Για όσους και όσες γνωρίζουν, έστω και επιδερμικά, κάποια πράγματα από τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, είναι προφανές ότι στα σύγχρονα καθεστώτα του κοινοβουλευτικού αστισμού η διάκριση των τριών εξουσιών του κράτους —νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής— όπως την ανέλυσε ο Μοντεσκιέ, δεν υφίσταται ουσιαστικά παρά μόνο de jure.
Η εξουσία δεν πηγάζει απλώς από την κυβέρνηση. Αντίθετα, η κυβέρνηση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος εξουσίας, μέσα στο οποίο κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής, τον οικονομικό πλούτο και τη δυνατότητα να διευθύνει και να καθορίζει την παραγωγή. Η οικονομική εξουσία βρίσκει την πολιτική της έκφραση στο εποικοδόμημα του αστικού κράτους, στην κυβερνητική, τη νομοθετική αλλά και τη δικαστική εξουσία.
Και στους οπαδούς του κοινοβουλευτικού κρετινισμού θα προτείναμε να διαβάσουν το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Ρούση «Ο μύθος της ελεύθερης βούλησης». Εκεί, με επιχειρήματα, αποδομείται η κυρίαρχη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποτελεί εγγύηση της λαϊκής κυριαρχίας.
Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, η αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν αποτελεί παρά μία μορφή άσκησης της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και, μάλιστα, έναν από τους αποτελεσματικότερους τρόπους αναπαραγωγής της. Το σύστημα μπορεί να εμφανίζει τους ανθρώπους ως τυπικά ίσους και πολιτικά ελεύθερους, την ίδια στιγμή που οι βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες καθορίζουν τα πραγματικά όρια αυτής της «ελευθερίας».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τη δικαστική εξουσία. Μια εξουσία που παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη, αλλά δεν εκλέγεται από τον λαό, δεν ανακαλείται από τον λαό, δεν λογοδοτεί στον λαό και δεν υπόκειται σε λαϊκό έλεγχο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Όπως έχουμε ξαναγράψει, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπήρξε διαχρονικά θεσμός βαθιά ενταγμένος στη λειτουργία και την υπεράσπιση του αστικού κράτους.
Στα χρόνια της βαρβαρότητας των μνημονίων, όταν εκατομμύρια εργαζόμενοι και συνταξιούχοι είδαν να αφαιρούνται βίαια ακόμη και στοιχειώδεις κατακτήσεις δεκαετιών, το ΣτΕ αποτέλεσε σε κρίσιμες στιγμές έναν πολύτιμο θεσμικό αρωγό των κυβερνητικών επιλογών.
Μνημόνια, περικοπές μισθών και συντάξεων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, εκποίηση και υποθήκευση δημόσιας περιουσίας και μια σειρά από αντιλαϊκές πολιτικές πέρασαν από τον δικαστικό έλεγχο με επίκληση, μεταξύ άλλων, του περίφημου «υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος».
Και την ίδια στιγμή, όταν στο στόχαστρο βρέθηκαν οι μισθοί των δικαστικών και των ένστολων, οι αποφάσεις ήταν διαφορετικές. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί.
Και τώρα κλείνει, τουλάχιστον μέσω της δικαστικής οδού, η διεκδίκηση για υποχρεωτική επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους μετά την αρνητική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι η μη επαναφορά των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος αδείας δεν παραβιάζει ούτε συνταγματικές διατάξεις ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το μήνυμα είναι σαφές: Αυτά τα δίκαια λαϊκά αιτήματα θα πρέπει να διεκδικηθούν εκεί όπου πραγματικά παράγονται οι κοινωνικοί συσχετισμοί — μέσα στην κοινωνία και στους δρόμους του αγώνα.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη πολιτικό ερώτημα, αυτή τη φορά για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Θα τολμήσει στη ΔΕΘ να δεσμευτεί ότι μια δική του κυβέρνηση θα επαναφέρει τις προηγούμενες κατακτήσεις των εργαζομένων; Θα μιλήσει καθαρά για 13ο και 14ο μισθό, για αποκατάσταση απωλειών, για ανατροπή της μνημονιακής λεηλασίας; Ή θα φοβηθεί μήπως χαρακτηριστεί «λαϊκιστής» από εκείνους που έχουν αναγάγει τον συμβιβασμό με τα συμφέροντα του κεφαλαίου σε απόδειξη πολιτικής σοβαρότητας;
Η δική μας εκτίμηση -και μακάρι να διαψευστούμε- δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη. Γιατί ο Αλέξης Τσίπρας έχει ήδη δώσει τα διαπιστευτήριά του ως πολιτικός που επιδιώκει να πείσει την αστική τάξη ότι έχει μετατραπεί σε έναν «σοβαρό», θεσμικά αξιόπιστο και απολύτως διαχειρίσιμο πολιτικό παράγοντα. Μόνο που η «σοβαρότητα» απέναντι στην αστική τάξη και η υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων δεν υπήρξαν ποτέ αυτονόητα συμβατές έννοιες.
Και τελικά, πέρα από τις αποφάσεις των δικαστηρίων, τις κοινοβουλευτικές εξαγγελίες και τα προεκλογικά προγράμματα, υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: Ποιος θα πληρώσει για να ξανακερδίσει η κοινωνία όσα της πήραν;




0 Comments