Ο ξαφνικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη στα 54 του χρόνια πλημμύρισε μέσα σε λίγες ώρες τηλεοπτικές οθόνες, ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και μαζί με τη θλίψη, πήρε μπροστά -με την ταχύτητα που μόνο η βιομηχανία της ενημέρωσης γνωρίζει- ο γνωστός μηχανισμός της εμπορευματοποίησης του θανάτου: πηχυαίοι τίτλοι, «αποκαλύψεις», τηλεοπτικά πάνελ, αναμοχλεύσεις της προσωπικής του ζωής και ένα αδιάκοπο κυνήγι της λεπτομέρειας που μετατρέπει τον ανθρώπινο πόνο σε τηλεθέαση και κλικ.
Για τα ΜΜΕ της αγοράς, ακόμη και ο θάνατος μπορεί να γίνει προϊόν.
Ο άνθρωπος περνάει σε δεύτερο πλάνο. Προέχει η «είδηση», η αποκάλυψη, το αποκλειστικό, η τηλεθέαση. Η προσωπική τραγωδία γίνεται τηλεοπτικό θέαμα και η μνήμη του νεκρού καταλήγει να περνά μέσα από τα φίλτρα μιας αδηφάγου αγοράς που δεν αναγνωρίζει όρια όταν πρόκειται να αποκομίσει κέρδος.
Κι όμως, πίσω από τα φώτα, τα μικρόφωνα και την κατασκευασμένη λάμψη του star system, υπάρχει μια άλλη ιστορία.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια. Δεν προερχόταν από κάποιο σαλόνι της οικονομικής ελίτ. Η Νίκαια, η Κοκκινιά, οι προσφυγικές και εργατικές γειτονιές του Πειραιά είναι ένας κοινωνικός κόσμος με τη δική του μνήμη, τους δικούς του καημούς, τις ήττες και τις αντιστάσεις του.
Και ο Μαζωνάκης κουβαλούσε κάτι από αυτόν τον κόσμο, ως βίωμα. Ως λαϊκή ευαισθησία. Ως εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που είχε και έχει το λαϊκό τραγούδι με τον άνθρωπο που δουλεύει, που κουράζεται, που ερωτεύεται, που απογοητεύεται, που γυρίζει σπίτι με τα βάρη της ημέρας στην πλάτη και αναζητά λίγες ώρες φυγής.
Ακριβώς αυτό το λαϊκό συναίσθημα υπήρξε, όμως, και πρώτη ύλη για μια τεράστια βιομηχανία κέρδους. Ο καπιταλισμός έχει αυτή την εκπληκτική ικανότητα: παίρνει ακόμη και τις ανάγκες, τα όνειρα και τα συναισθήματα των ανθρώπων και τα μετατρέπει σε εμπόρευμα.
Η «νύχτα» που κάποτε είχε τις ταπεινές της διαστάσεις στα κουτούκια και στα λαϊκά μαγαζιά -χώρους όπου ο άνθρωπος του μόχθου μπορούσε να πιει ένα ποτήρι κρασί, να ακούσει ένα τραγούδι και να ξεχάσει για λίγο το μεροκάματο και τα βάσανά του- μεταμορφώθηκε σταδιακά σε μια πανάκριβη βιομηχανία διασκέδασης, επίδειξης και κατανάλωσης.
Και μέσα σε αυτή τη μηχανή μπήκαν άνθρωποι σαν τον Μαζωνάκη.
Το star system δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τον άνθρωπο. Ενδιαφέρεται για το προϊόν που μπορεί να πουλήσει. Χτίζει είδωλα, τα απογειώνει, τα κάνει αναγνωρίσιμα εκατομμυρίων ανθρώπων και ταυτόχρονα τα υποβάλλει σε έναν ανελέητο κύκλο δημοσιότητας, απαιτήσεων, ανταγωνισμού και διαρκούς έκθεσης. Όσο πουλάνε, είναι «θεοί». Όταν η προσωπική τους ζωή παρουσιάζει ρωγμές, οι ίδιοι μηχανισμοί που τους αποθέωναν μπορούν να μετατραπούν σε αρένα ανθρωποφαγίας.
