Του αλλάζουν ονόματα, του αλλάζουν πρόσωπα, του αλλάζουν περιτύλιγμα. Μόνο το περιεχόμενο του καπιταλιστικού συστήματος μένει ίδιο.
Η εκτίμηση του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, ότι υπάρχει μετά τις εθνικές εκλογές «99,9%» πιθανότητα για μια ευρύτερη κυβέρνηση συνεργασίας, «ειδικού σκοπού», μέχρι να μπορέσει να «ανακάμψει» το αστικό πολιτικό σύστημα, δεν είναι απλώς μια ακόμη πολιτική πρόβλεψη. Είναι μια φράση που αξίζει να διαβαστεί πέρα από τα τηλεοπτικά πάνελ και τα κοινοβουλευτικά καφενεία. Γιατί πίσω από τις λέξεις «συναίνεση», «σταθερότητα», «προοδευτική διακυβέρνηση», «εθνική ευθύνη» και «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» κρύβεται ένα πολύ απλούστερο ερώτημα: Πώς θα συνεχίσει να κυβερνά το ίδιο σύστημα όταν τα κόμματα που το υπηρετούν δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να πείσουν.
Παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα ένα εντυπωσιακό πολιτικό αλισβερίσι. Βουλευτές μετακινούνται, στελέχη αλλάζουν στρατόπεδο, πρώην στελέχη του ενός κόμματος φλερτάρουν με το άλλο, ανεξάρτητοι αναζητούν νέα πολιτική στέγη και γύρω από κάθε νέο πρόσωπο στήνεται η γνωστή φιλολογία περί «νέου ξεκινήματος». Νέο κόμμα εδώ. Νέα πλατφόρμα εκεί. Νέα πρόσωπα παραπέρα.
Και η πολιτική ουσία; Σχεδόν ίδια. Σαν να παρακολουθούμε μια εταιρεία που αλλάζει διοικητικό συμβούλιο, λογότυπο και διαφημιστική καμπάνια, αλλά συνεχίζει να πουλάει το ίδιο προϊόν.
Μπορεί να αλλάζει το κομματικό πουκάμισο. Δεν αλλάζει όμως η πολιτική αντίληψη που διέπει όλα αυτά τα συστημικά κόμματα. Γιατί όταν η στρατηγική παραμένει προσανατολισμένη στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, στη δημοσιονομική πειθαρχία, στην προστασία της επιχειρηματικής κερδοφορίας και στην εμπλοκή στους ευρωΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς, οι περίφημες «μεγάλες διαφορές», μοιάζουν με διαφορετικές σκηνοθεσίες του ίδιου έργου. Άλλος φωτισμός. Άλλοι πρωταγωνιστές. Ίδια παράσταση.
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συζήτηση περί κυβέρνησης «ειδικού σκοπού». Γιατί τι σημαίνει στην πράξη; Σημαίνει ότι όταν το σύστημα δυσκολεύεται να εξασφαλίσει μια ισχυρή και καθαρή πολιτική διαχείριση, μπορεί να αναζητήσει μια ευρύτερη συνεννόηση. Να μαζευτούν γύρω από ένα τραπέζι διαφορετικοί πολιτικοί σχηματισμοί. Να βαφτιστεί η ανάγκη επιβίωσης του πολιτικου συστήμαστος, «εθνική ευθύνη». Να βαφτιστεί η συνεννόηση «σταθερότητα». Να βαφτιστεί η συγκυβέρνηση με κάποιο εύηχο όνομα. Και όλοι μαζί να αναλάβουν να διεκπεραιώσουν τις δύσκολες δουλειές μέχρι να ξαναστηθεί στα πόδια του το πολιτικό σκηνικό.
Με δυο λόγια: Όταν η κυβερνητική εξουσία δεν μπορεί να ασκηθεί αποκλειστικα από ένα κόμμα το σύστημα επιβιώνει με την σύμπραξη αστικών κομμάτων.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Οτι εμείς «δεν έχουμε εμείς κανέναν νταλκά» για να ανακάμψει το αστικό πολιτικό σύστημα, όπως είπε ο γ.γ της Κ.Ε του ΚΚΕ.
