Πηγή: Αλεξάνδρα Κορωναίου, ομότιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου – ΕΠΟΧΗ
Παρακολουθώντας στιγμιότυπα από την κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη, προσπάθησα να συλλάβω όχι τόσο τη δημοσιογραφική όσο την κοινωνιολογική εικόνα. Η πιο δυνατή, κατά την άποψή μου, ήταν η «λαϊκή αγρυπνία» στη Νίκαια, με χιλιάδες ανθρώπους έξω από την εκκλησία και τα τραγούδια του Μαζωνάκη να ακούγονται μέσα στο πλήθος.
Κάθε άλλο παρά η τυπική εικόνα μιας κηδείας επωνύμων με ανάλογο πλήθος. Εδώ, το πλήθος αποχαιρετούσε τον νεκρό τραγουδώντας τον, στη γειτονιά όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Η «παλιά γειτονιά» του καλλιτέχνη – γειτονιά της παιδικής μου ηλικίας – μετατράπηκε σε τόπο συλλογικής μνήμης, με μια ολονύκτια λαϊκή τελετουργία: ο άνθρωπος που τραγούδησε τη νύχτα, τη διασκέδαση, τον έρωτα και την απώλεια περνούσε στον κόσμο των νεκρών μέσα στη νύχτα, συνοδευόμενος από τους ζωντανούς που πενθούσαν τραγουδώντας τα δικά του τραγούδια.
Ανάμεσα στο πλήθος παρατηρούσες χιλιάδες νέους ανθρώπους, αγόρια και κορίτσια, από τα λαϊκά δυτικά προάστια. Με βάση τα στερεότυπα που συνοδεύουν τους νέους των «φτωχών συνοικιών», θα μπορούσαμε να περιμένουμε ένταση, επεισόδια, αναστάτωση. Συνέβη το αντίθετο. Τάξη, σεβασμός και συλλογικότητα επικράτησαν σε όλη τη διάρκεια του τελετουργικού. Έτσι, εκείνοι που συνήθως αντιμετωπίζονται ως «πρόβλημα» έδιναν, χωρίς να το επιδιώκουν, ένα «μάθημα πολιτισμού» προς πολλές κατευθύνσεις.
Συνηθίζουμε να αντιπαραθέτουμε τη «λόγια» ή την «υψηλή» κουλτούρα με τη λαϊκή, την τέχνη με τη διασκέδαση, το καλλιεργημένο γούστο με το γούστο των «μαζών». Ωστόσο, ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ μάς παροτρύνει να βλέπουμε πίσω από φαινομενικές αντιθέσεις: αυτό που αποκαλεί «γούστο» δεν είναι απλώς προσωπική προτίμηση αλλά κοινωνικός μηχανισμός διαφοροποίησης («La Distinction», 1979).
Πίσω από τις πολιτισμικές προτιμήσεις βρίσκεται το πολιτισμικό κεφάλαιο: γνώσεις, τρόποι έκφρασης, βιωματικές εμπειρίες και πολιτισμικοί κώδικες που αποκτώνται πρωτίστως στην οικογένεια και το σχολείο. Κώδικες, εσωτερικευμένοι και όντας κατανεμημένοι ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, που μας μαθαίνουν να βλέπουμε, να ακούμε, να αξιολογούμε και να κρίνουμε (habitus). Το γούστο δεν είναι ούτε απόλυτα ελεύθερη ατομική επιλογή ούτε μηχανιστική επιβολή της κοινωνίας, αλλά μια πολύπλοκη σχέση με τα πολιτιστικά προϊόντα.
Για τούτο, η απαξίωση του «λαϊκού γούστου» εκφράζει κάτι περισσότερο από αισθητική κριτική. Χαρακτηρίζοντας ένα μουσικό είδος «χυδαίο», «εμπορικό» ή «κακού γούστου», αξιολογούμε έμμεσα και εκείνους που το επιλέγουν και το αγαπούν, καθώς και πολιτικές και κοινωνικές αξίες διαφορετικές από τις δικές μας.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο ερώτημα: γιατί ένας καλλιτέχνης σαν τον Μαζωνάκη αποκτά τόσο ισχυρή συναισθηματική δύναμη και αναγορεύεται σε «λαϊκό είδωλο»; Ο Έντγκαρ Μορέν, ήδη από το 1957 («Les Stars»), διαπιστώνει ότι ο σταρ δεν είναι απλώς προϊόν της πολιτιστικής βιομηχανίας αλλά αντικείμενο συλλογικής ταύτισης, πάνω στο οποίο το κοινό επενδύει επιθυμίες, μνήμες, συναισθήματα και πλευρές της δικής του ταυτότητας.
Αυτό είδαμε και στην περίπτωση του Μαζωνάκη: την εμπορευματοποίηση της εικόνας του, την επανάληψη του μοτίβου του «καλού παιδιού που ξεκίνησε από χαμηλά κι έφτασε ψηλά», την ενεργοποίηση των μηχανισμών δημοσιότητας. Αλλά η μαζική κουλτούρα δεν είναι μόνο προϊόν μιας βιομηχανίας που επιβάλλεται σε ένα παθητικό κοινό. Το κοινό συμμετέχει στην κατασκευή του ειδώλου.
Σήμερα αυτή η διαδικασία αλλάζει ριζικά. Η λαϊκότητα δεν παράγεται απλώς από τη δισκογραφία, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αλλά στη συνάντηση κοινού, πολιτιστικής βιομηχανίας, social media και αλγορίθμων. Ακόμα και η δημόσια τηλεόραση έδωσε στο γεγονός τεράστια ορατότητα, μετατρέποντας μια τοπική λαϊκή τελετουργία σε πανεθνικό μνημιακό γεγονός. Η λαϊκότητα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο αυτό που γεννιέται «από τα κάτω», αλλά και αυτό που τα μέσα επιλέγουν να κάνουν ορατό, αναγνωρίσιμο και συλλογικά προσβάσιμο.
Η νέα λαϊκότητα είναι ταυτόχρονα αυθόρμητη και κατασκευασμένη, συμμετοχική και εμπορευματοποιημένη. Δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με μία κοινωνική τάξη. Ένας καλλιτέχνης μπορεί να αγαπιέται από διαφορετικές ηλικίες, κοινωνικές τάξεις και μορφωτικά επίπεδα. Το «λαϊκό» γίνεται μορφή συλλογικής αναγνώρισης. Όχι αναγνώρισης της υψηλής ή κατώτερης τέχνης, αλλά αξιών που υπερβαίνουν την αισθητική: της αυθεντικής έκφρασης του καλλιτέχνη και της εγκατάλειψης του κοινωνικού χώρου από τον οποίο προέρχεται.
Διόλου τυχαίο που ο Μαζωνάκης κηδεύεται στη γειτονιά του και ενταφιάζεται στο Γ’ Νεκροταφείο, στα Άσπρα Χώματα, και όχι στο κέντρο της Αθήνας. Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί τη διατήρηση του δεσμού με τον τόπο καταγωγής του αποκαλύπτοντας, μαζί με τη λαϊκή τελετουργία του πένθους, μια πραγματικότητα που ακόμα και ορισμένα τμήματα ή πρόσωπα της αριστεράς δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν. Ο πολιτισμός δεν βρίσκεται μόνο εκεί όπου οι θεωροί έχουν αποφασίσει να τον αναγνωρίζουν.


0 Comments