Όταν ο εφοπλιστής και ιδιοκτήτης της ΑΕΚ, Δημήτρης Μελισσανίδης, εξαγόραζε το 51% των μετοχών της «Εφημερίδας των Συντακτών», παρουσιάζοντας την επιχειρηματική του κίνηση ως σανίδα σωτηρίας για ένα έντυπο που βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο, οι εργαζόμενοι της εφημερίδας πανηγύριζαν. Παράλληλα, διαβεβαίωναν ότι η πολιτική ταυτότητα και ο χαρακτήρας της εφημερίδας θα παρέμεναν αναλλοίωτα.
Εμείς, τότε, αντιμετωπίζαμε αυτές τις διαβεβαιώσεις ως παραμύθια της Χαλιμάς. Με μια χαρακτηριστική ανάρτηση, που είχε τίτλο «Η “Εφημερίδα των Συντακτών” θα μετονομαστεί σε “Εφημερίδα του Μελισσανίδη”;», επιχειρούσαμε να αναδείξουμε τις αυταπάτες που καλλιεργούνταν γύρω από την είσοδο του εφοπλιστή στο μετοχικό κεφάλαιο της εφημερίδας.
Το βασικό επιχείρημά μας ήταν απλό, σχεδόν αυτονόητο και στηριζόταν στην ανακοίνωση της εφημερίδας που παρουσίαζε τον Μελισσανίδη ως έναν ουδέτερο «επενδυτή-διασώστη», λες και το μεγάλο κεφάλαιο αποφασίζει ξαφνικά να διαθέσει εκατομμύρια από ανιδιοτέλεια, για να διασώσει την πολυφωνία και την ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
Μόνο που στον καπιταλισμό οι επιχειρηματίες δεν λειτουργούν με όρους φιλανθρωπίας. Οι επενδύσεις τους υπηρετούν συμφέροντα, επιδιώξεις και προσδοκίες απόδοσης είτε οικονομικής, πολιτικής ή επικοινωνιακής. Και μια εφημερίδα δεν είναι ένα οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Διαθέτει ιστορία, αναγνωρισιμότητα, κύρος, αναγνωστικό κοινό και, κυρίως, δυνατότητα παρέμβασης στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Ο Μελισσανίδης δεν χρειαζόταν να δημιουργήσει μια εφημερίδα από το μηδέν. Αποκτούσε πρόσβαση σε ένα ήδη διαμορφωμένο δημοσιογραφικό εγχείρημα, με τη δική του ιστορία και πολιτική αναφορά. Από την άλλη πλευρά, η οικονομική ανάσα που προσφερόταν παρουσιαζόταν ως η αναγκαία λύση για να συνεχιστεί η έκδοσή της, ενώ οι διαβεβαιώσεις για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας της λειτουργούσαν ως καθησυχαστικό άλλοθι.
Η συνέχεια, βέβαια, δεν άργησε να θέσει τα δικά της ερωτήματα. Στην πορεία ήρθαν στο προσκήνιο καταγγελίες και εξελίξεις που αφορούσαν τη λογοκρισία και απολύσεις εργαζομένων.
Και τώρα έρχεται η ανάρτηση της δημοσιογράφου Χριστίνας Κοψίνη, η οποία γνωστοποίησε ότι ολοκληρώνεται ένας ολόκληρος κύκλος για το συνεταιριστικό εγχείρημα της εφημερίδας: «Οι τίτλοι τέλους για τον Συνεταιρισμό της Εφημερίδας των Συντακτών έπεσαν χθες, με την απόφαση των συνεταιριστών δημοσιογράφων για τη λύση του, μετά και την ολική εξαγορά των μετοχών από τον επενδυτή».
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ιδιαίτερη συμβολική, αλλά και ουσιαστική σημασία. Το συνεταιριστικό σχήμα που συνδεόταν με τη δημιουργία και τη λειτουργία της «Εφ.Συν.» οδηγείται στη διάλυση, ενώ ο επενδυτής αποκτά πλέον το σύνολο των μετοχών. Έτσι, κλείνει ένας κύκλος που είχε ξεκινήσει με την υπόσχεση μιας διαφορετικής δημοσιογραφικής διαδρομής.
Και κάπου εδώ δικαιώνεται η κριτική που ασκούσαμε τότε. Όχι επειδή μπορούσαμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων κάθε εξέλιξη, αλλά επειδή αρνηθήκαμε να αποδεχτούμε ως αυτονόητο ότι τα συμφέροντα ενός ισχυρού επιχειρηματία ταυτίζονται με την υπεράσπιση της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας.
Το ζήτημα, άλλωστε, δεν είναι προσωπικό. Δεν αφορά μόνο τον Μελισσανίδη, ούτε εξαντλείται στις επιλογές της συγκεκριμένης εφημερίδας. Είναι βαθιά πολιτικό και ταξικό.
Μπορεί ένα δημοσιογραφικό εγχείρημα να διατηρήσει πραγματική αυτονομία όταν η οικονομική και ιδιοκτησιακή του επιβίωση εξαρτάται από έναν ισχυρό επιχειρηματικό παράγοντα; Η απάντηση είναι αυτονόητη.
Υστερόγραφο: Όταν η αποσιώπηση γίνεται πολιτική απάτη
Και κάτι τελευταίο, που δεν είναι καθόλου ασήμαντο. Όταν μια εφημερίδα διαβεβαιώνει τους αναγνώστες της ότι, παρά την είσοδο ενός ισχυρού επιχειρηματία στο μετοχικό της κεφάλαιο, η πολιτική της ταυτότητα θα παραμείνει αναλλοίωτη, αλλά στη συνέχεια ο συνεταιρισμός της διαλύεται μετά την πλήρη εξαγορά των μετοχών από τον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο, τότε δεν έχουμε μπροστά μας μια απλή εταιρική μεταβολή.
Έχουμε μια εξέλιξη που αφορά άμεσα την αξιοπιστία της, τη φυσιογνωμία της και τη σχέση εμπιστοσύνης με το αναγνωστικό της κοινό.
Και όταν, παρά τη βαρύτητα αυτής της εξέλιξης, δεν εντοπίζουμε αντίστοιχη επίσημη ενημέρωση στην ιστοσελίδα της, ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς άλλαξε και όλες οι μετοχές της ΕφΣυν ανήκουν στο Μελισσανίδη το ερώτημα γίνεται αμείλικτο: οι αναγνώστες της δεν δικαιούνται να γνωρίζουν ποιος έχει πλέον τον πλήρη έλεγχο της εφημερίδας που αγοράζουν και διαβάζουν;
Αν επιβεβαιωθεί ότι δεν υπήρξε ουσιαστική ενημέρωση, –εγώ δεν εντόπισα κανένα σχετικό κείμενο– τότε η σιωπή αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια αθώα παράλειψη. Αν όντως έτσι είναι η συζήτηση για πολιτική εξαπάτηση είναι απολύτως θεμιτή.
Γιατί η εμπιστοσύνη των αναγνωστών δεν είναι λευκή επιταγή. Και η δημοσιογραφική ανεξαρτησία δεν αποδεικνύεται με διακηρύξεις, αλλά με πράξεις, διαφάνεια και λογοδοσία.



0 Comments