Η ανισότητα του ίσου αστικού δίκαιου

Ένα από τα πιο σαθρά επιχειρήματα της αστικής ιδεολογίας είναι ότι μέσω των δικαιωμάτων του πολίτη παρέχονται σε όλους τους ανθρώπους ίσα δικαιώματα .
Ποια είναι όμως η αλήθεια;

Η ισότητα, –όχι σαν πολιτικό δικαίωμα- στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο, παρά ότι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος και θεωρείται ότι αποτελεί μια μεμονωμένη μονάδα, αντιμετωπίζεται από τον νόμο με ίσο τρόπο όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι.

Όμως η ισότητα απέναντι στο νόμο, άνισων στην πράξη ανθρώπων σηματοδοτεί μάλλον την επισφράγιση της πραγματικής τους ανισότητας, ή με άλλα λόγια το γεγονός ότι «κάθε δίκαιο είναι δίκαιο της ανισότητας» . Και τούτο διότι όπως πολύ γλαφυρά θα επισημάνει ο Anatole France είναι εμπαιγμός να διακηρύσσεται ότι ο επαίτης και ο τραπεζίτης έχουν ίσα δικαιώματα.
Ή για να το πούμε διαφορετικά είναι εντελώς άδικο να πληρώνει ίσο πρόστιμο για κάποια παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας ο ιδιοκτήτης από ένα παπάκι με εκείνον μιας Πόρσε ή για παράβαση των μέτρων για την αντιμετώπιση του κορονοϊού, ένας ηλικιωμένος που φοράει λάθος την μάσκα του με έναν λεφτά που συμμετέχει σε ένα παράνομο πάρτι .

Όμως η μερική ελευθερία και αυτή η φαινομενική ισότητα δικαιωμάτων, αποτελούν προϋποθέσεις της μισθωτής εργασίας, μια και αυτή η τελευταία απαιτεί την ύπαρξη ελεύθερων να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, ανθρώπων που ως προς αυτό έχουν ίσα δικαιώματα. Δίχως «ελεύθερους εργάτες» που όλοι έχουν το δικαίωμα να πουλάνε την εργατική τους δύναμη, δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός.

Αν τώρα συγκρίνουμε τα δικαιώματα του ανθρώπου και τα δικαιώματα του πολίτη, βλέπουμε ότι υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ τους.
Και αυτό διότι τα πρώτα δικαιώματα αφορούν μια πραγματική εγωιστική οντότητα, κοινωνικά άνισων μεταξύ τους ανθρώπων, και τα δεύτερα μια αφηρημένη κοινωνική οντότητα ίσων πολιτικά ανθρώπων.

Ο Μαρξ αναδεικνύει και μια άλλη αντίφαση στη μεταξύ τους σχέση. Περί τίνος πρόκειται;
Ενώ θεωρητικά τα δικαιώματα του πολίτη υπάρχουν και υποτάσσονται στα δικαιώματα του ανθρώπου υπό την έννοια ότι τα πρώτα υπάρχουν για να διασφαλίζουν τα δεύτερα, στην πράξη τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι εκείνα που υποτάσσονται στα δικαιώματα του πολίτη υπό την έννοια ότι όταν τα δικαιώματα του ανθρώπου έρχονται σε σύγκρουση με την πολιτική ζωή τότε αυτά καταργούνται.
Με άλλα λόγια εκδηλώνεται εδώ η αντίφαση των αστικών Συνταγμάτων στο βαθμό που αυτά παραχωρούν πολιτικά δικαιώματα, αλλά απαιτούν αυτά να μην χρησιμοποιηθούν για την ανατροπή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα στους πραγματικούς ανθρώπους .

Εξ’ ου και δεν είναι καθόλου λαθεμένη η άποψη ότι αν οι εκλογές ανέτρεπαν την κυρίαρχη τάξη θα είχαν καταργηθεί, κάτι το οποίο αποδεικνύεται άλλωστε και από μια σειρά πραξικοπήματα, και από την εν τη πράξει αμφισβήτηση αποτελεσμάτων δημοψηφισμάτων ή προσπάθειας επανάληψης τους μέχρι να υπάρξει το επιθυμητό για τους κρατούντες αποτέλεσμα.

Με αυτόν τον τρόπο ο σκοπός μετατρέπεται σε μέσο και το αντίστροφα. Όμως ούτε αυτή η υποταγή των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε εκείνα του πολίτη ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και τούτο διότι σε τελευταία ανάλυση και τα δικαιώματα του πολίτη, όπως άλλωστε και το ίδιο το κράτος, υποτάσσονται στα δικαιώματα του αστού (bourgeois) , και πιο ειδικά στο δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας η οποία και «αποτελεί όχι μόνον το «υπόβαθρο του συντάγματος» αλλά «το ίδιο το σύνταγμα».

Πρόσθετη επισφράγιση του γεγονότος ότι το αστικό δίκαιο, είναι άνισο υπό την έννοια της εφαρμογής ίσων μέτρων σε άνισους κοινωνικά ανθρώπους αποτελεί και το γεγονός ότι ακόμη και όταν καταργηθεί με τον σοσιαλισμό η κοινωνική ανισότητα, δεν θα είναι άμεσα δυνατόν να πάψει να ισχύει αυτό το ίσο φαινομενικά και άνισο στην ουσία αστικό δίκαιο, έστω και αν εν προκειμένω αυτό δεν θα συμβαίνει πια υπέρ των ιδιωτών ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής.

Και αυτό συμβαίνει διότι λόγω της μη ακόμη επαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ,και της δύναμης της συνήθειας που διαπερνά τους εργαζόμενους , είναι αδύνατη η εφαρμογή, στην κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, της αρχής «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», και κατ’ επέκταση είναι αδύνατον να καταργηθεί η ανισότητα η οποία εμπεριέχεται στο αστικό δίκαιο το οποίο δεν μπορεί παρά να συνεχίσει να ισχύει .

Σε αυτήν την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας «ο κάθε ατομικός παραγωγός-ύστερα από τις κρατήσεις –παίρνει πίσω, ακριβώς ότι της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική ποσότητα εργασίας.[…..] Παίρνει από την κοινωνία μια απόδειξη ότι πρόσφερε τόση και τόση εργασία […] και με αυτή την απόδειξη παίρνει από την κοινωνική παρακαταθήκη μέσων κατανάλωσης τόσα, όσα αντιστοιχούν στη δουλειά που ξόδεψε. Την ίδια ποσότητα εργασίας, που έδωσε στην κοινωνία με μια μορφή, την παίρνει πίσω με άλλη μορφή.

Εδώ ολοφάνερα κυριαρχεί η ίδια αρχή που ρυθμίζει την ανταλλαγή εμπορευμάτων, εφόσον είναι ανταλλαγή ίσων αξιών[…]
Ώστε εδώ το ίσο δίκαιο εξακολουθεί να είναι κατ’ αρχήν το αστικό δίκαιο […] [και] αυτό το ίσο δίκαιο μπαίνει πάντα σ’ ένα αστικό περιορισμό. [Αυτό το δίκαιο στα πλαίσια του σοσιαλισμού ] δεν αναγνωρίζει ταξικές διαφορές, γιατί ο καθένας είναι μόνον εργάτης όπως και ο άλλος, μα αναγνωρίζει σιωπηρά σαν φυσικά προνόμια τις άνισες ατομικές ικανότητες και επομένως την άνιση παραγωγική ικανότητα.[….]

Μα αυτές οι ελλείψεις δε μπορούν να αποφευχθούν στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπως έχει ακριβώς βγει ύστερα από μακρόχρονα κοιλοπονέματα, από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία. Το δίκαιο δε μπορεί ποτέ να είναι ανώτερο από την οικονομική διαμόρφωση και την καθορισμένη από αυτήν εκπολιτιστική ανάπτυξη της κοινωνίας».

Και κάτω από αυτές τις συνθήκες όπως εύστοχα επισημαίνει ο Λένιν το κράτος «δεν έχει απονεκρωθεί εντελώς διότι παραμένει η περιφρούρηση του ‘αστικού’ δικαίου που καθαγιάζει την πραγματική ανισότητα.

Πηγή: Γιώργος Ρουσής – f/b

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *