
30 Γενάρη και η επικρατούσα θρησκεία τιμάει, λέει την μνήμη των τριών ιεραρχών.
Ας ασχοληθούμε, λίγο μ’ αυτή την γιορτή της χριστιανοσύνης γατί παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κι’ αυτό γιατί μπορεί να είμαστε υλιστές αλλά μια επιδερμική άποψη έχουμε και για την … εκκλησιαστική ιστορία. Δεν φτάνει δηλαδή που πάνε να ξαναγράφουν την πρόσφατη ιστορία μας σε Μουμτζήδικα και Μαραντζίδικα καλούπια, πάνε να μας ταΐσουν και σανό σε … θρησκευτική συσκευασία.
Ας, δούμε, λοιπόν ένα απόσπασμα από το σχετικό μήνυμα που απευθύνει σήμερα η “Ιερά” Σύνοδος προς τους μαθητές/ιες:

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος επ’ ευκαιρία του εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών (Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου), Προστατών των Ελληνικών Γραμμάτων και της Παιδείας, απευθύνει και εφέτος Εόρτιο Μήνυμα προς τους μαθητές και τις μαθήτριες των Σχολείων της Πατρίδος μας,
Αγαπητά μας παιδιά,
Είναι κοινώς παραδεκτό ότι ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία αντιμετωπίζει ποικιλόμορφα προβλήματα και δύσκολες καταστάσεις. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από πρότυπα και φωτεινά παραδείγματα, τα οποία θα είναι για όλους εμάς πολύτιμος επιστηριγμός.
Τέτοια ζωντανά παραδείγματα είναι και οι Τρεις Ιεράρχες, φωστήρες υπέρλαμπροι του σύμπαντος κόσμου. Ο Μέγας Βασίλειος, άνδρας ενάρετος και ευλαβής, του οποίου η φωνή, όπως ακούμε στον Επιτάφιο Λόγο που εκφωνήθηκε από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ακουγόταν σαν βροντή, διότι ο βίος του έλαμπε σαν αστραπή. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, κοσμημένος με σπάνιες αρετές και τρισόλβιος διδάσκαλος, ο οποίος επαξίως ονομάστηκε θεολόγος. Και τέλος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος με τους εμπνευσμένους λόγους του και τη ρητορική του ευφράδεια, υπερέβαλε τους ρήτορες όλων των εποχών.
Οι Τρεις Καππαδόκες Πατέρες, ιερουργοί των θείων Μυστηρίων, διαλάμπουν στο στερέωμα της οικουμένης, εκπέμποντας φως και θεϊκή λάμψη. Ο καθένας από αυτούς συνέβαλε τα μέγιστα στην προώθηση της γνώσεως και της σοφίας, αλλά και στην καλλιέργεια της θεολογικής σκέψεως, και γι’ αυτόν τον λόγο τιμώνται ως προστάτες των ελληνικών γραμμάτων, αλλά και ως εμπνευστές τόσο για τους μαθητές, όσο και για τους ευσεβείς επιστήμονες και τους υπεύθυνους πνευματικούς διδασκάλους.
Εξοχα. Ας δούμε λοιπόν τα ¨απαράμιλλα πρότυπα αγωγής”, που διδάχτηκαν από τους γονείς τους και θέλουν να μας μεταλαμπαδεύσουν οι τρεις ιεράρχες,
Ας δούμε τι μας γράφει ένας απ’ αυτούς ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Γενικά γυναίκα είναι ένα σκουλήκι που σέρνεται, η κόρη του ψεύδους, σκεύος ακαθαρσιών, ο εχθρός της ειρήνης. 0 κατάλογος των αμαρτημάτων και των αδυναμιών της είναι ατελείωτος. Είναι ελαφρόμυαλη, φλύαρη και ακόλαστη. Πάνω απ’ όλα είναι παθιασμένη με την πολυτέλεια και τις δαπάνες. Φορτώνεται με κοσμήματα, πουδράρει το πρόσωπό της, βάφει τα μάγουλά της με κοκκινάδια, βάζει μυρωδικά στα ρούχα της, και έτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα για τον εκμαυλισμό των νέων μέσω όλων των αισθήσεων. Όσος και αν είναι ο πλούτος, δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την γυναικεία επιθυμία. Μέρα και νύχτα η γυναίκα δεν σκέφτεται τίποτε άλλο παρά το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια, τα υφάσματα και τα κεντήματα, τις κρέμες και τα αρώματα. Αν δεν υπήρχε η σεξουαλική επιθυμία, κανένας άντρας με τα σωστά του δεν θα ήθελε να μοιράζεται το σπίτι του με μια γυναίκα και να υφίσταται τις επακόλουθες ζημιές, παρά τις οικιακές εργασίες που εκτελεί. Γι αυτό το λόγο ο Θεός, γνωρίζοντας την ελεεινή της φύση, την προίκισε με το όπλο της σεξουαλικότητας». (Απόσπασμα από το κείμενο του «Προς τους έχοντας παρθένους συνεισάκτους»).
