
Ηταν σαν σήμερα, 8 Ιούλη 1972, όταν οι Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες δολοφονούν τον μεγάλο Παλαιστίνιο συγγραφέα Γασσάν Καναφάνι, ηγετικό στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου.
Ο Γασσάν Καναφάνι γεννήθηκε στην Άκρε το 1936. Η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την Παλαιστίνη το 1948 από την σιωνιστική τρομοκρατία και εγκαταστάθηκε τελικά στη Δαμασκό.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, εργάστηκε σαν δάσκαλος και δημοσιογράφος, πρώτα στη Δαμασκό και μετά στο Κουβέιτ. Αργότερα μετακόμισε στη Βηρυτό και έγραψε για διάφορες εφημερίδες πριν ξεκινήσει -το 1969- την εβδομαδιαία εφημερίδα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP), Αλ Χαντάφ. Ήταν εκπρόσωπος τύπου του PFLP και μέλος του πολιτικού του γραφείου, καθώς επίσης και μεγάλος μυθιστοριογράφος και καλλιτέχνης του οποίου η τεράστια συνεισφορά δεν μπορεί να τονιστεί.
Στο ξεκίνημά του ο Καναφάνι ήταν ενεργό μέλος του Αραβικού Εθνικιστικού Κινήματος, που αποτέλεσε πρόδρομο του PFLP, αλλά αργότερα, μαζί με το σύντροφό του Τζορτζ Χαμπάς, έγινε μαρξιστής, πιστεύοντας ότι στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Παλαιστίνιοι δεν θα μπορούσε να δοθεί λύση χωρίς μια κοινωνική επανάσταση σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο.
Δολοφονήθηκε από τους σιωνιστές πράκτορες τον Ιούλιο του 1972, όταν εξερράγη το αυτοκίνητό του.
Η αδελφή του έγραψε:
“Το πρωί του Σαββάτου, 8 Ιουλίου του 1972, περίπου στις 10:30 πμ, η Λαμίς (ανιψιά του Καναφάνι) και ο θείος της πήγαιναν μαζί στη Βηρυτό. Ένα λεπτό μετά την αναχώρησή τους, ακούσαμε μια πολύ δυνατή έκρηξη που τράνταξε ολόκληρο το κτήριο. Αμέσως φοβηθήκαμε, αλλά ο φόβος μας ήταν για τον Γασσάν και όχι για τη Λαμίς επειδή είχαμε ξεχάσει ότι ήταν μαζί του, και ξέραμε ότι ο Γασσάν ήταν ο στόχος της έκρηξης. Τρέξαμε έξω, όλοι φωνάζοντας τον Γασσάν και κανείς την Λαμίς. Η Λαμίς ήταν ακόμα ένα δεκαεπτάχρονο παιδί γεμάτο όρεξη για ζωή., αλλά ξέραμε ότι η ίδια είχε επιλέξει αυτόν τον δρόμο. Ακριβώς την προηγούμενη μέρα είχε ζητήσει από το θείο της να μειώσει τις επαναστατικές του δραστηριότητές και να συγκεντρωθεί περισσότερο στη συγγραφή. Του είχε πει: “οι ιστορίες σου είναι όμορφες,” και εκείνος απάντησε: “Να επιστρέψω στο γράψιμο ιστοριών; Γράφω καλά επειδή πιστεύω σε έναν σκοπό, σε αρχές. Την ημέρα που θα εγκαταλείψω αυτές τις αρχές, οι ιστορίες μου θα γίνουν κενές. Εάν επρόκειτο να αφήσω πίσω τις αρχές μου, εσύ η ίδια δεν θα με σεβόσουν.” Μπορούσε να πείσει το κορίτσι ότι ο αγώνας και η υπεράσπιση αρχών είναι αυτό που τελικά οδηγεί στην επιτυχία σε όλα”.

Στα απομνημονεύματα που η σύζυγος του Γασσάν Καναφάνι δημοσίευσε μετά το θάνατό του, έγραψε: “Η έμπνευσή του για να γράφει και να εργάζεται ακατάπαυστα ήταν ο Παλαιστινιακός και αραβικός αγώνας … Ήταν ένας από εκείνους που πάλεψαν ειλικρινά για τη μετεξέλιξη του κινήματος αντίστασης από εθνικιστικό απελευθερωτικό κίνημα σε παναραβικό επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα, του οποίου η απελευθέρωση της Παλαιστίνης θα αποτελούσε ζωτικής σημασίας συστατικό. Πάντα τόνιζε ότι το Παλαιστινιακό πρόβλημα δεν θα μπορούσε να λυθεί απομονωμένο από τη συνολική κοινωνική και πολιτική κατάσταση του αραβικού κόσμου.”
Αυτή η τοποθέτηση αναπτύχθηκε φυσικά από την προσωπική εμπειρία του Kanafani. Στα δώδεκά του χρόνια βίωσε την τραυματική εμπειρία της προσφυγιάς, και έκτοτε έζησε ως εξόριστος σε διάφορες αραβικές χώρες, όχι πάντα νόμιμα. Ο λαός του διασκορπίστηκε, πολλοί από αυτούς ζούσαν σε προσφυγικά στρατόπεδα ή αγωνίζονταν να βγάλουν τα προς το ζην κάνοντας τις πιο ταπεινές δουλειές. Η μόνη τους ελπίδα ακουμπούσε στο μέλλον και τα παιδιά.

Ο ίδιος ο Καναφάνι, γράφει στο γιο του, συνοψίζοντας τι σημαίνει να είναι Παλαιστίνιος: “Σε άκουσα στο άλλο δωμάτιο που ρωτούσες τη μητέρα σου: “Μαμά, είμαι Παλαιστίνιος;” Όταν απάντησε “ναι” μια βαριά σιωπή απλώθηκε στο σπίτι. Ήταν σαν κάτι που κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια μας να είχε πέσει, ο θόρυβός του ήταν εκρηκτικός και έπειτα – σιωπή. Μετά … Σε άκουσα να κλαις. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Υπήρχε κάτι πέρα από την αντίληψή μου, που γεννιόταν στο διπλανό δωμάτιο μέσα στα μπερδεμένα αναφιλητά σου. Ήταν σαν ένα ευλογημένο χειρουργικό νυστέρι να άνοιγε το στήθος σου και να έβαζε εκεί την καρδιά που σου ανήκε … Ήμουν ανίκανος να κινηθώ και να έρθω να δω τι συνέβαινε. Ήξερα, εντούτοις, ότι μια μακρινή πατρίδα γεννιόταν ξανά: οι λόφοι, οι ελαιώνες, οι νεκροί, τα σχισμένα και διπλωμένα λάβαρα, όλα γεννιούνταν στην καρδιά ενός άλλου παιδιού… Πιστεύεις ότι ένας άντρας μεγαλώνει σταδιακά; Όχι, γεννιέται ξαφνικά – μια λέξη, μια στιγμή, διαπερνά την καρδιά του σε έναν νέο κτύπο. Μια και μόνη σκηνή μπορεί να τον εκσφενδονίσει από το ανώτατο όριο της παιδικής ηλικίας, στην τραχύτητα του δρόμου.”
“Σ’ αυτούς που έφυγαν αλλά παραμένουν ακόμα σύντροφοι. Γνωρίζατε δύο δρόμους στη ζωή, και η ζωή ήξερε από εσάς μόνο έναν. Γνωρίζατε το δρόμο της υποταγής και τον αρνηθήκατε. Και γνωρίζατε το δρόμο της αντίστασης και τον περπατήσατε. Αυτό το δρόμο διαλέξατε να πάρετε. Και οι σύντροφοί σας προχωρούν μαζί σας.”
Η ικανότητα του συντρόφου Kanafani να περιγράφει, πέρα από οποιαδήποτε σκιά αμφιβολίας, τις στερήσεις και τα βάσανα του λαού του, και να μετασχηματίζει μια ιδεολογία, μια πολιτική γραμμή σε λαϊκή λογοτεχνία τον μετέτρεψε σε σοβαρή απειλή για το σιωνισμό.
Το παρακάτω κείμενο είναι αποσπάσματα από κείμενο που έγραψε ο συνάδελφός του παλαιστίνιος συγγραφέας, S. Marwan, προς τιμήν του Καναφάνι και δημοσιεύτηκε στην Αλ Χαντάφ στις 22 Ιούλη 1972. Το βρήκαμε εδώ

0 Comments