργια θεωρία. Δεν τη δημιούργησαν οι νεοναζί της Βαλτικής, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και των άλλων χωρών του πρώην παλινορθωμένου καπιταλισμού, μετά την παταγώδη πτώση του στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αρχές της δεκαετίας του ’90. Αστοί διανοητές κύρους (καμιά σχέση με το σκουπιδιαριό τύπου Λίντμπλαντ), όπως η Χάνα Αρεντ και ο Ρεϊμόν Αρόν (για ν’ αναφέρουμε μόνο δύο από τους πλέον προβεβλημένους), διαμόρφωσαν αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο τη θεωρία του «ολοκληρωτισμού». Παρά τη φιλοσοφική και ψευδοϊστορική επένδυση των θεωριών τους, όμως, δεν κατάφεραν σχεδόν τίποτα. Απέναντί τους δεν ορθώθηκε μόνο η συνδεδεμένη με το κομμουνιστικό κίνημα διανόηση, αλλά και διανοούμενοι που δεν ήταν οργανικά ενταγμένοι στο κίνημα (π.χ. ο Σαρτρ και ο Μερλό-Ποντί στη Γαλλία).

Και βέβαια, δεν έπιασαν ούτε μπάζα στην εργατική τάξη της Ευρώπης και στους λαούς που πάλευαν να απαλλαγούν από τον αποικιοκρατικό ζυγό. Η εργατική τάξη, ακόμα και αυτή που πολιτικά βρισκόταν υπό σοσιαλδημοκρατική επιρροή, έβλεπε με βαθύτατο σεβασμό την ΕΣΣΔ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, γνωρίζοντας καλά ποιοι ήταν αυτοί που πολέμησαν με συνέπεια το ναζιστικό τέρας και έχυσαν το περισσότερο αίμα σ’ αυτόν τον τιτάνιο αγώνα.

Το πρώτο ρήγμα σ’ αυτό το μπετοναρισμένο μέτωπο αντίστασης στη θεωρία του «ολοκληρωτισμού» ήρθε με την περιβόητη μυστική έκθεση Χρουτσιόφ στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, που σηματοδότησε και επίσημα τη διαδικασία καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το καλοκαίρι του 1953. Τα «εγκλήματα του Στάλιν», καταγγελμένα πλέον από «αρμόδια» χείλη, έγιναν ψωμοτύρι στο στόμα των χυδαίων αντικομμουνιστών, ενώ οι πιο ραφινάτοι απ’ αυτούς άρχισαν να επικαλύπτουν με τόνους ηθικολογίας την ιστορική αποτίμηση της πορείας της ταξικής πάλης.

Το δεύτερο ρήγμα ήρθε με την κατάρρευση των καθεστώτων του παλινορθωμένου καπιταλισμού. Η διεθνής αστική τάξη βρήκε την ευκαιρία για να πάρει τη ρεβάνς από την ήττα της πριν και αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Οι νεοναζί στις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία και αλλού τέθηκαν υπό την προστασία της ΕΕ. Πίσω από τον αγώνα ενάντια στον «ολοκληρωτισμό» κρυβόταν ο αγώνας ενάντια στο ναζισμό, αφού κανείς στην ιμπεριαλιστική Δύση δεν ενοχλήθηκε από τα μνημεία στη μνήμη των ναζί, που έστηναν αυτά τα καθεστώτα. Αρκεί που οι κυβερνώντες νεο-ναζί έγιναν μέλη της ΕΕ και πιστοί σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, κάνοντας παράλληλα την πιο χυδαία αντικομμουνιστική προπαγάνδα σαν «παθόντες».

Το τριτοδιεθνιστικό κομμουνιστικό κίνημα δεν ηττήθηκε ούτε στα πεδία των μαχών ούτε στο πεδίο της σύγκρουσης των ιδεών. Νίκησε το αστικό στρατόπεδο κατά κράτος. Το κίνημα ηττήθηκε από τα μέσα, με τη διαδικασία παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και την ανακοπή της πορείας προς το σοσιαλισμό στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας, με την επικράτηση του αναθεωρητισμού στα κομμουνιστικά κόμματα, με τον εγκλωβισμό επαναστατικών δυνάμεων στο μαοϊκό ρεύμα, οι καθοδηγητές του οποίου αποσκοπούσαν στη στήριξη της πορείας μετατροπής της Κίνας σε ιμπεριαλιστική δύναμη (η σημερινή εικόνα της Κίνας αποτελεί την ολοκλήρωση αυτής της πορείας), με τον εκφυλισμό του μικρού σχετικά τμήματος που ακολούθησε τον αλβανικό μικροαστικό εθνικισμό. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι νικήθηκε και ο κομμουνισμός ως λυτρωτική για την ανθρωπότητα προοπτική, ως σύνολο ιδεών και προγραμματικών κατευθύνσεων που μπορούν να αποτελέσουν το καύσιμο για τη συγκρότηση ενός νέου επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου. Κι αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι αστοί. Γι’ αυτό και ο Λένιν, ο Στάλιν, η Κομμουνιστική Διεθνής εξακολουθούν να στοιχειώνουν τον ύπνο τους.

ΚΟΝΤΡΑ: ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *