

Στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιταλία βρέθηκε σε μια ταραχώδη περίοδο μετάβασης, όπου οι παλιές δυνάμεις του φασισμού δεν εξαφανίστηκαν αμέσως, αλλά συνέχισαν να απειλούν την νεογέννητη δημοκρατία.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναδύθηκε η Volante Rossa, μια ημι-παράνομη ομάδα άμεσης δράσης, συνδεδεμένη με τις παρυφές του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI).
Από το 1945 έως το 1949, αυτή η “Κόκκινη Κινητή Μονάδα” –όπως μεταφράζεται το όνομά της– έδρασε κυρίως στο Μιλάνο και τις γύρω περιοχές, συνεχίζοντας τον αγώνα της Αντίστασης κατά του φασισμού, ακόμα και μετά την επίσημη λήξη του πολέμου.
Η ιστορία της θυμίζει έντονα την ελληνική ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών), μια παρόμοια οργάνωση που λειτουργούσε ως βραχίονας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή και μετά, εκτελώντας αποστολές “δικαιοσύνης” ενάντια σε κατοχικές δυνάμεις και ντόπιους δωσίλογους.
Η Volante Rossa, ωστόσο, μετατράπηκε από πραγματική δύναμη σε μύθο, επηρεάζοντας τις ένοπλες οργανώσεις της αριστεράς στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970, όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες.
Το Ιστορικό Πλαίσιο: Συνέχεια της Αντίστασης Μετά τον Πόλεμο
Μετά την Απελευθέρωση της Ιταλίας στις 25 Απριλίου 1945, η Συμμαχική Διοίκηση διέταξε τους παρτιζάνους να παραδώσουν τους αιχμαλώτους φασίστες της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (RSI). Ωστόσο, πολλοί πρώην μαχητές της Αντίστασης, ιδιαίτερα από τις κομμουνιστικές Ταξιαρχίες Γκαριμπάλντι, δεν αποδέχτηκαν αυτή την “συμφιλίωση”.
Στο Μιλάνο, μια βιομηχανική περιοχή με ισχυρή εργατική παρουσία, σχηματίστηκε η Volante Rossa από νεαρούς παρτιζάνους, κυρίως κομμουνιστές, που προέρχονταν από τα Gruppi di Azione Patriottica (GAP) – μικρές μονάδες δράσης της Αντίστασης.
Η ομάδα πήρε το όνομά της από μια μονάδα των Ταξιαρχιών Γκαριμπάλντι που έδρασε κοντά στα Άλπεις, στην περιοχή Ossola.
Η έδρα της ήταν στο πρώην Casa del Fascio (Σπίτι του Φασισμού) στο Λαμπράτε του Μιλάνου, που μετατράπηκε σε “Λαϊκό Σπίτι” (Casa del Popolo) και χρησιμοποιήθηκε ως κάλυμμα για τις δραστηριότητές της.
Η Volante Rossa επεκτάθηκε σε περιοχές όπως η Λομβαρδία, το Πιεμόντε, η Εμίλια-Ρομάνια (γνωστή ως “τρίγωνο του θανάτου” λόγω των μεταπολεμικών εκκαθαρίσεων) και ακόμα πιο νότια, μέχρι το Λάτιο. Οι δραστηριότητές της περιλάμβαναν δολοφονίες πρώην φασιστών, απαγωγές, επιδρομές και βομβιστικές επιθέσεις, ενώ παρείχε και υπηρεσίες ασφαλείας σε απεργίες, διαδηλώσεις και εκλογικές καμπάνιες του PCI.
Οι Δραστηριότητες και τα Κύρια Γεγονότα
Η ομάδα, υπό την ηγεσία του Giulio Paggio (ψευδώνυμο “tenente Alvaro”), απαριθμούσε περίπου 30-40 μέλη, κυρίως νεαρούς εργάτες και ηλεκτρολόγους, όπως ο Paolo Finardi (“Pastecca”) και ο Eligio Trincheri. Οι πρώτες ενέργειες ξεκίνησαν αμέσως μετά την Απελευθέρωση, με δολοφονίες γυναικών βοηθών του RSI. Ακολούθησαν πιο οργανωμένες επιθέσεις: Τον Ιανουάριο του 1949, δολοφονήθηκε ο Felice Ghisalberti, πρώην μέλος της Λεγεώνας Muti, από τον Finardi και τον Trincheri.

Μια χαρακτηριστική ενέργεια ήταν η επίθεση σε μπαρ στη Via Pacini του Μιλάνου, ενώ επιχείρησαν βομβιστική επίθεση στα γραφεία του νεοφασιστικού Movimento Sociale Italiano (MSI). Οι δολοφονίες συνεχίστηκαν μέχρι το 1949.
Το PCI αρχικά στήριξε την ομάδα, χρησιμοποιώντας την για “υπηρεσίες τάξης” (servizio d’ordine) σε κινητοποιήσεις, αλλά μετά την ήττα στις εκλογές του 1948, αποστασιοποιήθηκε, χαρακτηρίζοντάς την “προβοκατόρικη”. Τον Φεβρουάριο του 1949, μια μεγάλη επιχείρηση σύλληψης στο Λαμπράτε οδήγησε στη διάλυση της ομάδας, με 27 συλλήψεις. Οι ηγέτες διέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία, όπου έζησαν ως πολιτικοί πρόσφυγες μέχρι την αμνηστία του 1978.
Οι δίκες ξεκίνησαν το 1951 στη Βερόνα και ολοκληρώθηκαν το 1953 στη Βενετία, με 23 καταδίκες, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων ισοβίων. Μέλη όπως ο Eligio Trincheri παρέμειναν φυλακισμένοι μέχρι το 1971.
Το Βιβλίο του Cesare Bermani: “Storia e mito della Volante rossa”

Ο Cesare Bermani, Ιταλός ιστορικός και μελετητής της λαϊκής κουλτούρας (γεν. 1937), αφιέρωσε το βιβλίο του “Storia e mito della Volante rossa” (1996, Nuove Edizioni Internazionali, 157 σελίδες) στην απομυθοποίηση και ανάλυση της ομάδας.
Το έργο βασίζεται σε αρχειακά έγγραφα, μαρτυρίες και δικαστικά πρακτικά, παρουσιάζοντας την Volante Rossa ως συνέχεια της Αντίστασης σε μια εποχή όπου “όλα είχαν αλλάξει, αλλά τίποτα δεν είχε αλλάξει”.
Κύρια σημεία: Η “γέννηση της Volante” το καλοκαίρι του 1945, η αναβίωση φασιστικών οργανώσεων, οι απεργίες και οι συγκρούσεις με καραμπινιέρους και νεοφασίστες.
Ο Bermani αναλύει τη “στροφή του φθινοπώρου 1947”, όταν η ομάδα εντατικοποίησε τις δράσεις της, και τις προοπτικές εξέγερσης (prospettiva insurrezionale). Το βιβλίο τονίζει τον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω από αυτούς τους “γενναίους νέους” (un gruppo di bravi ragazzi), βασισμένο σε προφορικές μαρτυρίες και πολιτικές φιγούρες όπως ο Palmiro Togliatti και ο Eugenio Curiel.
Ο Bermani, μέσω του βιβλίου, αναδεικνύει πώς η Volante Rossa δεν ήταν απλώς μια ομάδα εκδικητών, αλλά ένα σύμβολο της μη ολοκληρωμένης μετάβασης από τον φασισμό στη δημοκρατία, επηρεασμένο από το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα.
Από την Πραγματικότητα στον Μύθο: Επιρροή στις Δεκαετίες του ’70
Η Volante Rossa δημιούργησε έναν μύθο ηρωισμού και αδιάλλακτης αντίστασης, που ενέπνευσε τις ένοπλες ομάδες της ιταλικής αριστεράς κατά τα “Χρόνια του Μολυβιού” (Anni di Piombo) της δεκαετίας του 1970.
Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες (Brigate Rosse), για παράδειγμα, είδαν σε αυτήν ένα πρότυπο συνέχειας του αγώνα κατά του “προδομένου” κράτους, με κοινά στοιχεία όπως ο κοινός εχθρός και η δικαίωση της βίας.
Ως “ιταλική ΟΠΛΑ”, η Volante Rossa συμβολίζει την “ανεκπλήρωτη επανάσταση” μετά τον πόλεμο, όπου η αριστερά ένιωθε προδομένη από τις συμμαχίες και τις αμνηστίες.
Σήμερα, η ιστορία της παραμένει επίκαιρη, υπενθυμίζοντας πώς οι μεταπολεμικές συγκρούσεις διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ιταλία. Το βιβλίο του Bermani μας καλεί να ξαναδούμε αυτόν τον μύθο όχι ως ρομαντική αφήγηση, αλλά ως κριτική ματιά στην ιστορία της αντίστασης και της βίας.

0 Comments