Όταν η κυβερνητική προπαγάνδα και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης πανηγυρίζουν για τις «ευρωπαϊκές πρωτιές» της Ελλάδας στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, υπάρχει μια μικρή —αλλά καθόλου ασήμαντη— λεπτομέρεια που συνήθως ξεχνιέται: οι αριθμοί δεν είναι όλοι ίδιοι και το ποσοστό δεν λέει από μόνο του ολόκληρη την αλήθεια.
Γιατί άλλο πράγμα είναι το ποσοστό του χρέους ως προς το ΑΕΠ και άλλο το ίδιο το απόλυτο ύψος του χρέους. Και άλλο πράγμα η δημοσιονομική «εξυγίανση» στα χαρτιά και άλλο η κοινωνική κατάσταση εκείνων που καλούνται να την πληρώσουν.
Μια προσεκτική ανάγνωση των επίσημων στοιχείων του ΟΔΔΗΧ, της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτει μια πολύ λιγότερο θριαμβευτική εικόνα από αυτή που παρουσιάζεται καθημερινά ως «ελληνικό success story».
Η παγίδα του ποσοστού και η πραγματικότητα των δισεκατομμυρίων
Ας ξεκινήσουμε από τους απόλυτους αριθμούς.
Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, το χρέος της κεντρικής διοίκησης ανερχόταν στα 406,18 δισ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2025 και είχε υποχωρήσει στα 400,52 δισ. ευρώ στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που πρέπει να κρατήσουμε. Γιατί μέσα στη θριαμβολογία των ποσοστών υπάρχει ένας τεράστιος όγκος χρέους, που εξακολουθεί να βαραίνει τον κρατικό προϋπολογισμό και, τελικά, την κοινωνία.
Η Eurostat, από την άλλη πλευρά, καταγράφει για το πρώτο τρίμηνο του 2026 το χρέος της γενικής κυβέρνησης στο 143,5% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι βεβαίως σημαντική η μείωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια: από 152,9% του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2025 και 146,1% στο τέλος του 2025. Μόνο που εδώ βρίσκεται η μεγάλη στατιστική παγίδα.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι κλάσμα. Όταν μεγαλώνει ο παρονομαστής -το ονομαστικό ΑΕΠ- το ποσοστό μπορεί να υποχωρεί ακόμη και χωρίς αντίστοιχη μείωση του κοινωνικού βάρους της οικονομίας. Και η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ συνδέθηκε το 2025 με τα πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και με την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
Με άλλα λόγια: το ποσοστό μπορεί να βελτιώνεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βελτιώνεται αντίστοιχα η ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Πρωτογενή πλεονάσματα: Ποιος πληρώνει τον «καλό μαθητή»;
Και εδώ φτάνουμε στην καρδιά της υπόθεσης.
Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών. Το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα ήταν επίσης πλεονασματικό, στο 1,7% του ΑΕΠ. Στην κυβερνητική αφήγηση αυτό παρουσιάζεται ως απόδειξη «υπευθυνότητας», «νοικοκυρέματος» και οικονομικής επιτυχίας.
Μόνο που υπάρχει ένα απλό ερώτημα: Πλεόνασμα για ποιον;
Όταν η φορολογία της κατανάλωσης παραμένει βαριά, όταν ο ΦΠΑ επιβαρύνει δυσανάλογα τα λαϊκά εισοδήματα, όταν η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά και όταν οι κοινωνικές ανάγκες δεν παύουν να υπάρχουν επειδή ο κρατικός λογιστής κατέγραψε πλεόνασμα, τότε η δημοσιονομική «επιτυχία» δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από το ποιος σηκώνει το βάρος της.
Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι κάποιο μυστηριώδες φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα της σχέσης εσόδων και δαπανών του κράτους. Και επομένως το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο μεγάλο είναι το πλεόνασμα. Είναι από πού προήλθε και πού κατευθύνεται.
Πρόωρες αποπληρωμές: Το κράτος πληρώνει τους πιστωτές πριν από την κοινωνία
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική των πρόωρων αποπληρωμών προς τους επίσημους πιστωτές. Το 2025 πραγματοποιήθηκε πρόωρη αποπληρωμή δανείων του Greek Loan Facility ύψους περίπου 5,3 δισ. ευρώ, ενώ το 2026 έχει ανοίξει ο δρόμος για νέα πρόωρη αποπληρωμή. Ο ESM επιβεβαίωσε τον Ιούνιο του 2026 ότι οι σχετικές διαδικασίες διευκολύνθηκαν με τη χρήση μέρους του ταμειακού αποθέματος.
Το ίδιο το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων GLF ύψους 5,3 δισ. ευρώ συνέβαλε μαζί με το πρωτογενές πλεόνασμα στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ το 2025.
