
Η δικαστική κατάληξη της υπόθεσης του λογισμικού παρακολούθησης Predator παρουσιάστηκε περίπου ως «κάθαρση». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο στην επιχείρηση πολιτικής υποβάθμισης ενός σκανδάλου που, σε οποιαδήποτε στοιχειωδώς λειτουργούσα δημοκρατία, θα είχε προκαλέσει θεσμικό σεισμό.
Τέσσερις ιδιώτες καταδικάστηκαν και το σύστημα εξουσίας έσπευσε να ανασάνει ανακουφισμένο. Το μήνυμα είναι σαφές: το πρόβλημα περιορίζεται σε κάποιους «τεχνικούς», σε κάποιους επιχειρηματίες, σε μερικούς μεσάζοντες. Το πολιτικό επίπεδο, εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις και οργανώνονται οι μηχανισμοί εξουσίας, παραμένει στο απυρόβλητο.
Το πιο εντυπωσιακό όμως δεν είναι η γνωστή πρακτική της μετατόπισης ευθυνών προς τα κάτω. Είναι η στάση ορισμένων υπουργών που υπήρξαν οι ίδιοι στόχοι παρακολούθησης. Αντί να απαιτήσουν πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, εμφανίζονται να λειτουργούν ως οι πιο πρόθυμοι υπερασπιστές μιας διαδικασίας που αφήνει περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.
Ο Θάνος Πλεύρης έσπευσε να πανηγυρίσει ότι «δεν καταδικάστηκαν πολιτικά πρόσωπα». Μια διατύπωση που ακούγεται σχεδόν κυνική αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ίδιος ήταν μεταξύ εκείνων που βρέθηκαν στο στόχαστρο του λογισμικού παρακολούθησης. Αντί να απαιτήσει απαντήσεις, προτίμησε να διαβεβαιώσει ότι το πολιτικό σύστημα παραμένει αλώβητο.
Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Νίκος Δένδιας. Όταν αποκαλύφθηκε ότι ακόμη και υπουργός Εξωτερικών μπορεί να αποτελεί στόχο ενός τέτοιου μηχανισμού, το γεγονός χαρακτηρίστηκε «απονενοημένο διάβημα». Μια πράξη που, όπως ειπώθηκε τότε, θα συνιστούσε κακούργημα σε κάθε δημοκρατική χώρα. Ωστόσο, όταν ήρθε η ώρα της πραγματικής διερεύνησης, η αποφασιστικότητα εξαφανίστηκε.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η στάση του Γιώργος Γεραπετρίτης. Η επίκληση της «αυτεπάγγελτης έρευνας» ως λόγου για τον οποίο τα θύματα δεν χρειάζεται να κινηθούν ενεργά δεν αποτελεί απλώς νομικό τέχνασμα. Είναι μια πολιτική επιλογή που λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ της αποδυνάμωσης της έρευνας. Στο ποινικό σύστημα η ενεργός παρουσία των θυμάτων –η κατάθεση μήνυσης, η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας– συχνά αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποκάλυψη της αλήθειας.
Αν η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών υπουργών που συμμετέχουν στο ΚΥΣΕΑ είναι πράγματι τόσο σοβαρή υπόθεση όσο παρουσιάστηκε αρχικά, τότε η απουσία μιας αποφασιστικής θεσμικής αντίδρασης προκαλεί εύλογες απορίες. Η στοιχειώδης στάση θα ήταν η πλήρης συνεργασία με τις αρχές, η παράδοση συσκευών για τεχνικό έλεγχο και η επιμονή στην αποκάλυψη κάθε πτυχής του μηχανισμού παρακολούθησης.
Αντί γι’ αυτό, παρακολουθούμε ένα παράδοξο θέαμα: πολιτικά πρόσωπα που εμφανίζονται ως στόχοι ενός σκοτεινού μηχανισμού κατασκοπείας να υιοθετούν επιχειρήματα που ουσιαστικά περιορίζουν την έρευνα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις το πρόβλημα παύει να είναι απλώς δικαστικό. Γίνεται βαθιά πολιτικό. Γιατί όταν ακόμη και τα θύματα ενός σκανδάλου μοιάζουν πρόθυμα να αποδεχθούν μια περιορισμένη εκδοχή της αλήθειας, τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ποιος παρακολουθούσε ποιον.
Αφορά το πώς λειτουργεί συνολικά το σύστημα εξουσίας.
Και τότε η εικόνα γίνεται ανησυχητικά καθαρή: ένα πολιτικό σύστημα που, ακόμη και όταν αποκαλύπτεται ότι χρησιμοποιεί ή ανέχεται μηχανισμούς παρακολούθησης, καταφέρνει τελικά να προστατεύει τον εαυτό του.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις έχουν αφετηρία το παρακάτω άρθρο της Τζίνας Μοσχολιού που δημοσιεύεται σήμερα στα “ΝΕΑ”.
Β.
Το σύνδρομο της Στοκχόλμης

Η πρόσφατη καταδίκη των τεσσάρων ιδιωτών για το σκάνδαλο του Predator έφερε στο προσκήνιο ένα ρεσιτάλ από παρακολουθούμενους υπουργούς που έχουν μετατραπεί στους πιο πρόθυμους απολογητές της υπόθεσης, με νομικές ακροβασίες και επιλεκτική αμνησία.
Πρώτο παράδειγμα, ο Θάνος Πλεύρης. Αφού έσπευσε να πανηγυρίσει ότι δεν καταδικάστηκαν πολιτικά πρόσωπα, ξέχασε να αναφέρει κάποιες λεπτομέρειες. Ερωτηθείς γιατί όσοι στοχοποιήθηκαν δεν προσέτρεξαν στη Δικαιοσύνη παρέλειψε να πει ότι το ερώτημα αφορά και τον ίδιο. Κι ότι ο καταδικασθείς Λαβράνος τυγχάνει κουμπάρος του.
Πάμε στον Νίκο Δένδια. Τον Απρίλιο του 2023 διαβεβαίωνε εμφατικά πως το να παρακολουθείται υπουργός Εξωτερικών αποτελεί «απονενοημένο διάβημα» που διώκεται ως κακούργημα παγκοσμίως, σπεύδοντας μάλιστα να καθησυχάσει ομολόγους του, όπως ο Μπλίνκεν. Τώρα που καταδικάστηκαν τέσσερα πρόσωπα κι η υπόθεση επιστρέφει στην Εισαγγελία για διερεύνηση κακουργημάτων όπως η κατασκοπεία, μήπως να πάρει τηλέφωνο τους ομολόγους του για να αναιρέσει τον καθησυχασμό; Και πώς εξηγεί ότι δεν προσέφυγε ποτέ για το «απονενοημένο»;
Η πιο θλιβερή έκπτωση, ωστόσο, ανήκει, δυστυχώς, στον Γιώργο Γεραπετρίτη που, αν και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ισχυρίστηκε ότι η έρευνα ήταν αυτεπάγγελτη, άρα η δική του εμπλοκή (και των υπολοίπων θυμάτων) ήταν περιττή. Πρόκειται για επιχείρημα που προσβάλλει τη νομική του ιδιότητα και τη νοημοσύνη μας. Αποκρύπτει τον ρόλο της υποστήριξης κατηγορίας στο ποινικό σύστημα, αλλά και ότι το δικαστήριο έπαυσε τη δίωξη για το αδίκημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών για τις περιπτώσεις τους επειδή δεν κατέθεσαν μήνυση.
Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι καθηγητής Νομικής για να αντιλαμβάνεται ότι η παραβίαση ή η απόπειρα παραβίασης του απορρήτου του τηλεφώνου υπουργών που συμμετέχουν στο ΚΥΣΕΑ αποτελούν κακουργήματα που απαιτούν τη συνεργασία με τις Αρχές. Το στοιχειώδες θα ήταν να παραδώσουν συσκευές για να ελεγχθούν, να ενημερώσουν τις Αρχές για τι είδους κρατικά απόρρητα μπορεί να έχουν αποκτηθεί, να καταθέσουν έγκληση και παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας. Κι ένας φοιτητής Νομικής τα ξέρει αυτά, πόσο μάλλον τρεις υπουργοί που είναι και δικηγόροι.
Τι να φανταστούμε, άρα, όταν οι στόχοι μιας τόσο σκοτεινής υπόθεσης θυσιάζουν την ακαδημαϊκή, πολιτική και θεσμική αξιοπρέπεια για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα λες και πάσχουν από το σύνδρομο της Στοκχόλμης; Τα ερωτήματα ξεφεύγουν, δυστυχώς, από τα νομικά όρια.

0 Comments