Η αστυνομία, όντας χωρισμένη από το λαό, αποτελώντας επαγγελματική κάστα, συγκροτημένη από ανθρώπους «ξεσκολισμένους» στη βία ενάντια στο φτωχό πληθυσμό, ανθρώπους που έχουν κάπως μεγαλύτερο μισθό και το προνόμιο της «εξουσίας» (αφήνουμε πια «τα τυχερά»), παραμένει αναπόφευκτα σε οποιαδήποτε αστικοδημοκρατική δημοκρατία, εφόσον κυριαρχεί η αστική τάξη, το πιο πιστό της όργανο, στήριγμα και φρουρός της.
Κείμενο του Ι.Β. Λένιν (Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, “Απαντα Λένιν” τομ, 32, σελ.25),
Ένας άνδρας, ηλικίας περίπου 50-60 ετών, βρέθηκε νεκρός τα ξημερώματα της Κυριακής στη Γλυφάδα, με τραύμα από σφαίρα στο κεφάλι, μας ενημερώνει η ειδησεογραφία.
Ευτυχώς, και σ’ αυτή την περίπτωση, επιβεβαιώθηκε η «θεωρία» του Άρη Πορτοσάλτε ότι οι μαφιόζοι, «δόξα τω Θεώ, ξέρουν από σημάδι και καθαρίζουν κατευθείαν». Σύμφωνα με τον υπάλληλο του Αλαφούζου, από τα δολοφονικά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών μεταξύ των μαφιόζων δεν κινδυνεύει η δημοκρατία, ούτε απειλούνται οι ανυποψίαστοι πολίτες. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα έπρεπε να μας ανησυχεί πολύ λιγότερο από τα «τρομοκρατικά τρικάκια» του Ρουβίκωνα, μπροστά στα οποία βρέθηκε ο ίδιος.
Μόνο που η πραγματικότητα έχει την κακή συνήθεια να διαψεύδει τις βολικές θεωρίες των τηλεοπτικών παπαγάλων. Οι σφαίρες πέφτουν δίπλα μας σαν το χαλάζι και είναι ζήτημα χρόνου να θρηνήσουμε και αθώους ανθρώπους, θύματα αυτού του αιματηρού πολέμου που μαίνεται εδώ και χρόνια ανάμεσα σε ελληνικές και ξένες εγκληματικές συμμορίες. Όταν οι εκτελέσεις γίνονται σχεδόν καθημερινό θέαμα, οι ανταλλαγές πυροβολισμών εκτυλίσσονται σε κατοικημένες περιοχές και οι ένοπλοι κυκλοφορούν σαν να βρίσκονται σε εμπόλεμη ζώνη, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η επόμενη σφαίρα δεν θα βρει έναν περαστικό, έναν εργαζόμενο, έναν άνθρωπο που απλώς βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή.
Κι εδώ αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα για τις προτεραιότητες της αστυνομίας και της πολιτικής ηγεσίας της.
Η κυβέρνηση και ο πολιτικός προϊστάμενος των μπάτσων, ο υπουργός «γενίτσαρος» Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, φαίνεται πως έχουν επιλέξει διαφορετικό πεδίο δράσης. Πριν από μερικούς μήνες, ο δημοσιογράφος Βασίλης Λαμπρόπουλος, μέσα από τις σελίδες του «Βήματος», περιέγραφε μια πολιτική ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και μια κυβέρνηση που σχεδόν αδιαφορούν για τη σοβαρή εγκληματικότητα.
Η κυβερνητική προτεραιότητα, όπως αποτυπώνεται στην αστυνομική πρακτική, -υπάρχει παρακάτω και ομολογία υψηλόβαθμου μπάτσου γ’ αυτό- είναι να αντιμετωπίζονται ως μείζον ζήτημα το λεγόμενο «πολιτικό έγκλημα», δηλαδή οι κοινωνικές αντιδράσεις και οι κινηματικές αντιστάσεις, την ώρα που η βαριά εγκληματικότητα -μαφίες, διακίνηση ναρκωτικών, trafficking- εξακολουθεί να δεσπόζει στην καθημερινότητά μας. Η καταστολή απέναντι σε όσους διαμαρτύρονται μπορεί να είναι άμεση και αποτελεσματική. Όταν, όμως, πρόκειται για οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα με όπλα, χρήμα και διασυνδέσεις, τα αποτελέσματα είναι μηδαμινά.
Και οι ίδιοι οι εγκληματίες φαίνεται να αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Βήματος», 15 ξένες συμμορίες και περίπου 3.000 αλλοδαποί κακοποιοί φέρονται να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Ένα τέτοιο δημοσίευμα αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι η χώρα μας θεωρείται ασφαλές καταφύγιο για τις εγκληματικές οργανώσεις.
Υπάρχει, βέβαια, και μια ακόμη σκοτεινή πλευρά αυτής της ιστορίας.
Όταν ο ίδιος ο Βασίλης Στεφανάκος, ένας από τους πλέον γνωστούς ανθρώπους του αποκαλούμενου ποινικού χώρου, περιέγραφε την αστυνομία ως έναν μηχανισμό βαθιά διαβρωμένο από τη διαφθορά, και όταν δημοσιεύματα του Τύπου χαρακτηρίζουν αστυνομικούς «πρωταθλητές της διαφθοράς», η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «νόμου και τάξης».
Ποιος, λοιπόν, θα αναλάβει να αντιμετωπίσει τη βαριά εγκληματικότητα, όταν οι καταγγελίες για διαφθορά στους ίδιους τους μηχανισμούς επιβολής της αστικής νομιμότητας αποδεικνύουν ότι έχουμε ένα εντελώς διεφθαρμένο σώμα από την κορυφή μέχρι την βάση; (Ενδεικτική η περίπτωση πρόσφατης ανάρτησής μας).
Προς το παρόν, το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι να μη βρεθούμε μπροστά σε κανένα από τα πιστόλια που λύνουν τις διαφορές τους οι μαφιόζοι. Οι οκτώ κάλυκες που εντοπίστηκαν κοντά στο σημείο της δολοφονίας στη Γλυφάδα δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό εύρημα. Είναι μια υπενθύμιση ότι οι σφαίρες δεν γνωρίζουν από τηλεοπτικές θεωρίες, πολιτικές σκοπιμότητες και βολικές διαβεβαιώσεις. Ανάμεσα στον επίδοξο στόχο και στον ανυποψίαστο περαστικό μπορεί να υπάρχει μόνο μια απόσταση λίγων μέτρων.
Και κρατήστε κάτι ακόμη, γιατί εδώ βρίσκεται ίσως η πιο εξοργιστική αντίφαση.
Οι μηχανισμοί ασφαλείας διαθέτουν τεράστιες δυνατότητες παρακολούθησης και συγκέντρωσης πληροφοριών. Οι ασφαλίτικοι μηχανισμοί μπορούν να παρακολουθούν πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες, ενώ η υπόθεση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator αποκάλυψε ότι ακόμη και πρόσωπα σε κορυφαίες θέσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ζωής βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων.
Όταν, λοιπόν, οι κρατικοί μηχανισμοί εμφανίζονται τόσο ικανοί να παρακολουθούν πολιτικούς, στρατιωτικούς, δημοσιογράφους και αγωνιστές, αλλά η δράση των οργανωμένων εγκληματικών δικτύων εξακολουθεί να συνοδεύεται από αιματηρές εκτελέσεις στους δρόμους, η αντίφαση είναι εκκωφαντική.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν οι μαφιόζοι ξέρουν να σημαδεύουν. Το ερώτημα είναι ποιος τους αφήνει να μετατρέπουν τους δρόμους σε πεδία εκτελέσεων, ποιος αποτυγχάνει να τους σταματήσει και γιατί η κρατική αυστηρότητα εξαντλείται τόσο συχνά απέναντι σε εκείνους που διαδηλώνουν, διαμαρτύρονται και αντιστέκονται.
Κι όσο η κυβέρνηση θα συνεχίζει να πουλάει το παραμύθι της «ασφάλειας», οι πολίτες θα μετρούν κάλυκες και θα αναρωτιούνται αν, την επόμενη φορά, θα είναι οι ίδιοι τα θύματα μιας αδέσποτης σφαίρας.
ΥΓ: Κι επειδή κάποιοι μπορεί να θεωρούν υπερβολικές αυτές τις επισημάνσεις, ας θυμηθούμε κάτι που ειπώθηκε δημόσια πριν από μερικά χρόνια.
Τον Γενάρη του 2020, ο κάτοικος των Εξαρχείων Θεόδωρος Κοκκινάκης, συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν στη συνάντηση αντιπροσωπείας κατοίκων με τον διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων, μετέφερε την επίμαχη αναφορά για τις κυβερνητικές προτεραιότητες: «Ο σχεδιασμός άνωθεν είναι να χτυπηθεί πρώτα το πολιτικό και κοινωνικό έγκλημα στα Εξάρχεια και μετά το ποινικό». Η σχετική καταγγελία δημοσιοποιήθηκε τότε από πολλά μέσα ενημέρωσης.
Αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει αυτό; Όταν ως προτεραιότητα τίθεται η καταστολή του πολιτικού και κοινωνικού «εγκλήματος», ενώ το κοινό ποινικό έγκλημα έπεται, τότε η συζήτηση για την ασφάλεια αποκαλύπτει και μια άλλη διάσταση: ποιον επιλέγει να αντιμετωπίσει κατά προτεραιότητα ο κρατικός μηχανισμός και ποιες μορφές δράσης θεωρεί απειλή.
Δείτε το βίντεο και βγάλτε τα συμπεράσματά σας:



0 Comments