Αλλωστε, γιατί να ενδιαφέρει τον εργαζόμενο αν θα ανακάμψει ένα πολιτικό σύστημα που, όταν «ανακάμπτει», συνήθως ζητά από τον ίδιο να πληρώσει τον λογαριασμό;
Γιατί να πανηγυρίσει ο συνταξιούχος για τη «σταθερότητα» όταν η σταθερότητα των δημοσιονομικών μεγεθών μεταφράζεται σε αστάθεια στη δική του ζωή;
Γιατί να αισθάνεται ασφαλής ο εργαζόμενος από την «κυβερνησιμότητα», όταν η κυβερνησιμότητα σημαίνει νέα μέτρα, νέες δεσμεύσεις και νέες απαιτήσεις από τους από κάτω για να εξυπηρετηθούν μια χούφτα καπιταλιστές και η αστική τάξη γενικοτερα;
Και στην τελική η δική τους «κανονικότητα» συνήθως σημαίνει για εκατομμύρια ανθρώπους μια πολύ γνώριμη καθημερινότητα: ακρίβεια, ανασφάλεια, εργασιακή πίεση, υποβάθμιση κοινωνικών δικαιωμάτων και μόνιμη αγωνία για την επόμενη μέρα.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει και εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα. Να εγκλωβιστεί δηλαδή η κοινωνική συζήτηση στο ερώτημα «ποιος θα κυβερνήσει;», ενώ το ουσιαστικό ερώτημα είναι: «Ποιος θα πληρώσει για όσα θα αποφασίσουν;»
Γιατί μπορεί να αλλάξουν οι υπουργοί. Μπορεί να αλλάξουν οι πρωθυπουργοί. Μπορεί να αλλάξουν οι κομματικές ταμπέλες. Μπορεί να δημιουργηθούν καινούργιοι σχηματισμοί, να διαλυθούν παλιοί και να εμφανιστούν καινούργιοι «σωτήρες». Όμως αν παραμένει ανέγγιχτη η ίδια πολιτική που βάζει τις ανάγκες της κερδοφορίας πάνω από τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, τότε η αλλαγή προσώπων δεν συνιστά αλλαγή πολιτικής. Είναι απλώς ανακύκλωση.
Το «99,9%» που έχει πραγματική σημασία δεν είναι αυτό που αφορά τις πιθανότητες μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Είναι το ποσοστό της κοινωνίας που δεν έχει κανένα λόγο να περιμένει σωτηρία από τα πάνω. Από κυβερνήσεις. Από επίδοξους «μεσσίες». Από μεταγραφές βουλευτών. Από καινούργια κομματικά περιτυλίγματα.
Η πραγματική δύναμη βρίσκεται αλλού. Στην οργάνωση. Στη συλλογική διεκδίκηση. Στην ταξική αλληλεγγύη. Στους αγώνες στους χώρους δουλειάς. Στις γειτονιές. Στους δρόμους.
Εκεί όπου οι εργαζόμενοι δεν είναι ψηφοφόροι που περιμένουν την επόμενη κάλπη, αλλά άνθρωποι που μπορούν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε οργανωμένη δύναμη.
Γιατί αν το αστικό πολιτικό σύστημα ψάχνει τρόπους να κερδίσει χρόνο, η εργατική τάξη δεν έχει κανέναν λόγο να του χαρίσει χρόνο.
Απέναντι στην ανακύκλωση του συστήματος, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μια ανακύκλωση κυβερνητικών διαχειριστών. Η απάντηση είναι εργατική-λαϊκή αντιπολίτευση. Στον δρόμο. Στους χώρους δουλειάς. Εκεί που παράγεται ο πλούτος. Εκεί όπου μπορεί να αλλάξει πραγματικά ο συσχετισμός δύναμης.



0 Comments