Το ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι ένας στός ηγέτης χωρίς δυναμική που δεν μπορεί να εμπνεύσει, είναι δεδομένο. Ασε που η στάση του να μην καταθέσει μήνυση εναντίον του κ. Μητσοτάκη και των Διοικητών της ΕΥΠ, αφού είναι δεδομένο ότι υπήρξε θύμα των υποκλοπών που είχε στηθεί από το κοινό κέντρο παρακολουθήσεων ΕΥΠ – Predator, υπό την καθοδήγηση του Μεγάρου Μαξίμου και προτίμησε γενικές μηνυτήριες αναφορές αντί στοχευμένων μηνύσεων είναι προβληματική.
Από κεί και πέρα όμως είναι πολύ σωστή η επίθεση που κάνει -παραθέτουμε το βύντεο στην συνέχεια- στον αντιπρόεδρο του κυβερνητικού κόμματος που χαρακτήρισε «αδιάφορο θέμα» τις υποκλοπές και την παρακολούθηση του από το Predator.
Σ΄’ αυτή την κατεύθυνση είναι και το εύστοχο κείμενο που υπογράφει σήμερα η Τζίνα Μοσχολιού στα “ΝΕΑ”:
Το αδιέξοδο
Η «γραμμή Γεωργιάδη» για το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι πως η παραβίαση δεδομένων μέσω του Predator αποτελεί ένα «αδιάφορο θέμα». Ισχυρίζεται ότι, όποιος έχει εγκρίνει κάπου πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα του, αλλά και όποιος κάνει τη δική του δουλειά, πρέπει να θεωρεί φυσικό ότι παρακολουθείται. Ο υπουργός μάς λέει, δηλαδή, ότι, αν, παραδείγματος χάρη, ένας ταχυδρόμος ξέρει τη διεύθυνση του σπιτιού μας, θα ήταν φυσιολογικό να το διαρρήξει κιόλας.
Όσο για το επιχείρημα του «επαγγελματικού κινδύνου», θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να ισχυριστεί ότι, όποιος κατέχει ανώτατο δημόσιο αξίωμα, οφείλει να δέχεται στωικά ότι, ενίοτε, θα βρίζεται ή θα γίνεται στόχος ακραίων σχολίων. Το έχουν δεχτεί όλα τα ευρωπαϊκά δικαστήρια αυτό. Ωστόσο, στην περίπτωση της προσβολής της τιμής του, ο Γεωργιάδης δεν επιδεικνύει καμία τέτοια ανοχή. Πώς γίνεται, λοιπόν, η προστασία της προσωπικής του υπόληψης να αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα για το οποίο προσφεύγει στη Δικαιοσύνη, αλλά η εν κρυπτώ υφαρπαγή των ευαίσθητων κρατικών και ιδιωτικών του επικοινωνιών να βαφτίζεται «αδιάφορη ρουτίνα»; Μια χαρά γίνεται, δυστυχώς. Διότι η «αδιαφορία» υποκρύπτει γνώση.
Και η γνώση εξηγεί το αδιέξοδο.
Αν πάρουμε τοις μετρητοίς τον ισχυρισμό περί μη κρατικής εμπλοκής και θεωρήσουμε το Predator αποκλειστικά «υπόθεση ιδιωτών», η κυβέρνηση δεν απαλλάσσεται. Ενοχοποιείται βαθύτερα. Πρακτικά παραδεχόμαστε ότι σκοτεινά ιδιωτικά κέντρα και εξωεθνικοί παράγοντες αφέθηκαν ανενόχλητοι να διαπράτουν κακουργηματική κατασκοπία και ουσιαστική διάτρηση της εθνικής ασφάλειας. Αν ένας τέτοιος πατριώτης πολιτικός το θεωρεί αυτό «αδιάφορο ζήτημα», τότε καλό θα ήταν να μας εξηγήσει πειστικά το γιατί.
Σε μια κανονική χώρα, αποδοχή του αφηγήματος περί ιδιωτών που υπέκλεπταν αξιωματούχους με παράνομο λογισμικό θα οδηγούσε το κράτος σε καταιγιστικές έρευνες αντικατασκοπείας, κατασχέσεις συσκευών, ανακρίσεις, εσωτερικές έρευνες για τον αν Ελληνες υπάλληλοι συνεργάστηκαν με ξένα δίκτυα, άσκηση ένδικων μέσων και υποστήριξη κατηγορίας στο δικαστήριο.
Εδώ δεν έγινε τίποτα, το κράτος δεν εμφανίστηκε καν ως ενδιαφερόμενο μέρος στη δίκη των ιδιωτών. Και το καμαρώνει κιόλας! Τι πιστεύουν οι παρακολουθούμενοι υπουργοί ότι θα σχολίαζαν οι ξένοι ομόλογοί τους, αν τους έλεγαν ότι το κράτος δεν πήγε ούτε στη δίκη και ότι χαρακτήρισε το θέμα «αδιάφορο»;
Διότι η «γραμμή Γεωργιάδη» δεν εκπέμπει κυριαρχία, πολιτική, προσωπική ή εθνική. Απλώς επιβεβαιώνει πως η κυβέρνηση έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο.
Περαστικά της:


1 Comment