
Πηγή: Θανάσης Καμπαγιάννης – f/b
Ως Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας εκφραστήκαμε δημόσια και όταν χρειάστηκε απέναντι στην πολιτεία και τις πρακτικές τού πρόσφατα εκδημήσαντος Αλέξη Κούγια. Η κριτική αυτή είναι καλό να γίνεται όταν αυτός στον οποίο ασκείται είναι όρθιος και ικανός να απαντήσει, χωρίς να κινδυνεύει να εκληφθεί ως προσβολή στον θρήνο των οικείων που έμειναν πίσω και που φυσικά καμία ευθύνη δεν έχουν από αμαρτίες τρίτων, ακόμα και γονέων.
Ωστόσο, ας επανέλθουμε με αφορμή τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε για τον ρόλο του ποινικού δικηγόρου με τον οποίο ο θανών ήταν τόσο ταυτισμένος.
Το δικηγορικό επάγγελμα χρειάστηκε στην μακραίωνη πορεία του να αντιπαλέψει μια σχηματισμένη, ιδίως στον Μεσαίωνα, κοινή αντίληψη ότι οι δικηγόροι είναι κάποιοι αδίστακτοι και χαμερπείς απατεώνες που κατ’ επάγγελμα εξυπηρετούν τους πολιτικά και οικονομικά ισχυρούς. Μάλιστα, το 1713 στην Πρωσία ψηφίστηκε διάταγμα που υποχρέωνε τους δικηγόρους να φορούν έξω από τα δικαστήρια μια ειδική μαύρη κάπα ώστε να τους αναγνωρίζουν και να προφυλάγονται όσοι τυχόν τους συναντήσουν. Οι κανόνες δεοντολογίας και η νομοθετική οριοθέτηση του δικηγορικού λειτουργήματος υπήρξε η οργανωμένη προσπάθεια του δικηγορικού σώματος να απαντήσει σ’ αυτή την παραφθορά.
Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα να λέει ψέματα για να υπερασπίζεται τον εντολέα του (δικαίωμα που, αντίθετα, έχει ο κατηγορούμενος), πόσο δε μάλλον δεν έχει δικαίωμα να παραβιάζει τον νόμο. Το καθήκον υπεράσπισης σημαίνει ότι ο δικηγόρος υποχρεούται να αναδείξει κάθε γεγονός και κάθε αποδεικτικό μέσο που κατατείνει στην υπεράσπιση του εντολέα του. Από κει και πέρα, κάθε δικηγόρος δεσμεύεται από τον νόμο και από ένα πλέγμα δεοντολογικών κανόνων και υποχρεώσεων στις σχέσεις του με όλους τους παράγοντες της ποινικής δίκης: τους αντιδίκους, τους μάρτυρες, τους δικηγόρους, τους γραμματείς, τους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς.
Είναι υποχρέωση των θεσμικών οργάνων του δικηγορικού σώματος να περιφρουρούν αυτούς τους δεοντολογικούς κανόνες και να τιμωρούν όσους τους παραβιάζουν. Το γεγονός ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας επέτρεψε επί δεκαετίες να ταυτιστεί το όνομα και οι απωθητικές πρακτικές ενός δικηγόρου με το δικηγορικό επάγγελμα ως τέτοιο χωρίς να το προστατέψει και χωρίς να αποβάλει από τους κόλπους του έναν συστηματικό παραβιαστή της δεοντολογίας είναι απόδειξη της χρεωκοπίας των θεσμικών μας οργάνων. Και υπενθύμιση της ανάγκης για ριζική αλλαγή πορείας στο μέλλον.
Ένας δικηγόρος που παραβιάζει τη δεοντολογία, που βρίζει και συκοφαντεί τους αντιδίκους του, που εκμεταλλεύεται τους συνεργάτες του, που μετατρέπει το υπερασπιστικό λειτούργημα σε αφορμή δημόσιας ανάδειξης και αυτοπροβολής, που ωσάν κινούμενος οχετός διασπείρει τον ρατσισμό, τον σεξισμό και την ομοφοβία, δεν είναι απλά ένα ατομικό πρόβλημα ή μια γραφική ιδιαιτερότητα. Είναι το χέρι της ιστορίας που ξαναγυρίζει το δικηγορικό σώμα στην υποχρέωση να φορέσει την μαύρη κάπα του πρωσικού διατάγματος.
Απέναντι σ’ αυτό το όνειδος, απέναντι στο πλήθος που σαλεύει φυλάγοντας τα τιμαλφή του γιατί βγήκε στην αγορά ο μαυροντυμένος απατεώνας της ιστορίας, το δικηγορικό σώμα ανέδειξε τον δικηγόρο υπερασπιστή των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών, τη δικηγόρο που διαθέτει την επιστημοσύνη της για τις ανάγκες και την υπεράσπιση της κοινωνίας που τη σπούδασε, τον δικηγόρο που εμπνέει σεβασμό γιατί υπόκειται και αυτός μαζί με τον λαό στις δοκιμασίες και τις διαταγές των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών.
Κι είναι τότε που το δικηγορικό επάγγελμα αποκαθίσταται ιστορικά, ανταποκρινόμενο στη φιλελεύθερη ιστορική διεργασία που το γέννησε.
Και το πλήθος σαλεύει, όχι από φόβο αλλά από σεβασμό, γιατί περνάει ο κύριος συνήγορος.

0 Comments