Πηγή: Δανάη Κισκήρα – Μπαρτσώκα, ΕφΣυν
Πριν από την τραγική υπόθεση του Νίκου Ρωμανού και των συγκατηγορουμένων του, πολλοί άνθρωποι ακόμα στερήθηκαν την ελευθερία τους άδικα προτού αθωωθούν πανηγυρικά.
Ο Νίκος Ρωμανός και οι συγκατηγορούμενοί του Αργύρης Κ. και Δημήτρης Π. βρέθηκαν για σχεδόν ενάμιση χρόνο άδικα στη φυλακή. Οι δύο πρώτοι έχασαν 17 μήνες από τη ζωή τους εξαιτίας τμήματος αποτυπώματος που εντοπίστηκε σε πλαστική σακούλα σκουπιδιών μέσα στο διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας στους Αμπελόκηπους, όπου σημειώθηκε έκρηξη τον Οκτώβριο του 2024 με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του ο αναρχικός Κυριάκος Ξυμητήρης. Ο τρίτος προφυλακίστηκε σε ένα κρεσέντο ποινικοποίησης προσωπικών και κοινωνικών σχέσεων.
Λίγες μέρες πριν οι τρεις τους άκουσαν την ομόφωνη αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου, ωστόσο ο χρόνος που χάθηκε δεν μπορεί να επιστραφεί, ούτε μπορούν να αναιρεθούν οι συνέπειες μιας μακράς προφυλάκισης, αποτέλεσμα της προσπάθειας των κρατικών μηχανισμών να στηρίξουν το αφήγημα της νεο-τρομοκρατίας.
Οι τρεις τους δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό. Αντίθετα, εντάσσονται σε μια μακρά αλυσίδα δικαστικών υποθέσεων όπου η προφυλάκιση, οι ανύπαρκτες αποδείξεις, η διεύρυνση του «αντιτρομοκρατικού» πλαισίου και η ποινικοποίηση κοινωνικών σχέσεων λειτουργούν ως βασικά εργαλεία καταστολής πολύ πριν οι δικαστικές αίθουσες οδηγηθούν σε αθωωτικές αποφάσεις.
Ηριάννα και Περικλής
Η υπόθεση της Ηριάννας Β.Λ. και του Περικλή Μ. αποτέλεσε μία από τις πιο κραυγαλέες στιγμές αμφισβήτησης της λειτουργίας της ελληνικής Δικαιοσύνης στα χρόνια μετά την κρίση. Το καλοκαίρι του 2017 η νεαρή πανεπιστημιακή ερευνήτρια καταδικάστηκε σε κάθειρξη 13 ετών χωρίς αναστολή με μοναδικό στοιχείο ένα μερικό και αμφισβητούμενο δείγμα DNA που φερόταν να έχει εντοπιστεί σε γεμιστήρα όπλου. Μαζί της καταδικάστηκε και ο Περικλής Μ., επίσης χωρίς να προκύπτουν ουσιαστικά επιβαρυντικά στοιχεία.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις στον νομικό κόσμο, σε πανεπιστημιακούς κύκλους, αλλά και σε ένα ευρύ κοινωνικό κύμα αλληλεγγύης, καθώς από νωρίς τέθηκε στο επίκεντρο το ζήτημα της αξιοπιστίας του γενετικού υλικού ως μοναδικού αποδεικτικού μέσου.
Η εμπλοκή της Ηριάννας ξεκίνησε μετά τη σύλληψη του συντρόφου της για συμμετοχή στη «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς». Εκείνος αθωώθηκε πλήρως ήδη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ωστόσο δύο χρόνια αργότερα η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη με βαριές κατηγορίες στηριγμένες αποκλειστικά σε ένα ελλιπές γενετικό εύρημα, το οποίο είχε ήδη αμφισβητηθεί επιστημονικά και νομικά σε άλλες δίκες.
