
Γράφει ο Συνεργάτης
Ως γνωστόν, το πρώτο θύμα σε κάθε πόλεμο είναι η αλήθεια. Οι πληροφορίες που φτάνουν μέχρι την κοινή γνώμη είναι πάντοτε περιορισμένες και, πολύ συχνά, φιλτραρισμένες ή ελεγχόμενες ως προς την ακρίβεια και το περιεχόμενό τους. Μέσα σε αυτό το θολό τοπίο, τα λίγα στοιχεία που δημοσιοποιούνται δημιουργούν μια εικόνα που απέχει αρκετά από τις θριαμβολογίες των επίσημων ανακοινώσεων.
Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι νεκροί από τους βομβαρδισμούς αμερικανικών και ισραηλινών αεροσκαφών έχουν ήδη ξεπεράσει τους 1.000. Την ίδια στιγμή, η ιρακινή αντίσταση φαίνεται να απαντά με πλήγματα που δείχνουν ότι το μέτωπο κάθε άλλο παρά ελεγχόμενο είναι. Πληροφορίες κάνουν λόγο για επίθεση σε αμερικανικό τάνκερ, για πολλαπλές εκρήξεις πάνω από την πρωτεύουσα του Κατάρ, τη Ντόχα, ενώ σε βίντεο που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διακρίνεται καπνός κοντά στην αεροπορική βάση Al Udeid, μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή.
Ακόμη και Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές αντιμετωπίζουν με εμφανή ειρωνεία τις υπερφίαλες δηλώσεις αξιωματούχων των ΗΠΑ περί συνεχών νικών στο Ιράν. Υπενθυμίζουν ότι ανάλογες «νίκες» ανακοινώνονταν και σε προηγούμενους πολέμους, όπως στο Αφγανιστάν και στο Βιετνάμ, πριν αποδειχθεί τελικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οδηγήθηκαν σε στρατηγικές ήττες.
Τα αρχικά σχέδια που είχαν εκπονηθεί από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ φαίνεται πως δεν εξελίχθηκαν όπως είχαν υπολογιστεί. Ο βασικός στόχος έμοιαζε να είναι μια μορφή σύγχρονου blitzkrieg, ενός πολέμου-αστραπή που θα προκαλούσε «σοκ και δέος». Οι επιτελείς της εισβολής εκτιμούσαν ότι με τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ και δεκάδων ίσως υψηλόβαθμων στελεχών του ιρανικού καθεστώτος θα διαλυόταν ο μηχανισμός λήψης αποφάσεων. Μέσα στο χάος που θα ακολουθούσε, θεωρούσαν πιθανό να ανοίξει ο δρόμος για ανατροπή του καθεστώτος.
Οι προσδοκίες αυτές, όμως, διαψεύστηκαν παταγωδώς. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ιράν δεν κατέρρευσε, ούτε εμφανίστηκε κάποια γενικευμένη εξέγερση στο εσωτερικό της χώρας. Αντίθετα, το καθεστώς φαίνεται να διατηρεί τον έλεγχο των βασικών κρατικών μηχανισμών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε επαφές με κουρδικές δυνάμεις που αντιπολιτεύονται την Τεχεράνη, σε μια προσπάθεια να τις εξοπλίσουν και να υποκινήσουν εσωτερικές αναταραχές.
Την ίδια στιγμή, ο χρόνος αρχίζει να μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα για την Ουάσιγκτον. Η προθεσμία των τεσσάρων ημερών που είχε αρχικά θέσει ο Ντόναλντ Τραμπ επεκτάθηκε στις τέσσερις εβδομάδες, με ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας παράτασης. Μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι μόνο πολιτικό ζήτημα· αποτελεί και οικονομική αιμορραγία. Σύμφωνα με δημοσίευμα του ιστότοπου Global Surveillance, το Πεντάγωνο εκτιμά ότι ο πόλεμος με το Ιράν κοστίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα.
Παράλληλα, η εικόνα της παντοδυναμίας των αμερικανικών βάσεων στην περιοχή φαίνεται να έχει αρχίσει να ραγίζει. Η ευαλωτότητα στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αλλά και η πιθανότητα κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, προκαλούν έντονη ανησυχία στις αγορές ενέργειας και στις οικονομίες ολόκληρου του πλανήτη.
Σε αυτό το σκηνικό, Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ μοιάζουν να βρίσκονται αντιμέτωπες με μια δύσκολη πραγματικότητα. Η εξέγερση του ιρανικού λαού που κάποιοι προεξοφλούσαν δεν εμφανίστηκε, ενώ η ιρανική ηγεσία ούτε διαλύθηκε ούτε συνθηκολόγησε. Το Ιράν δεν είναι Γάζα, και η αεροπορική ισοπέδωση της Τεχεράνης ή άλλων μεγάλων πόλεων δύσκολα μπορεί να προσφέρει στρατηγική λύση.
Αντίθετα, μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ανεξέλεγκτες εξελίξεις. Η καταστροφή της ιρανικής βιομηχανίας και των παραγωγικών κέντρων ενδέχεται να οδηγήσει σε αντίποινα με στόχο τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και τις ακτές του Περσικού Κόλπου. Ένα τέτοιο σενάριο θα είχε τεράστιες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή σταθερότητα.
Η κατάσταση, με άλλα λόγια, μοιάζει με πραγματικό γεωπολιτικό μύλο. Και όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να ξεφύγει από κάθε έλεγχο — όχι μόνο για τις εμπλεκόμενες χώρες, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο.

Τροφή για σκέψη:
Η αραβική χερσόνησος σε τι ποσοστό βασίζεται για πόσιμο νερό στην αφαλάτωση;
Σαουδική Αραβία: 70% πόσιμο από αφαλάτωση (Ras Al-Khair, η μεγαλύτερη μονάδα παγκοσμίως).
ΗΑΕ: 90%+ (98% Αμπου Ντάμπι, 42 μονάδες).
Κατάρ: 100% (πλήρης εξάρτηση).