Το ότι η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πραγματικό πολιτικό Γολγοθά στο σκάνδαλο των υποκλοπών δεν προκύπτει πλέον μόνο από τις κινήσεις της αντιπολίτευσης. Αναδεικνύεται –και μάλιστα με εμφατικό τρόπο– από τις ίδιες τις παρεμβάσεις ενός εκ των βασικών μιντιακών πυλώνων του συστήματος, της “Καθημερινή”, η οποία εμφανίζεται αισθητά αποστασιοποιημένη από τις κυβερνητικές επιλογές.
Ήδη, ο διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, Μιχάλης Τσιντσίνης, είχε επιτεθεί με αιχμηρό –και σαφώς σκωπτικό– τρόπο στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ασκώντας μια κριτική που δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «συστημικά φιλική».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Πάσχος Μανδραβέλλης, αρθρογράφος της εφημερίδας που διευθύνει ο Αλέξης Παπαχελάς. Με λόγο καυστικό και χωρίς περιστροφές, αποδομεί το αφήγημα περί «ορθών χειρισμών» της Δικαιοσύνης:
«Ακούμε αυτές τις μέρες θεσμικούς δικαστές να λένε ότι δικαιολογείται ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Κωνσταντίνος Τζαβέλλας τα έκανε όλα σωστά και επαναρχαιοθέτησε την υπόθεση. Ναι, σύμφωνοι. Να τα λένε αυτοί, έτσι πρέπει να ’ναι. Αλλά αυτό θυμίζει λίγο το ιατρικό ανέκδοτο “η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής απέθανε”. Αν ο Άρειος Πάγος, πέντε χρόνια τώρα, τα κάνει όλα σωστά και δεν μπόρεσε ακόμη να πείσει τους πολίτες για το πόσο καλή είναι η Δικαιοσύνη, τότε πρέπει να ψάξουμε τη συνολική αποτυχία της Δικαιοσύνης. Αν όλα γίνονται σωστά και έχουμε αυτά τα αποτελέσματα, τότε ποιος υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης;»
Η παρέμβαση αυτή δεν είναι απλώς μια ακόμη δημοσιογραφική άποψη. Είναι μια σαφής ένδειξη ότι ακόμη και εντός του «κεντρικού αφηγήματος» διαμορφώνονται ρωγμές, με το ζήτημα της αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης να τίθεται πλέον ανοιχτά και μάλιστα από καθεστωτικά ΜΜΕ.
Την ίδια στιγμή, μια άλλη κρίσιμη πτυχή της υπόθεσης αναδεικνύει ο επίσης αρθρογράφος της «Καθημερινής» Σταύρος Παπαντωνίου, μεταφέροντας τη συζήτηση στο πεδίο των κοινοβουλευτικών συσχετισμών:
«Η πρόταση που πρόκειται να καταθέσει το ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής σχετικά με το θέμα των υποκλοπών δημιουργεί μια νέα –και δύσκολη– εξίσωση για την κυβέρνηση. Για να περάσει η πρόταση χρειάζεται την έγκριση από 120 βουλευτές, που –λογικά– θα βρεθούν, καθώς υπάρχουν 114 των κομμάτων της αντιπολίτευσης και 27 ανεξάρτητοι. Η κυβέρνηση διαθέτει ένα “χαρτί” για να μπλοκάρει τη σύσταση επικαλούμενη ζήτημα “εθνικής άμυνας”, καθώς σε αυτή την περίπτωση απαιτείται πλειοψηφία 151 βουλευτών. Εάν δεν το κάνει, θα έχει μπροστά της μια Εξεταστική που θα τροφοδοτεί συνεχώς την όλη υπόθεση. Εάν το πράξει και επικαλεστεί λόγους εθνικής άμυνας, θα “κλείσει” μεν το θέμα, αλλά θα προκύψει η αντίφαση πως τελικά οι υποκλοπές γίνονταν για λόγους εθνικής σημασίας, οι οποίοι δεν μπορούν να εξηγηθούν. Σε κάθε περίπτωση θα πρόκειται για μια νέα διαχείριση κρίσης».
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει μόνο την πίεση της αντιπολίτευσης ή της κοινωνίας, αλλά και μια αυξανόμενη αμφισβήτηση από φωνές που μέχρι πρότινος θεωρούνταν πιο «συγκρατημένες» και φιλικές προς την κυβέρνηση.
Όταν ακόμη και τέτοια κέντρα λόγου αναδεικνύουν αντιφάσεις, σαρκάζουν θεσμικές επιλογές και φωτίζουν τα πολιτικά αδιέξοδα, τότε το πρόβλημα παύει να είναι επικοινωνιακό. Γίνεται βαθιά πολιτικό – και δύσκολα διαχειρίσιμο.


0 Comments