Πρώτη και δεύτερη φορά Αριστερά στην κυβέρνηση: Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας, η εξουσία

image002Πηγή: Του Στέφανου Καβαλλιεράκη*- “Unfollow”

Αν η δεύτερη κυβερνητική περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ έχει κάποιο σχέδιο, αυτό είναι η προσπάθεια διάλυσης και της μεσαίας τάξης ώστε να μπορέσει να επικρατήσει σ’ ένα σύστημα δύο τάξεων, προωθώντας έναν ιδιότυπο βαλκανικό περονισμό. Η αδυναμία της κυβέρνησης να δημιουργήσει πλούτο για τη χώρα και τους ανθρώπους της τη στρέφει με εχθρότητα απέναντι σε όσους νομίζει ή φαντάζεται ότι έχουν. Οι φτωχοί, τους οποίους –θεωρητικά– θα εκπροσωπεί, θα εξακολουθούν να μην έχουν καμία τύχη, αλλά θα ακούνε σε τακτική βάση ότι προσπαθεί για αυτούς.

Κάποιες φορές στην πολιτική ισχύει ό,τι και στα old school βρετανικά αστυνομικά μυθιστορήματα: παρότι έχεις διαβάσει για τον δολοφόνο μέσα στο βιβλίο δεκάδες φορές, δεν αντιλήφθηκες ποτέ ποιος είναι.

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας δεν είχε απλώς ως όχημα μια αντιμνημονιακή ρητορική, που πλέον θυμίζει μακρινό παρελθόν, αλλά έθετε ως στόχο την ευρύτερη μεταβολή των ευρωπαϊκών ισορροπιών, τη συγκρότηση μετώπου δυνάμεων στο Νότο της Ευρώπης, την κατάργηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, την ανακατανομή του πλούτου. Η επιλογή της εκλογικής συμμαχίας με ένα κλασικό εθνικό-λαϊκιστικό κόμμα όπως οι ΑΝΕΑ, που έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί προπαγανδιστικά όχι ανήκει στον κεντροδεξιό χώρο, ξεπεράστηκε από την ανάγκη σχηματισμού του νέου πόλου εξουσίας. Γκροτέσκες και αναλώσιμες μορφές αυτού του κόμματος, όπως ο Παύλος Χαϊκάλης ή η Σταυρούλα Ξουλίδου, που έπαιξαν το ρόλο «αντιστασιακών» σε δήθεν απόπειρες δωροδοκίας κατά τη διάρκεια της προεδρικής εκλογής, έχουν ήδη εξαφανιστεί, αφού όμως βοήθησαν στην καλλιέργεια της εικόνας ενός «εξωσυστημικού» συμμάχου.

Οι λιγοστές φωνές αντίδρασης για την παράταιρη συμμαχία αλλά και την έλλειψη των πραγματικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για την επίτευξη των μεγαλεπήβολων προεκλογικών στόχων, όπως οι ουσιαστικές διεθνείς συμμαχίες, πνίγηκαν στις συμβολικές κινήσεις συναισθηματικής φόρτισης, όπως η κατάθεση στεφανιού στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και η λήψη θέσεων μάχης για τον πόλεμο που ήμασταν αποφασισμένοι να κηρύξουμε.

Ο αρχιστράτηγος Γιάνης -με ένα «ν», τι ωραίο…- θα αναλάμβανε το εκστρατευτικό σώμα του εξωτερικού και η Ζωή Κωνσταντοπούλου θα αναλάμβανε την εσωτερική θεσμική αναδιάρθρωση, με έμφαση στα θέματα τα οποία στη μνημονιακή περίοδο ήταν κεντρικά στο λογικό και το θυμικό μεγάλης μερίδας της κοινωνίας.

Ο Βαρουφάκης ξεκίνησε με μια σειρά περιοδειών εν είδει ροκ σταρ, φέρνοντας τη συμφωνία της 20ής Φεβρουάριου 2015, η οποία ακόμα και σήμερα παραμένει μυστήριο, αφού κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια σε τι δεσμεύτηκε η χώρα και τι υποσχέθηκαν οι εταίροι. Σε κατοπινές συνεντεύξεις κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ παραδέχθηκαν ότι περίμεναν στις 21/2 να βρουν λεφτά στους λογαριασμούς του ελληνικού Δημοσίου. Στην πραγματικότητα ο Βαρουφάκης, όπως και ο ίδιος υποστήριξε, εξυπηρετούσε μεταχρονολογημένα το σχέδιο «πιστόλι στο τραπέζι» που είχε διστάσει να εφαρμόσει ο Γιώργος Παπανδρέου, σχέδιο που ήξερε καλά ως παλαιός σύμβουλός του. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το σχέδιο «δέχονται τον εκβιασμό μας ή γυρνάμε στη δραχμή» είχε την έγκριση Τσίπρα. Εκεί οι απόψεις διίστανται…

Από την πλευρά της η πρόεδρος της Βουλής ανέλαβε έναν όγκο εργασίας, συχνά και πέρα από τις αρμοδιότητές της, όπως το επονείδιστο χρέος, οι γερμανικές αποζημιώσεις, η Siemens κ.ά., θέματα που ξεκίνησαν φιλόδοξα στην πρώτη κυβερνητική περίοδο ΣΥΡΙΖΑ αλλά πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων στη δεύτερη. Τα αποτελέσματα είναι πάνω κάτω γνωστά, η διαπραγματευτική τακτική της χώρας -αν υπήρχε- πήγε άπατη, ο Γιάνης από φαινόμενο των media κατέληξε -ακριβοπληρωμένος- πανελίστας, η Κωνσταντοπούλου βρέθηκε στο πολιτικό περιθώριο, η χώρα εξάντλησε τα στρατηγικά και οικονομικά της αποθέματα, έγινε ένα δημοψήφισμα όπου απερρίφθη μια προτεινόμενη συμφωνία για να έρθει μια χειρότερη, και τελικά έγιναν ξανά εκλογές ώστε ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ που είχε πιστέψει -αφελώς- τις αρχικές διακηρύξεις του Ιανουάριου του 2015 να βρεθεί εκτός Βουλής, κόμματος και κυβέρνησης.

Σε αυτή τη δεύτερη κυβερνητική φάση του ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα μοιάζουν να βρίσκονται σε μια γοργή παρακμή, όμως οι στόχοι μοιάζουν πιο ξεκάθαροι. Οι μεγαλεπήβολες πολιτικές αλλαγές μετατράπηκαν σε έναν ασφυκτικό κυβερνητικό εναγκαλισμό. Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έσπευσε μετά τη δεύτερη εκλογή του να συμμετάσχει στη στρατιωτική άσκηση «Παρμενίων» -κάτι που δεν είχαν κάνει ούτε ο Παπανδρέου ούτε ο Αντώνης Σαμαράς- μαζί με τον υπουργό Άμυνας Πάνο Καμμένο, με ενδυματολογικές εμφανίσεις που μάλλον προκάλεσαν γέλια παρά τόνωσαν το φρόνημα των Ελλήνων.

Η συνέχεια δόθηκε με συναντήσεις του πρωθυπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο, όπου επιβεβαιώθηκε η καλή σχέση των δύο ανδρών και μάλλον ακυρώθηκε κάθε προοδευτική νομοθετική πρωτοβουλία σε σχέση με τα θέματα που θεωρεί η Εκκλησία ότι την αφορούν. Ο «Ολαντρέου» μετετράπη στον αξιοσέβαστο Ολάντ, τον μόνο ξένο αξιωματούχο που έκανε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα ίο 2015 μαζί με τον αυστριακό καγκελάριο Βέρνερ Φάιμαν που ήρθε κάποια στιγμή μάλλον σιωπηρά…

Όμως, αν όλες αυτές οι κινήσεις έχουν ένα φελινικό σουρεαλιστικό χρώμα, πείθοντας και τον πλέον δύσπιστο ότι η Ελλάδα είναι η χώρα της ακινησίας, κάποιες άλλες μοιάζουν πιο σοβαρές. Ο υπουργός Επικράτειας Νίκος Παππάς επιχείρησε αιφνιδιαστικά με νομοτεχνική βελτίωση (sic) στο νομοσχέδιο για τις τηλεοπτικές άδειες να αποπέμψει όλες τις ηγεσίες των Ανεξάρτητων Αρχών, επιβάλλοντας σύντμηση της θητείας. Την ίδια στιγμή, η επίκληση της «παραπομπής για πλημμέλημα» για την αποπομπή της γ.γ. Δημοσίων Εσόδων Κατερίνας Σαββαΐδου μοιάζει ακόμα πιο γελοία και φασίζουσα, αφού ισοδυναμεί με το να πούμε ότι όποιος έχει παραβιάσει κόκκινο ή δεν πληρώνει τη διατροφή δεν θα μπορεί πλέον να καταλαμβάνει δημόσιο αξίωμα.

Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας αντεστραμμένης διαπλοκής όπου ο υπουργός (Παππάς) θα αποφασίζει μόνο (sic) για τον αριθμό των τηλεοπτικών αδειών και την αρχική τιμή για τη δημοπράτηση των αδειών των καναλιών. Παράλληλα, η δημιουργία αυτού του νέου συστήματος εξουσίας -για να ξεπεράσουμε τη λέξη «διαπλοκή»- δημιουργεί και διάφορα παρατράγουδα, όπως τη σφοδρή σύγκρουση μεταξύ ενός εκ των βασικών υποστηρικτών της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, του Δημήτρη Γιαννακόπουλου, με τον υπουργό και της δεύτερης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Πάνο Κομμένο. Εκτός από τη δυσωδία και τα βρώμικα υπονοούμενα που βγήκαν στη φόρα από τις ανακοινώσεις τους, η Ελλάδα έμαθε ότι ο Καμμένος έστελνε και sms και αναμένεται με ενδιαφέρον το περιεχόμενό τους να βγει στη δημοσιότητα.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί η αδυσώπητη νέα φορολόγηση, η σύνθλιψη της κοινωνικής πρόνοιας και προστασίας, οι «γραμμιτζίδικες» παρεμβάσεις Φίλη περί πενταροδεκάρων και άλλων τινών, η προσπάθεια να στιγματιστεί ως πλούσιος ή ανήκων στην «πλουτοκρατία» ο γονιός που στέλνει το παιδί του στην ιδιωτική εκπαίδευση. Ο έλεγχος του διπλωματικού σώματος, με τον ΥΠΕΞ Κοτζιά να μη συνομιλεί, σύμφωνα με πληροφορίες, με τη διπλωματική ιεραρχία, επειδή η τελευταία δεν συμφωνεί με την απαίτηση να αλλάξει η εξωτερική πολιτική της χώρας, θα ήταν ένα ακόμη ανέκδοτο, αν δεν ήταν αλήθεια. Σε όλο αυτό έρχονται να προστεθούν οι πρόσφατες αναξιοκρατικές κρίσεις στη Δικαιοσύνη, η στασιμότητα στο θέμα της δίωξης των μελών της Χρυσής Αυγής και οι καθυστερήσεις στον τομέα απονομής της δικαιοσύνης που έχουν ξεπεράσει κάθε ανεκτό όριο, επιτείνοντας το αίσθημα της αδικίας, της αναξιοκρατίας και της επικράτησης απλώς των «δικτύων» για ακόμη μία φορά.

Αν πίστευα ότι η αυτή η δεύτερη κυβερνητική περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ έχει κάποιο σχέδιο, θα έλεγα ότι προσπαθεί φιλότιμα να διαλύσει οριστικά και τη μεσαία τάξη, έτσι ώστε να επικρατήσει σε ένα σύστημα δύο τάξεων προωθώντας έναν ιδιότυπο βαλκανικό περονισμό – χωρίς Εβίτα Περόν προς το παρόν.

