Υποκλοπές: Νομικοί μι
πλέον για ποινικές ευθύνες – Στο επίκεντρο ο ρόλος του Εισαγγελέα Κωνσταντίνου Τζαβέλλα
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν λέει να κλείσει. Και όσο επιχειρείται να «κλείσει» διοικητικά, τόσο ανοίγει πολιτικά, κοινωνικά και –πλέον– ευθέως ποινικά. Οι τελευταίες παρεμβάσεις δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών.
Ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, ορμώμενος από τα πρόσφατα δημοσιογραφικά στοιχεία, μιλά πλέον ανοιχτά για πιθανή τέλεση πειθαρχικών και ποινικών αδικημάτων από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η θέση αυτή δεν εμφανίζεται στο κενό. Εντάσσεται σε ένα ήδη βαρύ κατηγορητήριο που διαμορφώνεται εδώ και μέρες στον νομικό κόσμο.
Ήδη, με αφορμή την άρνηση ανάσυρσης της δικογραφίας, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι πρόκειται για «θεσμική εκτροπή», με τον ίδιο τον Καμπαγιάννη να επισημαίνει την «χαώδη αντίθεση» ανάμεσα στη δικαστική κρίση που ζητούσε διερεύνηση για κατασκοπεία και στην αιτιολογία του ανώτατου εισαγγελέα .
Το ζήτημα δεν είναι απλώς νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Η πράξη του εισαγγελέα να μην ανασύρει την υπόθεση, παρά την ύπαρξη νέων στοιχείων και σχετικής δικαστικής απόφασης, έχει ήδη προκαλέσει ανοιχτή σύγκρουση με τον νομικό κόσμο. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών μιλά για αποτυχία εκπλήρωσης του θεσμικού ρόλου και ζητά την παραίτησή του, κάνοντας λόγο για πλήγμα στο κράτος δικαίου .
Σε αυτό το ήδη εκρηκτικό σκηνικό έρχεται να προστεθεί και η σημερινή παρέμβαση του καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Γρηγόρη Καλφέλη, μέσα από τις σελίδες του «Βήματος». Ο Καλφέλης δεν προσεγγίζει το ζήτημα με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά με αυστηρά νομικά και συνταγματικά κριτήρια. Και ακριβώς γι’ αυτό η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η διαχείριση της υπόθεσης των υποκλοπών αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας και του Συντάγματος. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ερευνήθηκαν επαρκώς τα αδικήματα, αλλά αν η ίδια η Δικαιοσύνη ανταποκρίνεται στον θεσμικό της ρόλο όταν καλείται να ελέγξει την εξουσία.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο σύγκλισης όλων των παρεμβάσεων: ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς μια δικαστική κρίση, αλλά το αν υπάρχει πραγματικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας.
Η απόφαση να μπει στο αρχείο μια υπόθεση που αγγίζει ακόμη και το ενδεχόμενο κατασκοπείας, παρά τα νέα στοιχεία που αναδείχθηκαν σε δικαστικό επίπεδο, έχει ήδη χαρακτηριστεί ως «ώρα μηδέν» για τη Δικαιοσύνη.
Και αυτό δεν είναι ρητορική υπερβολή.
Γιατί όταν: αγνοούνται δικαστικές αποφάσεις που ζητούν περαιτέρω διερεύνηση, παρακάμπτονται κρίσιμα αποδεικτικά δεδομένα, και εγείρονται ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων για τον ίδιο τον ελέγχοντα, τότε δεν μιλάμε απλώς για «λάθος εκτίμηση». Μιλάμε για κρίση θεσμών.
Η παρέμβαση Καμπαγιάννη, που πλέον θέτει ζήτημα και ποινικής ευθύνης, έρχεται να μετατοπίσει το βάρος της συζήτησης: από την πολιτική κριτική, στη σφαίρα της λογοδοσίας. Και η τοποθέτηση Καλφέλη λειτουργεί ως επιστημονική τεκμηρίωση ότι το ζήτημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά δομικό.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν υπήρξε σκάνδαλο.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει μηχανισμός να το ερευνήσει.
Και αυτό, σε μια αστική δημοκρατία, είναι το πιο ανησυχητικό από όλα.
_________________________________
Σχετικό ποστ του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ
Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας όλα τα δικαστικά πρόσωπα είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν λόγοι που προκαλούν
υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλας αποφάσισε αντιδεοντολογικά και παράνομα να χειριστεί την υπόθεση των υποκλοπών ενώ συνέτρεχαν συγκεκριμένοι λόγοι δυσπιστίας στο πρόσωπο του και ειδικότερα:
1.Διετέλεσε επόπτης της ΕΥΠ την επίδικη περίοδο δηλαδή την ίδια περίοδο που έχει προκύψει με βάση τα νέα στοιχεία ότι στελέχη της ΕΥΠ συνεργάζονταν με τα στελέχη της Intellexa, έδιναν άδειες εισόδου σε απόρρητες εγκαταστάσεις, υπέβαλλαν προτάσεις συγχρηματοδότησης και επεξεργάζονταν από κοινού απόρρητα συμβατικά κείμενα συνεργασίας με ξένες μυστικές υπηρεσίες
2.Υπέγραψε ο ίδιος τις διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του δημοσιογράφου Θ. Κουκάκη, ο οποίος είναι διάδικος στην δικογραφία.
3.Υπέγραψε και την παράταση της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του Κουκάκη, ενώ διέταξε την αιφνίδια διακοπή της μόλις ο Κουκάκης έκανε αίτηση στην ΑΔΑΕ στις 12.8.2020 για να ενημερωθεί αν τελούσε υπό επισύνδεση. Αυτό αποτελεί την απόλυτη απόδειξη ότι δεν υπήρχαν ποτέ πραγματικοί λόγοι σχετιζόμενοι με την εθνική ασφάλεια.
4.Υπέγραψε και άλλες τουλάχιστον δέκα άρσεις του απορρήτου των επικοινωνιών για πρόσωπα για τα οποία δεν υπήρχε αποδεδειγμένα κανένας λόγος εθνικής ασφάλειας και η παρακολούθηση τους ήταν καταχρηστική.
5.Υπέγραψε την πρωτοφανή παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κ. Χατζηδάκη, του Οικονομικού Εισαγγελέα Χ.Μπαρδάκη, του Γ. Μυλωνάκη και της συζύγου του Τ. Μεσαροπούλου αλλά και της Α. Ξαγοράρη στενής συνεργάτιδας της συζύγου του Πρωθυπουργού.
6.Υπέγραψε τις παρακολουθήσεις Κουκάκη, Μπαρδάκη και Μυλωνάκη την 1.6.2020 και την αμέσως επόμενη ημέρα (2.6.2020) ξεκίνησε η αποστολή των μηνυμάτων που μετά από λίγο παγίδευσαν με Predator τα προαναφερόμενα πρόσωπα.
7.Κατέθεσε ως μάρτυρας στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για την υπόθεση, κάτι που από μόνο του θα αρκούσε να τον αποτρέψει από το να ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση.




0 Comments