Νικηφόρο εργατικό κίνημα για να ηττηθεί ο φασισμός

spainτου Μάκη Γεωργιάδη*

Η αναγκαία ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και μια ενιαία μετωπική πολιτική για την απόκρουση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της φασιστικής απειλής βρέθηκαν στο επίκεντρο του προβληματισμού στη συζήτηση με θέμα “φασισμός και εργατικό κίνημα” που διοργάνωσε η Ταξική Κίνηση προχθές, Παρασκευή 18 Οκτώβρη.

Στο διάστημα από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1917. η επανάσταση επικράτησε στη Ρωσία και έδειξε να χαράζει μια νέα ιστορική εποχή για την Ευρώπη.  Όπως επισήμανε ο Τ. Μαστρογιαννόπουλος, “η νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση επεκτάθηκε μέσα σε λίγους μήνες σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και μάλιστα στις πιο βασικές.  Στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αυστροουγγαρία.  Δυστυχώς, το ραντεβού της επανάστασης με την ιστορία δεν ήταν επιτυχές”, επισήμανε.

Παρά το γεγονός ότι η επανάσταση είχε παρατεταμένο χαρακτήρα δεν μπόρεσε να νικήσει για μια σειρά παραγόντων, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Γερμανίας.  Από το 1919 ως το 1921 μια σειρά επαναστατικών γεγονότων αποτυγχάνουν και αυτό ήταν αρνητικό φαινόμενο και για την ίδια την Ρωσία.  Ταυτόχρονα ηττήθηκαν οι επαναστάσεις και στην Αυστρία και στην Ουγγαρία.  Την ίδια περίοδο στην Ιταλία στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις και στις καταλήψεις εργοστασίων η αστική τάξη, ο κλήρος και σύσσωμο το μπλοκ εξουσίας απαντά με λοκ άουτ και στρατό στα εργοστάσια.  “Ο φόβος της αστικής τάξης μπροστά στο επαναστατικό κύμα οδήγησε στην αρχή διστακτικά και στη συνέχεια ανοιχτά στην υιοθέτηση φασιστικών λύσεων”.  Σύμφωνα με τον Τ. Μαστρογιαννόπουλο, η βάση του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία έχει αναλογίες με το σημερινό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής.  “Μικροϊδιοκτήτες, μικροί επιχειρηματίες τσακισμένοι από την κρίση του 1929-1933, μικροαστικά στρώματα τα οποία κουρασμένα από το πολιτικό αδιέξοδο και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες έψαχναν διέξοδο αλλά και εργάτες και νεολαίοι που έψαχναν διέξοδο για την ενεργητικότητά τους καθώς επίσης και λούμπεν στοιχεία και υποπροϊόντα του προλεταριάτου” συνέθεσαν τη βάση.  Ταυτόχρονα, είχε την ολοκληρωτική στήριξη της μεγάλης αστικής τάξης.  Σύμφωνα με τον Τ. Μαστρογιαννόπουλο, ευθύνες έχει και το κομμουνιστικό κίνημα εκείνης της εποχής στη Γερμανία “διότι υιοθέτησε τη λεγόμενη πολιτική της τρίτης περιόδου, με την αντίληψη του σοσιαλφασισμού.  Την πολιτική που διέσπασε το εργατικό κίνημα στη Γερμανία, υπονόμευσε τη λογική του ενιαίου μετώπου και βοήθησε ως ο υποκειμενικός παράγοντας στην άνοδο του ναζιστικού φαινομένου”, χωρίς να παραβλέπεται φυσικά η προδοσία του εργατικού κινήματος από τη σοσιαλδημοκρατία.

Ίδια χαρακτηριστικά και παρόμοια πορεία είχε το φασιστικό φαινόμενο και στην Ιταλία, όπου το σοσιαλιστικό και το νεαρό κομμουνιστικό κόμμα δεν κατάφεραν να οδηγήσουν τις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις του 1920 σε νίκη.

“Μαθαίνει κανείς από την ιστορία κοιτάζοντας προς τα πίσω αλλά γράφει τη δική του ιστορία κοιτάζοντας προς τα μπρος”, ήταν η χαρακτηριστική φράση του δημοσιογράφου Πέτρου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ήταν ο δεύτερος εισηγητής στην εκδήλωση της Ταξικής Κίνησης.  Ο εισηγητής ανέλυσε το φασιστικό φαινόμενο ξεκινώντας από το γενικό ιστορικό πλαίσιο και καταλήγοντας στην κοινή δράση της Αριστεράς για συνολική αντιμετώπιση των αιτιών που οδήγησαν στην άνοδο των νεοναζί.

Ιδιαίτερη αξία έχουν τα όσα σημείωσε για τις διαφορές των δύο ιστορικών περιόδων.  “Μεταξύ της Δημοκρατίας της ΒαΪμάρης και της σύγχρονης Ελλάδας υπάρχουν τρεις κεφαλαιώδεις διαφορές.  Ο εθνικοσοσιαλισμός και ο φασισμός ήταν επιθετικά ρεύματα που συνδέονταν με έναν καινούργιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο ο οποίος ωρίμαζε, πράγμα που δεν ισχύει σήμερα, καθώς οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις δεν έχουν φτάσει σε τέτοιο που να πηγαίνουμε σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η ελληνική ολιγαρχία κάθε α΄λλο παρά εδαφικές βλέψεις διεθνώς έχει.  Μιλώντας πάντα για τις σημερινές συνθήκες, δεν σημαίνει ότι έτσι θα είναι αύριο.  Ο φασισμός όπως έλεγε ο Παλμίρο Τολιάτι “είναι δικτατορία της μεγαλοαστικής τάξης και ταυτόχρονα κίνημα μαζών”.  Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει στη Χρυσή Αυγή.  Η Χρυσή Αυγή ακολουθεί περισσότερο μια λογική ανάθεσης που ισχύει και για τα άλλα κόμματα αλλά με το δικό της τρόπο.  Λειτουργεί σαν τοπικός… ΟΑΕΔ απειλώντας τον ιδιοκτήτη του βενζινάδικου να διώξει τον Πακιστανό στον οποίο υπόσχεται ότι θα του πάει με το ίδιο μεροκάματο Έλληνα και χωρίς ασφάλιση.  Έβρισκε κάποιες δουλειές έτσι σε απελπισμένους ανθρώπους.  Έπιανε και ο ρατσισμός εκεί και ειδικά μικροαστικές περιοχές και συνοικίες.  Η τρίτη διαφορά είναι πως δεν υπάρχει επαναστατικό περιβάλλον.  Δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν υπάρχει ούτε κομμουνιστικό κίνημα ανάλογο της περιόδου του μεσοπολέμου.  Ένα κίνημα το οποίο παρότι είχε υποστεί απώλειες, δεν είχε υποστεί στρατηγική ήττα και είχε μπροστά του νέες επαναστατικές ευκαιρίες.  Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει σήμερα.  Η Χρυσή Αυγή εμφανίζεται σήμερα σε ένα περιβάλλον αδυναμίας, όπου και η αστική τάξη και οι αριστερές – επαναστατικές της πρωτοπορίες είναι σε φάση αδυναμίας”.

Μια σημαντική διαπίστωση στο ζήτημα της κοινωνικής βάσης του φασισμού και της Χρυσής Αυγής, όπως σημείωσε ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, είναι πως “η εργατική τάξη ήταν ιστορικά η τελευταία που παραδόθηκε στο φασισμό”.  Παραδόθηκε μεν, αλλά “αφού πρώτα είχαν χαθεί επαναστατικές ευκαιρίες και τα κομμουνιστικά κόμματα έκαναν σωρεία λαθών.  Βασικός τροφοδότης του φασισμού ιστορικά είναι τα μικρομεσαία και μικροαστικά στρώματα που στην Ελλάδα είναι και ιδιαίτερα διευρυμένα”.

Τέλος, για το ζήτημα της πολιτικής αντιμετώπισης εκτός από τον αντιφασιστικό αγώνα, ο ομιλητής έβαλε συνολικότερα το ζήτημα της αντιμετώπισης των αιτιών της κρίσης:  “Δεν μπορεί να υπάρξει στοιχειώδης πολιτική συνεννόηση και μετωπική δράση της Αριστεράς εάν δεν υπάρχει ένα μίνιμουμ το οποίο να συμπυκνώνεται στα αιτήματα:  Καταργούμε τα μνημόνια, καταργούμε δανειακές συμβάσεις και αν χρειαστεί, βγαίνουμε από το ευρώ.  Κατά τη γνώμη μου και σύμφωνα με όσα λέει και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα χρειαστεί σίγουρα να βγούμε από το ευρώ, αλλά πρέπει επιτέλους να συνεννοηθούμε στην Αριστερά και να βάλουμε φραγμό στο λαϊκισμό της Δεξιάς.  Να πούμε δηλαδή πως εάν χρειαστεί να πεθάνουμε με το ευρώ ή να ζήσουμε με τη δραχμή, η απάντησή μας θα είναι να ζήσουμε με τη δραχμή”.

Μετά το τέλος των εισηγήσεων έγινε πληθώρα παρεμβάσεων και ερωτήσεων από τους παρευρισκόμενους και αναπτύχτηκε διάλογος.

*ΠΡΙΝ 20/10/201

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *