Ας μιλήσουμε για άλλη μια φορά για τη δημοσιογραφική υποκρισία. Για τα δύο μέτρα και δύο σταθμά ενός συστήματος ενημέρωσης που ξέρει να γίνεται λαλίστατο όταν πρόκειται να εκθέσει πρόσωπα και καταστάσεις που δεν εξυπηρετούν την εξουσία, αλλά ξαφνικά ανακαλύπτει τη διακριτικότητα όταν στο κάδρο εμφανίζονται οι ένστολοι υπηρέτες της και πρόσωπα του κρατικού μηχανισμού.
Χτες, το «Πρώτο Θέμα» έφερε στο φως στοιχεία για την υπόθεση «Χωριάτικο». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Άγγελος Γιαννακόπουλος φέρεται να είχε στήσει δίκτυο με τουλάχιστον έξι επίορκους αστυνομικούς, οι οποίοι του διοχέτευαν πολύτιμες πληροφορίες. Το Documento, από την πλευρά του, δημοσίευσε ιδιόχειρο σημείωμα της γραμματέως του, το οποίο φέρεται να αποκαλύπτει ότι χρημάτιζε 25 υπαλλήλους της ΑΑΔΕ για να κυλούν απρόσκοπτα οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Μιλάμε για αποκαλύψεις που αγγίζουν τον πυρήνα των κρατικών μηχανισμών: αστυνομικούς που φέρονται να λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες επιχειρηματία και κρατικούς υπαλλήλους που φέρονται να είχαν μετατρέψει τη δημόσια υπηρεσία σε εργαλείο εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων.
Εδώ, βεβαίως, θα μας πουν ότι η έρευνα βρίσκεται στα χέρια των εισαγγελέων και των ανακριτών. Ότι δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν ονόματα, ότι πρέπει να προστατευτεί η μυστικότητα της προδικασίας, ότι υπάρχει τεκμήριο αθωότητας, σύμφωνα με τον νομικό τους πολιτισμό.
Συμφωνούμε απολύτως. Μόνο που υπάρχει ένα ενοχλητικό ερώτημα: αυτές οι ευαισθησίες πού ακριβώς βρίσκονται όταν οι εμπλεκόμενοι δεν φορούν στολή, αλλά βρίσκονται απέναντι από την εξουσία;
Πόσες φορές δεν έχουμε δει σε υποθέσεις που αφορούν αντιεξουσιαστές και αγωνιστές να διοχετεύονται επιλεκτικά πληροφορίες, να δημοσιεύονται φωτογραφίες, να φωτογραφίζονται πρόσωπα και να στήνονται τηλεοπτικά δικαστήρια πριν ακόμη βγει κάποια απόφαση από την αστική δικαιοσύνη; Πόσες φορές η αστυνομική εκδοχή δεν σερβίρεται ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια, με τα δελτία ειδήσεων να αναλαμβάνουν ρόλο εισαγγελέα και τους δημοσιογράφους να μοιράζουν ενοχές;
Και τώρα ας περάσουμε στην υπόθεση του Βασίλη Μάγγου.
Προχτές, 31 Οκτώβρη, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας έκρινε ενόχους πέντε από τους έξι αστυνομικούς που δικάζονταν για βασανιστήρια σε βάρος του Β. Βάγγου. Δεν πρόκειται για μια αόριστη καταγγελία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Πρόκειται για δικαστική απόφαση. Για μια υπόθεση που συγκλόνισε και για έναν νέο άνθρωπο που υπέστη αστυνομική βία, με την οικογένειά του να δίνει επί χρόνια τη μάχη για δικαίωση.
Και τι συνέβη με τα ονόματα των καταδικασθέντων; Στα δημοσιεύματα μεγάλων καθεστωτικών μέσων που ψάξαμε, η καταδίκη έγινε είδηση, αλλά τα ονόματα έμειναν έξω από το κάδρο. Η είδηση πέρασε, η ουσία της όμως παρουσιάστηκε αποστειρωμένη, χωρίς εκείνη τη συγκεκριμένη πληροφορία που θα έδινε πρόσωπο και ταυτότητα σε μια υπόθεση βασανιστηρίων από κρατικούς λειτουργούς. Η «Αυγή» τα δημοσίευσε. (Οι μπάτσοι που καταδικάστηκαν λέγονται Μπακογιάννης, Σκρίμπας, Μπαλαμώτης, Μόναχος και Παζαράς)
Κι εδώ βρίσκεται η ουσία. Όταν ένας αγωνιστής κατηγορείται, η κατηγορία μπορεί να μετατραπεί σε τίτλο και η αστυνομική διαρροή σε «αποκάλυψη». Όταν, όμως, αστυνομικοί καταδικάζονται για βασανιστήρια, τα ονόματα μοιάζουν ξαφνικά με απόρρητο κρατικό έγγραφο.
Αυτή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλεκτική ορατότητα: άλλους το σύστημα τους εκθέτει και άλλους τους προστατεύει από τα φώτα της δημοσιότητας.
Υ.Γ: Φαντάζεστε τι θα είχε συμβεί αν στην θέση των μπάτσων ήταν αντιεξουσιαστές και αν οι χρηματιζόμενοι απ’ την μαφιόζικη συμμορία ήταν συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ;


0 Comments