Το Πάσχα των Παπουτσιών

Όχι πως ήμασταν ανυπόδετοι, που έλεγαν οι μεγάλοι εκείνο τον καιρό. Ένα ζευγάρι παπούτσια το χρόνο, περίπου στα μέτρα μας, γαλότσες για τις νεροποντές, στα μέτρα μιας δεκαετίας και σαγιονάρες στα μέτρα του καλοκαιριού.

Τα χρονιάτικα παπούτσια, λίγο χάσικα, μα όχι και πολύ, κανά νούμερο παραπάνω, για να χωράνε το φθινοπωρινό πλάταιμα του ποδιού από την καλοκαιρινή ξυπολησιά, ήταν πασχαλινή υπόθεση, όσο τα καινούργια βρακιά και μια μεγάλη σοκολάτα, ήταν υπόθεση του Άη Βασίλη.
Τη Σαρακοστή, άνθιζαν τα λεμονόδεντρα, τα χαμομήλια και οι δουλειές των παπουτσήδων.

Ο Δημητράκης έπαιρνε τα μέτρα, της επί τούτο καλοπλυμένης πατούσας, πάνω στο στρατσόχαρτο των χασάπηδων και κρέμαγε τα νούμερα στο μεγάλο καρφί του τοίχου.
Το σχέδιο ήταν «κλασσικό», σα μικρογραφία μαούνας.

Στρογγύλη μύτη για να μην σφίγγουν τα δάχτυλα, ένα λουράκι με εγκράφα, για να κρατά το πόδι στο χάσικο παπούτσι, στο πάνω μέρος μικρές τρύπες, σε σχήμα κύκλου ή μαργαρίτας, για καλό εξαερισμό, ενώ το πετάλωμα αύξαινε την επιθυμητή αντοχή και τα ανεπιθύμητα γλιστρήματα.

Τα μαουνοπάπουτσα ήταν άσπρα, μετά από κάμποσες στρώσεις επίμονου βαψίματος, έμοιαζαν με νησιώτικες πεζούλες και συντηρούσαν τον ασίγαστο πόθο για μαύρα λουστρίνια.

Περνούσα ώρες, δίπλα στον τετράγωνο ξύλινο πάγκο. Στις τέσσερεις γωνιές, σουβλιά, σακοράφες, φαλτσέτες και κάμποσα παπουτσόκαρφα, στερεωμένα στα χείλη του τσαγκάρη. Στο γύρο, κρεμασμένα δέρματα, καλαπόδια και στρατσόχαρτα και στο ραδιόφωνο με τη μπουκλωτή αντένα, Καζαντζίδης.
Χάζευα το πέρασμα του κερωμένου σπάγγου στη σακοράφα, μεθούσα απ’ τη μυρωδιά τα βενζινόκολλας και μαγευόμουν όποτε κατέβαινε η Μαρουλιώ, η μουγγή γυναίκα του Δημητράκη, που μιλούσε με το ανέμισμα των χεριών και το πλατάγισμα της άλαλης γλώσσας κι εκείνος απαντούσε, με τα μάτια, στον έρωτα.

Ο Δημητράκης ζωντάνευε τον Τζεπέτο και η δική μου μύτη μεγάλωνε όταν απαντούσα πως, ναι, μου αρέσουν τα καινούργια μου παπούτσια.

  • Θα σου φτιάξω και τα νυφικά σου ποδήματα όταν έρθει η ώρα.
  • Θέλω μαύρα λουστρίνια.
  • Νύφη με μαύρα λουστρίνια, γίνεται, χαζούλα; Δε γίνεται.
    Κάπως έτσι, συντηρούνταν με τα χρόνια η λαχτάρα των μαύρων λουστρινιών, ώσπου οι νησιώτικες πεζούλες έγιναν εφηβικές ελβιέλες και μετά μποτάκια ή εσπαντρίγιες.
    Κάπως έτσι, ευρυχωρούσε και η μνήμη της όσφρησης για να χωρά το Πάσχα στη μυρωδιά της μπαρούτης, των ζαφορένιων κουλουριών, του πυρωμένου ξυλόφουρνου και των καινούργιων παπουτσιών.

Πηγή: Νίνα Γεωργιάδου – f/b

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *