
Κάποιες πολύ σωστές επισημάνσεις θέτει με τα ερωτήματα που διατυπώνει η δημοσιογράφος Τζίνα Μοσχολιού σε σημερινό της άρθρο στα “ΝΕΑ”. Εστιάζονται στο πώς είναι δυνατόν οι κρατικοί μηχανισμοί να παρακολουθούν από τον Ανδρουλάκη μέχρι τον αρχηγό του στρατεύματος και ο φυλακισμένος ναζί Κασιδιάρης να οργανώνει κάτω από την μύτη τους την κάθοδό του στις εκλογές με το νεοναζιστικό μόρφωμα «Σπαρτιάτες», εντελώς ανενόχλητος και χωρίς να τον αντιληφθεί κανένας. Προφανώς θα μείνουν αναπάντητα τα αυτονόητα ερωτήματα της δημοσιογράφου:
Υπάρχουν ορισμένα ζητήματα γύρω από τους «Σπαρτιάτες»
Υπάρχουν ορισμένα ζητήματα γύρω από τους «Σπαρτιάτες» που πρέπει να απαντηθούν στα σοβαρά από επίσημα χείλη. Κι αυτό γιατί η προηγούμενη Βουλή ενέκρινε, εν μέσω διαβουλεύσεων αλλά και πολιτικών αντεγκλήσεων, δύο νομοθετικές ρυθμίσεις με σκοπό τον περιορισμό της εκλογικής παρουσίας του Κασιδιάρη. Η δεύτερη και συμπληρωματική ρύθμιση μάλιστα αναφερόταν ρητώς σε δικαστικό έλεγχο επί της «πραγματικής ηγεσίας» του εκάστοτε κόμματος που δηλώνει συμμετοχή στις εκλογές, για να αποτραπεί στον Κασιδιάρη να πολιτευτεί βάζοντας μπροστά κάποιον αχυράνθρωπο.
Κι όμως. Οπως απέδειξε και το ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ» (στις 17/6) είναι ένα κόμμα που περιλαμβάνει τουλάχιστον 8 στελέχη του κόμματος Κασιδιάρη και αρκετούς συνοδοιπόρους υποψήφιους. Ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, δικηγόρος Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς, οε συνέντευξή του σε διαδικτυακά εκπομπή οτις αρχές Ιανουάριου, εμφανιζόταν ως στέλεχος στο κόμμα «Ελληνες» και είχε υπάρξει στέλεχος και του κόμματος του ετέρου χρυσαυγίτη Λαγού. Ενώ, μαζί με ένα ακόμη στέλεχος των «Σπαρτιατών», τον Σωτήρη Μεταξά, είναι δηλωμένοι δικηγόροι του Κασιδιάρη που τον έχουν επισκεφθεί στις φυλακές Δομοκού.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΑΝΤΙ, ο πρόεδρος μικρότερου κόμματος με το όνομα «Ελληνική Ανατροπή», Πάρις Κουρτζίδης, που δήλωσε τη στήριξή του στους «Σπαρτιάτες», επιβεβαιώνει ότι ο Κασιδιάρης έστησε μεθόδευση επιλέγοντας δυο πολιτικά κόμματα για να ξεπεράσει το εμπόδιο του Αρείου Πάγου και επέλεξε «αυτό που είχε το καλύτερο όνομα να συμμετέχει στις εκλογές». Κινούσε, δηλαδή, τα νήματα.
Είναι προφανές εκ των γεγονότων ότι ο Αρειος Πάγος δεν είχε στη διάθεσή του τα απαιτούμενα στοιχεία για το πώς οργανώθηκαν οι «Σπαρτιάτες» και ποιος ήταν ο ρόλος του Κασιδιάρη. Δεν τα είχε διότι δεν ασχολήθηκε καμιά αρχή για να τα συλλέξει, παρά το γεγονός ότι η προηγούμενη κυβέρνηση έκρινε ότι πρέπει, για λόγους προστασίας του πολιτεύματος, να περιοριστεί η δράση του.
Για να το πούμε απλά: Σε μια χώρα όπου ακούγαμε προ μηνών ότι είναι απολύτως εντάξει να παρακολουθούνται πολιτικοί αρχηγοί για λόγους εθνικής ασφαλείας, που η ίδια εισαγγελέας της ΕΥΠ έλεγε ότι θα ενέκρινε ακόμη και την παρακολούθηση της Προέδρου της Δημοκρατίας αν χρειαζόταν, είναι δυνατόν να δεχτούμε ως λογικό ότι καμιά υπηρεσία δεν ασχολούνταν με το τι κάνει, με ποιον μιλάει και τι σχεδιάζει ο Κασιδιάρης μέσα στη φυλακή;
______________
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παρακάτω κείμενο του Δημήτρη Μανιάτη, στην ίδια εφημερίδα, στο οποίο ο αρθρογράφος προσπαθεί να εντοπίσει τους παράγοντες που απέκτησε μαζικό λαϊκό έρεισμα η ακροδεξιά στην Ελλάδα.
Κανονικοποίησεις της ακροδεξιάς

Και επί τάπητος μπαίνει έστω και με επιφανειακούς όρους η επανείσοδος της πολιτικής Ακροδεξιάς στην πολιτική σκηνή. Μάλλον κοντή μνήμη έχουμε. Γιατί δεν πάει καιρός που μια σειρά πραγμάτων συνέβαλαν στην κανονικοποίησή της και που την προηγούμενη δεκαετία είδαμε το πιο απεχθές μέρος της να παρελαύνει στα έδρανα της Βουλής – ενώ παράλληλα παρήλαυνε σε λαϊκές αγορές αναποδογυρίζοντας πάγκους. Και τι εστί κανονικοποίηση;
Καταρχάς, μιλάμε για μια τάση που ξεπερνά την εκλογική της άνοδο ή κάθοδο. Παραμένει εφιαλτικά παρούσα και διεκδικεί εν κινήσει το μερτικό της στον κυρίαρχο λόγο και τα κυρίαρχα ήθη. Και η κανονικοποίηση διατηρεί τον ακροδεξιό λόγο και την ακροδεξιά πρακτική ως μια ιδεολογία που είναι συνώνυμη μιας «κοινής λογικής» και που «δεν αποτελεί ιδεολογικό ίδιον ορισμένων ακραίων, αλλά εμπεδωμένη νοοτροπία και ρυθμιστικό παράγοντα της πολιτικής ζωής» όπως γράφουν στον έξοχο τόμο «Η Κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην Ελλάδα» οι Ρόζα Βασιλάκη και Γιώργος Σουβλής. Ολα αυτά όμως έχουν ως αφετηρία ένα έδαφος και ταυτόχρονα κάποιοι υποβοήθησαν τη νέα τάση που φαίνεται πως δεν είναι συνώνυμη της μνημονιακής εποχής, την υπερβαίνει, αν και εκεί βρήκε το πιο δυνατό της ελατήριο.
Η ακύρωση του πάλαι δικομματισμού την πρώτη περίοδο μετά το 2010 και η αποστοίχισn ενός μέρους του εκλογικού κοινού από τα παραδοσιακά μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης απελευθέρωσε ορισμένη «δυναμική» για μετατοπίσεις. Θα ήταν όμως άδικο ή και άστοχο να το περιορίσει κανείς εδώ αφού εμμέσως θα αναγνώριζε τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς ως «αντισυστημικές» ή και νέες δυνάμεις. Ούτε το ένα ήταν, ούτε προφανώς το άλλο αφού η γενεολογία του ακροδεξιού λόγου είναι μακρά και σίγουρα όχι καινούργια στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή.
Η φτωχοποίηση μέρους των πολιτών μετά το 2009- 2010 επίσης θα μπορούσε κανείς να καταγράψει πως συνέβαλε σε έναν θυμό που έλαβε και χαρακτηριστικά κυνηγιού του εσωτερικού εχθρού (π.χ. μετανάστη) ή εν συνόλω σε αντιπολιτικά ρεύματα. Πάλι όμως και αυτό δεν είναι ευθύγραμμο, προς θεού οι άνθρωποι που αδίκως τους κόπηκε η σύνταξη δεν γίνανε απευθείας ακροδεξιού Πολλοί εξάλλου παροχέτευσαν την αγανάκτησή τους σε μια ανυπακοή εντός ορίων. Κάνανε την Ακροδεξιά mainstream οι αγανακτισμένοι και οι πλατείες;
Επίσης, φτωχή ερμηνεία και κυρίως εκπορευόμενη από δημοσιολόγους που δεν είχαν επαρκή εικόνα των πλατειών. Το κύριο και το βασικό είναι πώς σήμερα απόψεις που ακούγαμε κάποτε ως μειοψηφικές να διαπερνούν τον δημόσιο λόγο με όρους κανονικότητας, το μίσος για τους πρόσφυγες ή τους διαφορετικούς για παράδειγμα. Πώς η όλη μετατόπιση μακρά και βαθιά εκφράστηκε και σε μέρος των ΜΜΕ.
Πώς η φοβική αναδίπλωση λόγω των νέων επισφαλειών του κόσμου, οδήγησε ένα μέρος να σκέπτεται φωναχτά κατά του διπλανού του. Πώς η εξασθένηση της συλλογικής μνήμης έκανε μέρη στη χώρα που άλλοτε καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής, να ψηφίζουν νοσταλγούς τους. Πώς ένα κομμάτι της pop κουλτούρας διαχύθηκε με τις απόψεις αυτές, τις επαναβάπτισε ή τις νομιμοποίησε με τις θεωρίες για τα δύο άκρα, την αντιαριστερή υστερία, τον σκεπτικισμό για τα όρια του έθνους-κράτους. Πώς έφτασε την προηγούμενη δεκαετία, η Ακροδεξιά να αποκτά ρίζες σε γειτονιές, να κερδίζει μια λαϊκότητα και επαφή με κοινωνικά στρώματα, να θεσμοποιεί μια μισαλλοδοξία και μια εχθροπάθεια. Πολλοί βοήθησαν σε όλα αυτά και το μελαγχολικό είναι πως σήμερα υποδύονται τους έκπληκτους.

To κόμμα του Κασιδιαρη το εξέθρεψε σκόπιμα η ΝΔ
και η ίδια αλοιθωριζε όταν ο έγκλειστος Κασιδιαρης
Οργανωνε το κόμμα και τους υποψήφιους του
Η ΝΔ είναι η μόνη υπεύθυνη για την επάνοδο της ΧΑ στο
ελληνικό κοινοβούλιο ας μην παριστάνει την ανηξερη
Ακόμη κι έτσι να τεθεί το ζήτημα, σαν “αποκλειστική ευθύνη” της επίσημης δεξιάς για την ανάπτυξη του νεοναζισμού των κασιδιαραιων, τότε και πάλι η φυλλάδα “Τα Νέα” έχει παίξει το ρόλο της, ως αδίστακτο δημοσιογραφικό όργανο της ΝΔ του Μητσοτάκη που είναι, εδώ και πολλά ήδη χρόνια! Ωστόσο, σύντροφε Μελίτο, ο αντικομμουνισμός κι ο ιστορικός αναθεωρητισμός της φυλλάδας αυτής (κι όλου του Συγκροτήματος) μετράει πολλά χρόνια πρίν την ένταξη της στη δεξιά του Μητσοτάκη, δηλαδή από την εποχή που παρουσιαζόταν ακόμη ως φυλλάδα φιλοΠΑΣΟΚική -και ιδιαιτέρως τον καιρό του Σημίτη. Έτσι κι αλλιώς μητσοτακισμός και σημιτοπασοκισμός είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
Ο αντικομμουνισμός κάθε μορφής κι ο εμετικός αντισοβιετισμός, που είναι κεντρικό χαρακτηριστικό στην καθημερινή προπαγάνδα της φυλλάδας “Τα Νέα”, ανεξάρτητα σε τίνος καπιταλιστή τα χέρια αυτή βρίσκεται, αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες συσκότισης της συνείδησης και γιγάντωσης του φασισμού στη σύγχρονη Ελλάδα. (Ας θυμηθούμε εκείνο το γράμμα- καταπέλτη του Μίκη Θεοδωράκη πριν λίγα χρόνια εναντίον του σιχαμερού αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού και του βρώμικου ιστορικού αναθεωρητισμού αυτής της αστικής ψευτοφυλλάδας.Εκεί ο Μίκης τούς τα είχε πει έξω από τα δόντια, γιατί είχαν καταντήσει ολότελα αηδιαστικόί. Αν το έχει στο αρχείο του το Βαθύ Κόκκινο, ας το αναδημοσιεύσει αυτό το γράμμα του Μίκη -κι ας το τρίψει στα μούτρα των γραφιάδων της αστικής δεξιάς αυτής φυλλάδας, που τώρα καμώνονται πως πολεμούν το φασισμό…). Αυτή είναι η αλήθεια για την εν λόγω φυλλάδα, κι ας λένε τώρα ό,τι γουστάρουν οι γραφιάδες της. Το παραμύθι των “μωρών παρθένων” (που στην περίπτωση των γραφιάδων του Συγκροτήματος, έχουν χάσει προ πολλού κάθε ίχνος από την κάλπικη εκείνη μάσκα του “δημοκράτη” και του “προοδευτικού” των προηγούμενων δεκαετιών) ταιριάζει γάντι και σε αυτούς και σε όλους τους παρόμοιους γραφιάδες της αντίδρασης…