Μέσα στην “χριστιανική αγάπη” και η άποψη που είχε ο ίδιος ιεράρχης για τους ομοφυλόφιλους:

Κι αφού καθαρίσαμε από τις θείες σεξουαλικές διδαχές για τα “βρομερά σκουλήκια” που “εκμαυλίζουν τους νέους”, πάμε και σε μια γενικότερη αναφορά στους τρεις άγιους ιεράρχες. Εδώ θα μας βοηθήσει το βιβλίο του διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Γιώργου Ν. Οικονόμου, «Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο», απ’ το οποίο αντιγράφουμε (Οι φώτο δικιά μας παρέμβαση):
Η ιδεολογική κατασκευή των «τριών Ιεραρχών»

Η εδραίωση του Βυζαντίου στηρίχθηκε στη δίωξη του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, με τη συνεργασία αυτοκρατόρων και Πατριαρχείων. Καταστατική αρχή του ήταν η εξαφάνιση οτιδήποτε ελληνικού και ο καταναγκαστικός εκχριστιανισμός με κάθε μέσον. Μετά την καθεστωτική του επικύρωση, ο χριστιανισμός επιδίωξε να είναι και η μοναδική θρησκεία, ακυρώνοντας οιαδήποτε έννοια ανεξιθρησκίας. Τα γεγονότα βίας, λεηλασίας, τρομοκρατίας, καταστροφών, φόνων, καύσεως των βιβλίων είναι γνωστά και δεν είναι μεμονωμένα, αλλά μαζικά. Είναι ο βυζαντινός μεσαίωνας.
Σε αυτό το «θεάρεστο» έργο συνέβαλαν τα μάλα οι βυζαντινοί θεολόγοι, οι οποίοι δεν ήταν διδάσκαλοι της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας, αλλά της χριστιανικής ηθικής και πίστεως, της εξ αποκαλύψεως μοναδικής αλήθειας. Οι τελευταίοι διδάσκαλοι της αρχαιοελληνικής παιδείας ήταν οι εθνικοί φιλόσοφοι Πλωτίνος, Πορφύριος, Λιβάνιος, Πρόκλος, Δαμάσκιος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εναντίωσης στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό αποτελεί η γνωστή θεολογική τριάδα (Ιωάννης, Γρηγόριος, Βασίλειος).
Ο Ιωάννης χαρακτηρίζει τις εορτές των εθνικών «σατανικάς και πομπάς δαιμόνων» και επικρίνει την ελληνική φιλοσοφία, επειδή προβάλλει ιδέες αντίθετες προς το χριστιανικό δόγμα. Ενθερμος υποστηρικτής της «θεοπνευστίας» των χριστιανικών κειμένων και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας, υβρίζει την πλατωνική πολιτεία ως «καταγέλαστον», καθώς και τον παλαιό του δάσκαλο Λιβάνιο, επειδή κατήγγειλε τον εμπρησμό του Ναού του Απόλλωνος στην Αντιόχεια ως έργο των Χριστιανών.
Οι ύβρεις του είναι δηλωτικές της «χρυσοστομίας» του: «Ω μιαρέ…ώ ληρόσοφε…άθλιε και ταλαίπωρε…». Υποστηρίζει ότι τον Ναό έκαψε ο ίδιος ο θεός των Χριστιανών και καταλήγει: «Πράγματι οι Ελληνες είναι πάντα παιδιά, δεν υπάρχει ώριμος Ελλην». Ο Ιωάννης, ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε την καταστροφή του Ναού της Αρτέμιδος στην Εφεσο.
Ο Γρηγόριος επιτίθεται λάβρος κατά της ελληνικής φιλοσοφίας, χαρακτηρίζοντάς την άχρηστη και νόθα. Συσχετίζει τους αιρετικούς με τον ελληνικό λόγο και τους στηλιτεύει, διότι αποτελούν ένα «καινόν ασεβείας εργαστήριον». Επιτιθέμενος κατά του Ιουλιανού, που επανέφερε την αρχαιοελληνική παιδεία, ο Γρηγόριος δεν παραθέτει επιχειρήματα, αλλά λιβελογραφεί και υβρίζει: «Ευηθέστατε και ασεβέστατε και απαιδευτότατε τα μεγάλα». Καταφέρεται επίσης κατά των Ομήρου, Ηρακλείτου, Αναξαγόρα, Επίκτητου, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη. Τέλος, στο δίλημμα που ο ίδιος θέτει, ποια είναι προτιμότερη, η αρχαιοελληνική παιδεία («έξω») ή η χριστιανική («ημετέρα»), η εκλογή του είναι σαφώς η δεύτερη.
