Η δίκη των Αμπελοκήπων μπαίνει στην τελική ευθεία. Όχι σαν μια «ουδέτερη» διαδικασία απονομής δικαιοσύνης, αλλά σαν αυτό που πραγματικά είναι: ένα ακόμα επεισόδιο του ίδιου έργου, όπου η κρατική εξουσία επιχειρεί να επιβάλει την αφήγησή της.
Η εισαγγελέας χάραξε τη γραμμή: απαλλαγή για Ρωμανό, Δημητρίου και Αργυρή — γιατί ακόμα και μέσα στο κατασκευασμένο κατηγορητήριο δεν βρέθηκαν αρκετά «υλικά». Και από την άλλη, πρόταση ενοχής για τη Μ. Μανούρα και τον Δ. Ζαραφέτα, γιατί κάπου πρέπει να σταθεί η «επιτυχία» της αντιτρομοκρατικής και να δικαιολογηθούν οι μηχανισμοί της.
Μην έχουμε αυταπάτες. Η εισαγγελική πρόταση μπορεί να μην είναι δεσμευτική, αλλά δείχνει ξεκάθαρα τη λογική του συστήματος: ό,τι δεν στέκει, το πετάνε· ό,τι μπορούν να στηρίξουν —έστω και με το ζόρι— το κρατάνε για να βγει αποτέλεσμα.
Δεν θα τα ξαναπούμε αναλυτικά. Το έχουμε δει το έργο. Η «Δικαιοσύνη» έχει πρόσωπο όταν είναι να τιμωρήσει — τότε γίνεται αυστηρή, αμείλικτη, σχεδόν εκδικητική. Όταν όμως έρχεται η ώρα να λογοδοτήσει για τις ίδιες της τις πράξεις, εξαφανίζεται. Γίνεται απρόσωπη, άυλη, «θεσμική». Κανείς δεν φταίει. Πάντα «έγινε λάθος».
Και αυτά τα «λάθη» δεν είναι αθώα.
Είναι οι σκευωρίες που στήνονται στα γραφεία της ασφάλειας. Είναι οι δικογραφίες που ράβονται στο γόνατο. Είναι οι ζωές που διαλύονται για να στηθεί ένα αφήγημα «εσωτερικού εχθρού». Από τον Γιάννη Σερίφη τον Α. Λεσπέρογλου τον Βαγγέλη Σταθόπουλο, και σήμερα τον Νίκο Ρωμανό η ιστορία επαναλαμβάνεται με ανατριχιαστική συνέπεια.
Υποθέσεις που καταρρέουν στο ακροατήριο. Κατηγορίες που δεν αντέχουν ούτε πέντε λεπτά σοβαρής εξέτασης. Και στο τέλος; Αθώοι άνθρωποι βγαίνουν από τη φυλακή τσακισμένοι, σωματικά και ψυχικά. Και από την άλλη πλευρά; Απόλυτη σιωπή. Κανένας εισαγγελέας, κανένας αστυνομικός, κανένας «λειτουργός της Θέμιδας» δεν δίνει λόγο.
Γιατί; Γιατί το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του.
Όπως έγραψε και ένας αστός δημοσιολόγος, ο Οδυσσέας Ιωάννου, το «δικοί μας» και «δικοί τους» έχει γίνει κανονικότητα. Το δίκιο δεν έχει σημασία – σημασία έχει η νίκη. Η εξόντωση του «άλλου». Ο παραδειγματισμός. Αυτή είναι η δικαιοσύνη τους: δικαιοσύνη σπηλαίων, ντυμένη με τήβεννο.
Και μετά; Μετά δεν υπάρχουν συγγνώμες. Δεν υπάρχει επιστροφή. Κανείς δεν γυρνάει πίσω τα χρόνια που κλάπηκαν. Κανείς δεν γιατρεύει τη ζημιά.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Μέχρι πότε θα κρύβονται πίσω από τη «δικαστική πλάνη»;
Πλάνη όμως είναι ένα λάθος. Όχι μια επαναλαμβανόμενη πρακτική. Όχι μια ολόκληρη βιομηχανία διώξεων που χτίζεται πάνω σε σαθρά στοιχεία και πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο λαός το λέει πιο καθαρά: «οι μαλακίες πληρώνονται».
Εδώ όμως δεν μιλάμε για μαλακίες. Μιλάμε για εγκλήματα που μένουν ατιμώρητα.
Η περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου είναι μόνο ένα παράδειγμα: σχεδόν πέντε χρόνια ζωής χαμένα, μέσα σε κελιά, για μια «πλάνη». Ποιος πλήρωσε γι’ αυτό;
Κανείς.
Και όσο δεν πληρώνει κανείς, τόσο το έργο θα επαναλαμβάνεται.
Με νέους κατηγορούμενους. Με νέες «υποθέσεις». Με τα ίδια ψέματα.
Μέχρι πότε θα υπάρχουν μόνο θύματα;
Μέχρι πότε δεν θα υπάρχουν θύτες;



0 Comments