Η αδυναμία της κυβέρνησης να δημιουργήσει πλούτο για τη χώρα και τους ανθρώπους της τη στρέφει με εχθρότητα απέναντι σε όσους νομίζει ή φαντάζεται ότι έχουν. Οι φτωχοί, τους οποίους -θεωρητικά- θα εκπροσωπεί η κυβέρνηση, θα εξακολουθούν να μην έχουν καμία τύχη. Απλώς θα ακούνε σε τακτική βάση ότι η κυβέρνηση προσπαθεί για αυτούς.
Ακόμα και στο πολιτιστικό κομμάτι, όπου κάποιος μάλλον ρομαντικός θα περίμενε ότι μια αριστερή κυβέρνηση θα διέθετε μια κάποια ευαισθησία, αυτό που είδαμε ήταν ο υπερδιπλασιασμός των τιμών στα μουσεία της χώρας και ο Λαζόπουλος, ως έμπιστος του πρωθυπουργού, να τον συνοδεύει στο Γκάζι για βραδιά γαλλικής μουσικής.

Το θέμα όμως είναι αν στην πραγματικότητα η κυβέρνηση έχει σχέδιο για τον τόπο. Κοιτάζοντας το όλες οι κοινωνικές τάξεις μοιάζουν συντετριμμένες. Οι συνταξιούχοι θα βρίσκονται απλώς στα όρια της επιβίωσης ενώ έχουν αρχίσει ήδη να πέφτουν και κάτω από αυτά, η επόμενη γενιά θα μείνει εγκλωβισμένη για πάντα στα κόκκινα δάνεια, η αμέσως επόμενη, αν έχει δουλειά, απλώς θα συντηρείται αναλογιζόμενη αν μπορεί να αγοράσει ένα βιβλίο, ενώ η νεολαία βρίσκεται στη χειρότερη θέση με υπουργό Παιδείας τον Νίκο Φίλη. Το να στήσεις μια δική σου δουλειά φαντάζει μάλλον το πιο σύντομο ανέκδοτο, οι ελεύθεροι επαγγελματίες είναι υπό διωγμό και το Δημόσιο σε φάση αφασίας και αντιπαραγωγικότητας. Παράλληλα, ένα κομματικό κράτος συνεχίζει να στήνεται χωρίς σταματημό, αφού κοντά στους γενικούς γραμματείς προστέθηκαν και οι αναπληρωτές γενικοί γραμματείς αυξάνοντας τα μέλη της «διοίκησης».

Το χειρότερο δεν είναι ότι η χώρα απομακρύνεται κάθε μέρα όλο και περισσότερο από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είναι ότι φαίνεται να μη διαθέτει κανένα κεκτημένο. Αντί οι πολίτες να νιώθουν ότι η θεσμική ευθύνη του κράτους απέναντι τους μεγαλώνει, αισθάνονται όλο και περισσότερο όμηροι μονομερών και συχνά παράλογων πολιτικών αποφάσεων που σκοπό έχουν τον εναγκαλισμό μιας δράκας στελεχών ενός αριστερού (;)<κόμματος με τη διακυβέρνηση και τα όποια προνόμιά της.

Η χώρα του περιφερειακού εξαρτημένου καχεκτικού καπιταλισμού, όπως μάθαιναν παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά πολλοί υπουργοί και στελέχη της σημερινής κυβέρνησης, μετατρέπεται σήμερα σε μια απλώς εξαρτημένη χώρα, με την παραγωγή της να συρρικνώνεται και τα μέσα παραγωγής να απαξιώνονται, ενώ παράλληλα η επιλογή του ηγετικού μοντέλου έναντι του δημοκρατικού φαίνεται να υπερισχύει οριστικά οδηγώντας στην εγκαθίδρυση καθεστώτος που συνδυάζει τη μεσανατολική έμφαση στο ρόλο του ηγέτη με τη νοτιοαμερικανική έμπνευση ως προς την αντιμετώπιση των κοινωνικών στρωμάτων.

• O Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι ιστορικός, Δρ. Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών (Πανεπιστήμιο Στρασβούργου).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *