Λαέ μου περιούσιε/ λαέ μου κουρελή/ Για τη χαρά σου θλίβομαι/ το κέφι σου με πνίγει/ Άλλοτε πλήρωνες φθηνά/ για να γλεντούν πολλοί/ Τώρα πληρώνης ακριβά/ για να γλεντούν ολίγοι
Γεώργιος Σουρής
Λαέ μου, σε κατάντησαν ταμειακή μηχανή με πατριωτικό περιτύλιγμα.
Χτυπάς μόνος σου την απόδειξη και λες κι «ευχαριστώ».
Σου πουλάνε σωτηρία με δόσεις,
και σου παίρνουν το μέλλον μετρητοίς.
Κι αυτοί;
Με ύφος σωτήρα και χέρια βουτηγμένα μέχρι τον αγκώνα,
σου κουνάνε και το δάχτυλο — μην τυχόν και θυμώσεις.
Γιατί ξέρουν:
ο θυμωμένος λαός είναι επικίνδυνος,
ο κουρασμένος λαός είναι ακίνδυνος.
Και σε θέλουν κουρασμένο.
Να λες «έλα μωρέ, όλοι ίδιοι είναι»,
να βολεύονται όλοι — εκτός από σένα.
Άλλοτε σου τρώγανε το ψωμί και ντρεπόντουσαν,
τώρα σου τρώνε και το πιάτο
και σου λένε ότι φταις που πεινάς.
Κι εσύ;
Ακόμα ψάχνεις τον τίμιο ανάμεσα στους κλέφτες,
σαν να ψάχνεις νηφαλιότητα σε μεθύστακα.
Η αλήθεια είναι απλή και βρώμικη:
δεν σε φοβούνται — σε έχουν μετρήσει.
Ξέρουν πόσο αντέχεις, πόσο ξεχνάς, πόσο συγχωρείς.
Και κάθε φορά που λες «δεν αλλάζει τίποτα»,
τους υπογράφεις άλλη μια θητεία.
***
«Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία».
“Πρέβεζα” – Κώστας Καρυωτάκης


0 Comments