
Σε μια άλλη πτυχή για το τεράστιο σκάνδαλο των υποκλοπών η οποία έχει περάσει σχεδόν αθέατη από τα ραντάρ της επικαιρότητας, ασχολείται σήμερα ο “Βηματοδότης”.
Όταν ξεκινούσε η δίκη για την υπόθεση των υποκλοπών, με κατηγορίες περιορισμένες σε κάποια «πλημμεληματάκια» που ανακάλυψε ο υπερδραστήριος πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αχιλλέας Ζήσης, ελάχιστοι περίμεναν ότι θα άρχιζε να ξετυλίγεται ένα κουβάρι με βαθιές πολιτικές και κρατικές προεκτάσεις. Κι όμως, όσα αποκαλύπτονται στην ακροαματική διαδικασία διαλύουν το επίσημο αφήγημα και εκθέτουν ανεπανόρθωτα το σύστημα εξουσίας.
Γιατί αυτό που αρχίζει πλέον να γίνεται σαφές στους πολίτες είναι ότι η υπόθεση δεν αφορά την «εθνική ασφάλεια» όπως αυτή παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση και τα φιλικά της ΜΜΕ. Την αφορά, αλλά από την ανάποδη.
Δεν έχουμε το κράτος που παρακολουθεί «υπόπτους», αλλά ιδιώτες που παρακολουθούν το κράτος!
Δεν έχουμε μπροστά μας μια ΕΥΠ που παρακολουθεί «σκοτεινούς τύπους» για να προστατεύσει τη χώρα. Αντίθετα, από τις καταθέσεις και τα στοιχεία προκύπτει ότι ιδιώτες επιχειρηματίες, με δεσμούς με ξένες υπηρεσίες και ξένα κράτη, παρακολουθούσαν κορυφαίους θεσμικούς παράγοντες της ελληνικής πολιτείας.
Το μισό υπουργικό συμβούλιο.
Τον υπουργό Εξωτερικών.
Τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ.
Ανώτατους αξιωματικούς με κρίσιμα καθήκοντα στους εξοπλισμούς.
Αν αυτά δεν συνιστούν πραγματική απειλή για την εθνική ασφάλεια, τότε τι συνιστά;
Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ενός «ισχυρού κράτους σε επιφυλακή», αλλά μιας ΕΥΠ διαβρωμένης, αν όχι πλήρως διάτρητης, που λειτουργεί – συνειδητά ή ασυνείδητα – ως εργαλείο του ίδιου του εχθρού, (σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα που αναφέραμε) βοηθώντας τον να παρακολουθεί τον κρατικό μηχανισμό της χώρας.
Η συγκάλυψη ως σταθερά
Καθώς η δίκη προχωρά, γίνεται επίσης όλο και πιο ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται απλώς για σκάνδαλο υποκλοπών, αλλά και για σκάνδαλο συγκάλυψης.
Πρόσωπα με κρίσιμο ρόλο στην υπόθεση, για τα οποία υπήρχαν σοβαρότατα στοιχεία εμπλοκής, δεν κλήθηκαν ούτε καν ως μάρτυρες. Υπάρχουν αναφορές στελεχών των ίδιων των μυστικών υπηρεσιών ότι παρακολουθούνταν και οι ίδιες – αναφορές που απλώς αγνοήθηκαν.
Και όλα αυτά βαφτίστηκαν «ενδελεχής έρευνα».
Μια έρευνα που:
➤ αφαιρέθηκε άρον άρον από τους ανακριτές που τη χειρίζονταν,
➤ πέρασε στα χέρια του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου,
➤ και επικυρώθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα από την τότε εισαγγελέα του ΑΠ, Γεωργία Αδειλίνη.
Η λέξη κολοβή μοιάζει επιεικής.
Όταν οι πολίτες αρχίζουν να καταλαβαίνουν
Ίσως το πιο επικίνδυνο – για το σύστημα – στοιχείο είναι ότι αρχίζει να αλλάζει ο τρόπος που οι πολίτες βλέπουν την υπόθεση. Αργά, αλλά αλλάζει.
Όταν αντιλαμβάνονται ότι δεν επρόκειτο για «νόμιμες επισυνδέσεις» αλλά για ένα πλέγμα ιδιωτικών και κρατικών συμφερόντων που δρούσε ανεξέλεγκτα. Όταν βλέπουν ότι η δικαιοσύνη λειτούργησε επιλεκτικά. Όταν συνειδητοποιούν ότι η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» χρησιμοποιήθηκε ως κουρτίνα καπνού για να θαφτούν ευθύνες.
Τότε το πρόβλημα παύει να είναι επικοινωνιακό. Γίνεται πολιτικό. Και βαθιά θεσμικό.
Γιατί το σκάνδαλο δεν έχει κλείσει
Όσο κι αν προσπάθησαν να το παρουσιάσουν ως «λήξαν», η υπόθεση των υποκλοπών δεν έχει τελειώσει. Αντίθετα, τώρα αρχίζει να αποκαλύπτεται στην πραγματική της διάσταση: ως ένα σκάνδαλο που δείχνει ποιος παρακολουθεί ποιον, ποιος ελέγχει ποιον και, τελικά, ποιος κυβερνά πραγματικά αυτή τη χώρα.
Και αυτό είναι κάτι που καμία συγκάλυψη, καμία εισαγγελική σφραγίδα και κανένα δελτίο ειδήσεων δεν μπορεί πια να κρύψει.

0 Comments