Ο «ουρανοφάντωρ» Βασίλειος θεωρεί την πολιτική δευτερεύουσα και σχετικής αξίας, καθότι γήινη και αφορώσα το σώμα, ενώ ανώτερη είναι η θεία εξουσία που αφορά την ψυχή στη «μέλλουσα ζωή». Συνεπώς, είναι εντελώς αντίθετος τόσο στην αρχαιοελληνική αντίληψη, που θεωρεί την πολιτική ως πρώτιστη και ουσιαστική ιδιότητα του ανθρώπου (ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῶον, γράφει ο Αριστοτέλης), όσο και στην πρακτική της αρχαιοελληνικής πόλεως, που χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή στην πολιτική. Απορρίπτει διαρρήδην τη δημοκρατία, που έχει ως βασική αρχή τη συμμετοχή όλων στην εξουσία και στις αποφάσεις.
Κατά τον Βασίλειο, πηγή της εξουσίας δεν είναι ο δήμος, αλλά ο θεός και ο μόνος ικανός να την ασκήσει είναι ο ελέω θεού βασιλεύς. Υποστηρίζοντας το δόγμα «ένας θεός, ένας βασιλεύς, μια οικουμένη», αντιστρατεύεται την αρχαιοελληνική αντίληψη, κατά την οποία πηγή της εξουσίας είναι ο δήμος και όχι ο μονάρχης ή ο θεός.
Το ποικιλοτρόπως προβαλλόμενο κείμενο «Ομιλία προς τους νέους» αναδεικνύει ακριβώς το αδύνατον της ειρηνικής συνύπαρξης ελληνικού πολιτισμού και χριστιανισμού. Το κείμενο αυτό είναι υπεράσπιση των χριστιανικών ιδεωδών και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας. Η μόνη αποδεκτή αρετή είναι η πίστη, που προτείνεται ως ανώτερη της έρευνας και της έλλογης γνώσης. Απαξιώνει τον πραγματικό κόσμο προς όφελος της «άλλης ζωής», της «αιωνίου». Προκρίνονται έτσι όλες οι αξίες και σημασίες που είναι εντελώς αντίθετες με την αρχαιοελληνική πρακτική, ηθική και γνωσιοθεωρία. Οι αναφορές του, άλλωστε, στους Ελληνες συγγραφείς είναι επιφανειακές και επιλεκτικές, εξυπηρετούν τα ηθικολογικά του πρότυπα.
Είναι εμφανές πως οι «τρεις Ιεράρχες» δεν υπερασπίζονται την αρχαιοελληνική παιδεία, την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά το χριστιανικό δόγμα της μισαλλοδοξίας και της ετερονομίας. Η παιδεία ως έννοια και κοσμική πρακτική δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα και δη στην Αθήνα. Επιφανείς αντιπρόσωποι είναι οι μεγάλοι φιλόσοφοι Δημόκριτος, Πρωταγόρας, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης. Αυτοί θα έπρεπε να εμπνέουν μια πολιτική κοινωνία και όχι θεολογικές μετριότητες του βυζαντινού μεσαίωνα. Οι «τρεις Ιεράρχες» είναι τεχνητή κατασκευή των νεοελλήνων χριστιανών για ιδεολογική χρήση, την οποία η Δεξιά επιβάλλει αυταρχικώς σε μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Το τίμιο είναι να δημοσιεύσετε και το κείμενο Ιωάννου Χρυσοστόμου (Εις την προς Έφεσίους) 20, ΡG 6,146,
Διαβάστε όλο το έργο τους. Με αποσπασματα μέσα σε άλλες πολύ διαφορετικές εποχές , και διαμάχες αδικείτε την αλήθεια. Ο Σγ Βασίλειος τα έβαλε με την Βασιλεία για τους τόκους ,δεν είχε δεύτερο τόσο, και φυσικά γνωρίζετε την Βασιλειάδα .ο Ίων Χρυσόστομος σε άλλα ομιλία του επαινεί την γυναίκα και ήταν γυναίκα αυτή με την οποίαν είχε πνευματική αλληλογραφία από την Εξορία που τον έστειλε Πολιτεία και επίσκοποι. .Ο Αγ Γρηγόριος έχει γράψει θεολογικα βιβλία έχει αντιμετωπίσει ,με πνεύμα υξυδερκες και άγιο ,Αιρετικούς της εποχής ,με πολλά δικά τους θεολογικά επιχειρήματα. Ήταν ποιητής και άφησε πολλά αξιώματα για την ηρεμία κ την άσκηση πέρα από διαφωνίεςκαι . με χριστιανούς Όλοι ήσαν πολύ μορφωμένοι είχαν πάρει όλη την φιλοσοφική παιδεία ,και ήξεραν “τι” έλεγαν. ,Λάθη όλοι μπορεί να έχουν κάνει.Η νοοτροπία της εποχής αγγίζει τους πάντες. Η ζωή τους ήταν λαμπερή σαν διαμάντι,Έζησαν για τον φτωχό και τον αδύναμο .