Ο αδυσώπητος ταξικός εχθρός

Η σφοδρότητα της επίθεσης του διεθνούς ιμπεριαλισμού με τη μορφή της φασιστικής κατάκτησης εκτιμήθηκε ότι δεν άφηνε στην παγκόσμια Αριστερά άλλη επιλογή από τη σύναψη ευρέων κοινωνικών μετώπων και διεθνών συμμαχιών, προκειμένου να αντισταθεί αποτελεσματικά.

Αυτό της επέβαλε να ανασυντάξει όλες τις μορφές της κοινωνικής της δράσης όσο και τη σχέση της στρατηγικής της με τους ενδιάμεσους στόχους που έθετε η συγκυρία, αλλά και να διευρύνει τα όρια των πολιτικών της συμμαχιών, γειωμένα στην εξέλιξη της μάχης φασισμού-αντιφασισμού.

Παρά την επίπτωση που αυτό είχε στις ταξικές της αναφορές και στόχους, η στρατηγική αυτή θεωρήθηκε εκ των ων ουκ άνευ, δεδομένου και του κινδύνου να αναβιώσει η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και πέραν της εξέλιξης της μάχης με τον φασισμό, ακόμα και με τη μορφή της αντίδρασης του «ελεύθερου κόσμου» στις νέες συνθήκες που θα προέκυπταν στις απελευθερωμένες χώρες.

Γιατί Αμερικανοί και Βρετανοί προετοιμάζονταν συστηματικά να «σώσουν» τον πληθυσμό των χωρών της Δυτικής Ευρώπης από την υποτιθέμενη «αταξία» που θα προκαλούσε η εγχώρια Αντίσταση κατά την Απελευθέρωση, ενώ και η πιθανότητα επανόδου του γερμανικού επεκτατισμού είχε στοιχειώσει τις στρατηγικές του διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, και όχι μόνο, σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

Αυτός ο φόβος είχε συντελέσει ώστε η ίδια η Σοβιετική Ενωση να εμπλακεί, από την πρώτη στιγμή, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει στρατιωτική συμμαχία με τους Βρετανούς -την πρώτη συμφωνία υπέγραψε στις 26 Μαΐου 1942- και έκτοτε να επιδιώξει να διευρύνει τα όρια της διεθνούς αυτής «συνεργασίας» -η προσδοκία της οποίας διέλυσε την Κομμουνιστική Διεθνή, τον Ιούνιο του 1943- και πέραν των αναγκών του πολέμου, στην κατεύθυνση, όπως το έθεσε η Διάσκεψη της Τεχεράνης, τον Δεκέμβριο του 1943, να διαμορφωθεί ένα σταθερό μεταπολεμικό γεωπολιτικό στάτους, ακόμα και αν αυτό προσέλαβε την ωμότητα των σφαιρών επιρροής.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Στάλιν χειροκροτούσε τη διεθνή συνεργασία των συμμαχικών δυνάμεων στο Dumbarton Oaks, το φθινόπωρο του 1944, τη στιγμή που οι Ελληνες κομμουνιστές απορούσαν γιατί ο Κόκκινος Στρατός δεν κινήθηκε πέραν της ελληνο-βουλγαρικής μεθορίου στις παραμονές της Απελευθέρωσης.

Σε αυτές τις διεθνείς κατευθύνσεις προσαρμόστηκε και η ελληνική Αριστερά καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Απάλειψε όλους τους ταξικούς προγραμματικούς της στόχους, καλλιέργησε τον εκλογικισμό, διατυμπάνισε την ταξική συνεργασία ως μορφή άρθρωσης του «εθνικού» αιτήματος, χωρίς, όμως, να κατορθώσει να αποδυναμώσει πλήρως τη δυναμική της αντιστασιακής πράξης από το να πραγματοποιήσει τις νέες κοινωνικές προτεραιότητες που έθεταν οι μάζες.

Οι «λαϊκές εξουσίες» του Βουνού και οι μηχανισμοί κοινωνικής αλληλεγγύης και κινηματικής δράσης στις πόλεις αποτελούσαν τη νέα επαναστατική συνθήκη που δημιούργησε «ο ένοπλος λαός», η οποία αφέθηκε να συνυπάρξει με συμφωνίες, όπως αυτή του Λιβάνου και της Καζέρτας, που σταδιακά εκτόνωσαν κάθε πρόθεση για ρήξη με τις αστικές δομές εξουσίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, βέβαια, ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα των μαζών ήταν υπαρκτή και προσέκρουε και στην εξάντληση που είχε προκαλέσει ο πόλεμος, όσο και στον διάχυτο φόβο έναντι και του κινδύνου οι βρετανικές ξιφολόγχες να αντικαταστήσουν τη γερμανική Κατοχή, απειλή που έθεσαν ανοιχτά τα πλοία και τα βρετανικά αεραγήματα που κατέκλυσαν τον Πειραιά και την Ελευσίνα τη στιγμή που αποχωρούσαν οι Γερμανοί.

Αλλωστε, το ΕΑΜ δύσκολα μπορούσε να αποκλίνει, όταν γνώριζε ότι πουθενά το διεθνές κίνημα δεν έθετε επαναστατικές προτεραιότητες. Ο Togliatti στην Ιταλία, τον Απρίλιο του 1944, με την περιβόητη svolta di Salerno προωθούσε την ενσωμάτωση του ΚΚΙ στην κυβέρνηση του Badoglio, ο M. Thorez συνεργαζόταν με τον De Gaulle, ενώ ακόμα και ο Μάο στην Κίνα πρότεινε συμβιβασμό στον Chiang Kai-shek.

Για τους Ελληνες κομμουνιστές, έναντι και της απροθυμίας της Μόσχας να τους στέρξει, ήταν σχεδόν αδύνατη η όποια διαφοροποίηση, ιδίως όταν οι σύντροφοί τους στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ηγούνταν των μετακατοχικών κυβερνήσεων, υλοποιούσαν προγράμματα εκτεταμένης κοινωνικής αναδιανομής, σχεδίαζαν εθνικοποιήσεις κεφαλαίων και υπόσχονταν μακρά κοινωνική ειρήνη.

Ηταν αυτές ακριβώς οι συνθήκες που ενίσχυσαν τις ψευδαισθήσεις της ηγεσίας της ελληνικής Αριστεράς για μια πιθανή ταξική ανακωχή μετά την Απελευθέρωση. Ηταν και η αδυναμία να γίνουν αντιληπτοί οι μετασχηματισμοί που συντελέστηκαν στο εσωτερικό της αστικής τάξης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μετασχηματισμοί που προσήλωσαν τις νέες κυρίαρχες αστικές μερίδες στην επαναφορά των κατοχικών δομών οικονομικής κυριαρχίας, επιβάλλοντας αφεύκτως τη σύγκρουση.

Το μόνο εμπόδιο ήταν ότι οι Βρετανοί δεν διέθεταν ακόμα, λόγω των ανοιχτών μετώπων στην Ευρώπη, επαρκείς δυνάμεις για να υλοποιήσουν το πραξικόπημα που σχεδίαζαν, ενώ τα «συντάγματα» της «Χ» και των Ταγμάτων Ασφαλείας δυσκολεύονταν στη στρατολόγηση ακόμα και λούμπεν στοιχείων.

«Η αδύνατη ταξική ανακωχή»- Δημήτρης Μαριόλης

Από τη σκοπιά αυτή, το βιβλίο του Δ. Μαριόλη «Η αδύνατη ταξική ανακωχή»αναδεικνύει με αδρό τρόπο τον προβληματισμό αυτό στο πλαίσιο του ταξικού υποστρώματος της μεταπολεμικής σύγκρουσης στην Ελλάδα.