Τελικά, το Εφετείο ανέτρεψε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση και αθώωσε ομόφωνα τους δύο κατηγορούμενους. Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαινόταν ότι το DNA αποτελούσε απλώς ένα «πληροφοριακό εργαλείο» για τις ανακριτικές αρχές και όχι ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο που θα μπορούσε από μόνο του να οδηγήσει σε καταδίκη. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ακόμη και η πιθανή επαφή με ένα κινητό αντικείμενο δεν συνεπάγεται αυτομάτως συμμετοχή σε αξιόποινες πράξεις. Ωστόσο η Ηριάννα και ο Περικλής είχαν ήδη περάσει έναν χρόνο στη φυλακή.
Τάσος Θεοφίλου
Αντίστοιχα χαρακτηριστική και πολύ πιο επώδυνη υπήρξε η περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου. Συνελήφθη τον Αύγουστο του 2012 από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και κατηγορήθηκε για συμμετοχή στη ληστεία της Πάρου, κατά την οποία δολοφονήθηκε οδηγός ταξί, καθώς και για ένταξη στη «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς».
Παρότι κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν τον αναγνώρισε, το βασικό στοιχείο της κατηγορίας ήταν ένα καπέλο στο οποίο, σύμφωνα με την Αντιτρομοκρατική, βρέθηκε γενετικό υλικό του. Το καπέλο αυτό ωστόσο δεν περιλαμβανόταν στα αρχικά ευρήματα της υπόθεσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον καταδίκασε σε 25 χρόνια κάθειρξης για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και συμμετοχή στη ληστεία αθωώνοντάς τον ταυτόχρονα για συμμετοχή στην οργάνωση. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια εγκλεισμού μέχρι το Πενταμελές Εφετείο να τον αθωώσει πλήρως το 2017.
Η δικαστική περιπέτειά του ολοκληρώθηκε οριστικά το 2018, όταν ο Αρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της αθωωτικής απόφασης. Στην απόφαση επισημαινόταν ότι το μοναδικό στοιχείο ενοχής, το περιβόητο καπέλο, δεν αρκούσε για τη θεμελίωση καταδικαστικής κρίσης.
Οι πρόσφυγες στο στόχαστρο
Ανάλογες πρακτικές συναντώνται συστηματικά και στις διώξεις προσφύγων και μεταναστών, με τις περιπτώσεις των Ακίφ Ραζούλι και Αμίρ Ζαχίρι να αναδεικνύουν δραματικά τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική μεταναστευτική πολιτική μετατρέπει συχνά τα ίδια τα θύματα των προσφυγικών ροών σε κατηγορούμενους.
Οι δύο νεαροί Αφγανοί καταδικάστηκαν πρωτόδικα το 2020 σε ποινές άνω των 50 ετών ως διακινητές, επειδή βρέθηκαν στο πηδάλιο της βάρκας με την οποία πέρασαν στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, όπως συμβαίνει συχνά, ο πραγματικός διακινητής είχε εγκαταλείψει το σκάφος παραδίδοντας το τιμόνι σε έναν από τους επιβάτες. Παρέμειναν δύο χρόνια στη φυλακή μέχρι να αθωωθούν ή να απαλλαγούν από τις βασικές κατηγορίες σε δεύτερο βαθμό, με τον έναν εξ αυτών να βλέπει για πρώτη φορά το δεύτερο παιδί του μέσα στη δικαστική αίθουσα.
Παρόμοια ήταν και η υπόθεση των Αφγανών προσφύγων που κατηγορήθηκαν για τον εμπρησμό της Μόριας. Αν και αρκετοί ήταν ανήλικοι, δικάστηκαν αρχικά ως ενήλικες και καταδικάστηκαν περνώντας περισσότερα από τρία χρόνια στη φυλακή, πριν τελικά αθωωθούν από το Δικαστήριο Ανηλίκων.
ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
● Ηριάννα Β.Λ. και Περικλής Μ.
● Τάσος Θεοφίλου
● Ακίφ Ραζούλι και Αμίρ Ζαχίρι
● Εκρηξη στους Αμπελοκήπους


0 Comments