Και μετά έρχεται ο θάνατος. Και ξαφνικά όλοι «αγαπούν» τον νεκρό. Ακόμη και εκείνοι που μέχρι χθες έψαχναν την πιο πικάντικη λεπτομέρεια της προσωπικής του ζωής. Ακόμη και εκείνοι που σήμερα μετατρέπουν την απώλεια σε τηλεοπτικό προϊόν.
Και ο θάνατός του ανοίγει ένα ακόμη, πολύ σοβαρότερο ζήτημα
Ο Μαζωνάκης υπέστη ανακοπή ενώ βρισκόταν σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι. Οι φωτογραφίες αυτού του ιατρείου που δημοσιεύτηκαν, πιο πολύ σε χώρο λατρείας παραθρησκευτικής οργάνωσης σε παραπέμπουν, παρά σε ιατρείο. Οσο για την επαγγελματική επάρκεια των ιδιοκτητών του, δεν μπορεί να έχουμε άποψη. Το ότι διαθέτουν πτυχία δεν λέει και πολλά πράγματα.
Τελικά ο Μαζωνάκης διακομίστηκε με ΕΚΑΒ στο «Ελπίς», όπου παρά τις προσπάθειες ανάνηψης διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Οι ακριβείς συνθήκες και η ιατρική πράξη που είχε προηγηθεί βρίσκονται ήδη υπό διερεύνηση. Και εδώ χρειάζεται ψυχραιμία.
Δεν θα κάνουμε εμείς τους ιατροδικαστές ούτε θα προκαταλάβουμε την έρευνα. Υπάρχει όμως ένα ευρύτερο κοινωνικό ερώτημα που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την τηλεοπτική φασαρία: Τι Υγεία θέλουμε και για ποιον;
Γιατί η Ελλάδα διαθέτει ένα δημόσιο σύστημα υγείας που χρόνια τώρα στραγγαλίζεται από υποχρηματοδότηση, ελλείψεις προσωπικού και πολιτικές απαξίωσης, την ίδια στιγμή που γύρω του αναπτύσσεται ένας ολόκληρος ιδιωτικός τομέας με εμπόρους υγείας για όσους έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε νωρίς. Ας μην αφήσουμε, λοιπόν, να «φύγει» μαζί του και η μνήμη του μέσα στον τηλεοπτικό θόρυβο. Δεν ανήκει στα πάνελ των πρωινάδικων. Δεν ανήκει στις εκπομπές που θα ξεψαχνίσουν την προσωπική του ζωή για μερικές ακόμη μονάδες τηλεθέασης. Δεν ανήκει στους εμπόρους της συγκίνησης.
Ανήκει, πρώτα απ’ όλα, στον κόσμο που τον άκουσε. Στις λαϊκές γειτονιές του Πειραιά. Στους ανθρώπους που έζησαν μέσα από τα τραγούδια του έρωτες, χωρισμούς, ντέρτια, νύχτες και μικρές αποδράσεις από μια καθημερινότητα που μόνο εύκολη δεν ήταν.
Κι αν υπάρχει κάτι που αξίζει να κρατήσουμε από τον θάνατό του, είναι ακριβώς αυτό:
Ότι πίσω από κάθε «σταρ» υπάρχει ένας άνθρωπος. Και πίσω από κάθε άνθρωπο υπάρχει μια κοινωνική ιστορία που δεν χωράει σε τηλεοπτικά παράθυρα.
Καλό ταξίδι, Γιώργο Μαζωνάκη.
Η λαϊκή γειτονιά θα σε θυμάται πολύ περισσότερο απ’ όσο θα σε θυμούνται τα τηλεοπτικά πάνελ.




0 Comments