Και εδώ βρίσκεται μια βαθιά πολιτική επιλογή: Ποια ανάγκη προηγείται;
Η επιτάχυνση της αποπληρωμής προς τους πιστωτές ή η ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής προστασίας, των υποδομών και της πολιτικής προστασίας; Η απάντηση της κυβέρνησης είναι σαφής. Προηγείται η δημοσιονομική αξιοπιστία. Προηγείται η εικόνα του «καλού μαθητή» απέναντι στις αγορές. Προηγείται η διαβεβαίωση προς τους πιστωτές ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να τηρεί απαρέγκλιτα τους δημοσιονομικούς στόχους.
Και κάπου πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η κοινωνία.
Η μεγάλη αντίφαση: Πλεονάσματα στην κορυφή, υστέρηση στην καθημερινότητα
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο.
Η Ελλάδα μπορεί να πανηγυρίζει για τη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται στον πάτο της Ευρώπης.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, σε όρους αγοραστικής δύναμης, βρισκόταν μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ — δηλαδή 32% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ελλάδα και η Βουλγαρία καταγράφουν το χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Αυτό είναι το άλλο μισό της εικόνας. Από τη μία: «Μειώνουμε το χρέος!» Από την άλλη: «Παραμένουμε 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ!»
Και ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η πραγματική κοινωνική ζωή.
Μισθοί που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής. Νοικοκυριά που πιέζονται από την ακρίβεια. Εργαζόμενοι που δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα.
Δημόσιες υπηρεσίες που ζητούν περισσότερους πόρους.
Και μια κοινωνία στην οποία η οικονομική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Η στατιστική δεν είναι ουδέτερη
Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσει και το παραμύθι ότι οι αριθμοί «μιλούν μόνοι τους». Οι αριθμοί δεν είναι ψεύτικοι. Η πολιτική χρήση τους μπορεί να είναι παραπλανητική.
Το 143,5% είναι πραγματικό. Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι πραγματική. Το πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% είναι πραγματικό. Η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων είναι πραγματική.
Και το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται 32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι επίσης πραγματικό.
Αυτό που δεν είναι πραγματικό είναι η προσπάθεια να παρουσιαστούν όλα αυτά σαν μία ενιαία ιστορία θριάμβου. Γιατί μπορείς να έχεις δημοσιονομική βελτίωση και κοινωνική στασιμότητα. Μπορείς να έχεις υψηλά πλεονάσματα και χαμηλή αγοραστική δύναμη. Μπορείς να έχεις καλύτερους δείκτες χρέους και ταυτόχρονα μια κοινωνία που εξακολουθεί να κουβαλά τις συνέπειες της μνημονιακής περιόδου.
Και μπορείς να έχεις μια οικονομία που «αναπτύσσεται» χωρίς ο πλούτος που παράγεται να κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Το πραγματικό success story ποιο είναι;
Το κυβερνητικό αφήγημα θέλει να μας πείσει ότι η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί από μόνη της κοινωνικό επίτευγμα. Δεν είναι. Επίτευγμα θα ήταν να μειώνεται το χρέος χωρίς να συνθλίβεται η κοινωνία. Επίτευγμα θα ήταν η αύξηση του ΑΕΠ να μετατρέπεται σε αυξήσεις μισθών, καλύτερη δημόσια υγεία, ισχυρότερη παιδεία, κοινωνική προστασία και αξιοπρεπή ζωή. Επίτευγμα θα ήταν η δημοσιονομική σταθερότητα να μη χτίζεται πάνω στην πλάτη εκείνων που ζουν από τον μισθό και τη σύνταξη.
Γιατί τελικά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι δείκτες βελτιώνονται.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιος πληρώνει για να βελτιώνονται οι δείκτες και ποιος καρπώνεται τα οφέλη;
Αυτό είναι το ταξικό περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής. Και γι’ αυτό η συζήτηση για το χρέος δεν μπορεί να περιορίζεται σε ποσοστά, διαγράμματα και πανηγυρικούς τίτλους.
Πίσω από κάθε ποσοστό υπάρχουν άνθρωποι. Πίσω από κάθε πλεόνασμα υπάρχουν φόροι και κρατικές δαπάνες. Πίσω από κάθε πρόωρη αποπληρωμή υπάρχει μια πολιτική προτεραιότητα. Και πίσω από κάθε κυβερνητικό success story πρέπει να ρωτάμε το αυτονόητο:
Success για ποιον;
Γιατί όταν το κράτος πανηγυρίζει ότι έγινε «καλύτερος μαθητής» των αγορών, αλλά η κοινωνική πλειοψηφία εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά το κόστος της προσαρμογής, τότε η στατιστική παύει να είναι απλώς λογιστική. Γίνεται πολιτική. Και η πολιτική αυτή έχει ταξικό πρόσημο.


0 Comments