Γιατί σε πείσμα του πανευρωπαϊκού παραδείγματος, η ελληνική αστική τάξη απαίτησε, από την πρώτη στιγμή, να επιβάλει το αποκρουστικό ταξικό της συμφέρον, παραδίδοντας τη χώρα σε μια μαύρη αγορά που ανθούσε, σε έναν πρωτοφανή πληθωρισμό και κερδοσκοπία που κατέτρωγαν τα πάντα, καταληστεύοντας ακόμα και τα ψιχία της βοήθειας που προορίζονταν για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, αφήνοντας τους εργάτες απλήρωτους να λιμοκτονούν, δίπλα σε αποθήκες κατάφορτες με τα προϊόντα που είχαν αποκρυβεί, με τις μικρές καταθέσεις να εξανεμίζονται εν μιά νυκτί λόγω των νομισματικών πολιτικών και τον αποθησαυρισμό να αποτελεί τον κύριο μηχανισμό απόσπασης υπεραξίας.

Ταυτόχρονα, νομιμοποίησε την κλοπή των περιουσιών που συντελέστηκε στην Κατοχή, αφήνοντας ανέγγιχτα τα κέρδη που προσπόρισε σε πολλούς και εκποιώντας απροσχημάτιστα τις πρώτες ύλες και τα κεφαλαιουχικά αγαθά της χώρας, συμπιέζοντας στο έπακρο τους μισθούς και τα επίπεδα απασχόλησης.

Και αυτά με το ξένο κεφάλαιο να ελλοχεύει, χρησιμοποιώντας τους Βρετανούς «απελευθερωτές» ως μηχανισμό ελέγχου της ελληνικής οικονομικής ζωής, επιβάλλοντας μια εκτεταμένη σχέση εξάρτησης και ολοκληρώνοντας το σχέδιο πολιτικής κατάληψης της χώρας (Σχέδιο Μάννα), μέσω του χειρισμού της πείνας.

Η πρωτοφανής απαίτησή τους να συνδεθεί το ύψος της βοήθειας με περικοπές μισθών δεν ήταν παρά μια εκδοχή της απέλπιδας προσπάθειας μιας αυτοκρατορίας που κατέρρεε να διασώσει κάποιες από τις αγορές της, ιδίως έναντι του δολαρίου που την εκτόπιζε από την παγκόσμια οικονομία μετά τις συμφωνίες του Bretton Woods, του Ιουλίου του 1944. Και μάλιστα, αντικαθιστώντας το κατοχικό μάρκο με τη βρετανική στρατιωτική λίρα, όπως σε κάθε τυπική αποικία.

Ολα αυτά με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ να εκλιπαρούν να εφαρμοστεί μια κεϊνσιανή πολιτική στήριξης της κατανάλωσης και να χρηματοδοτηθεί η εγχώρια βιομηχανία από τις δημόσιες επενδύσεις, χωρίς να καταληστεύεται το δημόσιο ταμείο.

Και, βέβαια, χωρίς καν να θέτουν θέμα εθνικοποιήσεων, έτοιμα να προσφέρουν στο ελληνικό κεφάλαιο ένα εργατικό δυναμικό που θα δεχόταν ένα όριο λιτότητας για «πατριωτικούς λόγους», τη στιγμή, μάλιστα, που αυτό, εκπαιδευμένο μέσα στις συνθήκες των εργατικών αγώνων της Κατοχής, έσφυζε από πρωτοφανή δυναμισμό.

Οταν δε, στο τέλος του Νοεμβρίου του 1944, θα αρχίσει να απαιτεί άμεσα μέτρα για την επίταξη των εργοστασίων που παρέμεναν κλειστά, για τη φορολογία των κερδών, για τον έλεγχο των τιμών, θα δεχτεί μια άνευ προηγουμένου βρετανική στρατιωτική επίθεση με το πρόσχημα ότι προσπάθησε να αφοπλίσει μερικά αστυνομικά τμήματα του κέντρου της Αθήνας, που ευθύνονταν για τη σφαγή της διαδήλωσης της πλατείας Συντάγματος, στις 3 Δεκεμβρίου 1944.

*Ιστορικός, εντεταλμένος διδασκαλίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *