29 Απριλίου 1863 – 29 Απριλίου 1933. Μια ημερομηνία που σημαδεύει την ελληνική ποίηση με ακριβή, σχεδόν ειρωνική συμμετρία: γεννήθηκε και έφυγε την ίδια μέρα, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την πόλη που υπήρξε η καρδιά και η ψυχή του έργου του.
Ο Καβάφης δεν ήταν απλώς ένας ποιητής. Υπήρξε ο μεγάλος χρονικογράφος της ελληνικής ψυχής μέσα στον χρόνο – εκείνος που κατάφερε να ενώσει τον αρχαίο ελληνισμό με τον σύγχρονο, την Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων με την πολυεθνική, κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 19ου και 20ού αιώνα. Με λιτό, σχεδόν πεζό λόγο, χωρίς εξωραϊσμούς και ρομαντικές υπερβολές, αποτύπωσε την ιστορία ως τραγωδία επαναλαμβανόμενη, ως ειρωνεία, ως διαρκή πάλη ανάμεσα στην επιθυμία, την ήττα και την αξιοπρέπεια.
«Ιθάκη», «Θερμοπύλες», «Περιμένοντας τους βαρβάρους», «Ο καθρέφτης στην είσοδο», «Μέρες του 1908»… Ποιήματα που δεν γερνούν, γιατί μιλούν για διαχρονικές ανθρώπινες καταστάσεις: την προσμονή, την αυταπάτη, την ηρωική στάση μπροστά στο αναπόφευκτο, την ομορφιά που φθείρεται και όμως μένει αξέχαστη.
Ο Καβάφης έζησε στα όρια – γεωγραφικά, πολιτισμικά, ερωτικά. Έλληνας της διασποράς, πολίτης του κόσμου, ποιητής που μιλούσε με την ίδια άνεση για τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Αντώνιο, τον Ηρακλειανό και για τον νεαρό υπάλληλο του γραφείου ή τον ωραίο περαστικό του δρόμου. Η ποίησή του είναι ταυτόχρονα ιστορική, πολιτική, ερωτική και υπαρξιακή. Δεν προσποιείται. Δεν κρύβεται πίσω από μεγαλόστομες λέξεις. Κοιτάζει κατάματα.
Σήμερα, 163 χρόνια από τη γέννησή του, η φωνή του παραμένει πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Σε εποχές που οι «βάρβαροι» αλλάζουν προσωπεία, που οι Ιθάκες πολλαπλασιάζονται και χάνουν το νόημά τους, που η ιστορία ξαναγράφεται από τους νικητές, ο Καβάφης μας υπενθυμίζει την αξία της νηφάλιας ματιάς, της ειρωνείας ως μορφής σοφίας και της ηθικής στάσης ακόμα κι όταν όλα δείχνουν χαμένα.
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, / τούτο προσπάθησε τουλάχιστον / όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, / μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες».
Η ποίησή του Καβάφη εξακολουθεί να φωτίζει τα σκοτεινά μας
___________________________________________-
Ο Καβάφης όπως μας βολεύει
Της Νάταλι Χατζηαντωνίου
Βαθύς, μεταφυσικός, παγκόσμιος, φιλοσοφικός, ερωτικός, πολιτικός, είναι μερικοί μόνον από τους χαρακτηρισμούς που έχουν αποδοθεί στον Καβάφη. Ολοι τον αφορούν. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολη ακόμη και η μελοποίησή του: παρ’ ότι η μουσική είναι ίσως το καταλληλότερο «εργαλείο» για την προσέγγιση ενός ποιήματος, το εγχείρημα γίνεται επικίνδυνο όταν αφορά ένα έργο τόσο πολυσήμαντο και πολυ-συναισθηματικό όσο το καβαφικό.
Ακόμη πιο επικίνδυνο είναι φοβάμαι, να επιχειρεί να απομονώσει κάποιος έναν καβαφικό στίχο, καταλήγοντας σε καταστροφικά ή και… «διαστροφικά» αποτελέσματα. Πάρτε για παράδειγμα τα καβαφικά ποιητικά θραύσματα που κατά πρωτοβουλία του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση βρέθηκαν να ταξιδεύουν στην Αθήνα σε αφίσες τοποθετημένες σε μέσα μαζικής μεταφοράς, ώστε με τη διαμεσολάβηση της κάπως ποπ εικαστικής άποψης να κάνουν τους «στίχους οικείους και προσιτούς». Το αποτέλεσμα κάνει αντίθετα κάποιους, απομονωμένους από το σύμπαν τους, στίχους, πολιτικά ορθούς. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ό,τι επιλέγεται από το αριστουργηματικό ποίημα «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία 200 π.Χ.»: «Και τέλος πάντων να τραβούμε εμπρός» συμβουλεύει η αφίσα στα οπίσθια ενός λεωφορείου. Κι όμως, αν διαβάσει κάποιος ολόκληρο το ποίημα θα αντιληφθεί ότι εδώ ο Καβάφης δεν υψώνει το δάχτυλο, αλλά σαρκάζει.
Αν αυτή η περίπτωση είναι, όμως, απλώς ατυχής, η απομόνωση από το ίδιο ποίημα ενός άλλου στίχου, «είναι επικίνδυνον πράγμα η βία», διαστρέφει και παραβιάζει πλήρως το καβαφικό νόημα. Η «βία» εν προκειμένω είναι η βιασύνη:
«(…) Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία. Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια», γράφει ο Καβάφης. Κι ενώ απομονωμένος ο στίχος γίνεται ένα «μοδάτο» ιδεολογικό σύνθημα, ο Καβάφης σ’ αυτό το ποίημα άλλο στηλιτεύει και ειρωνεύεται πικρά. Δεν χρειάζεται να παραθέσουμε παρά το ίδιο το ποίημα:
«Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην αποικία / δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία, / και μ’ όλο πού οπωσούν τραβούμ’ εμπρός, ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός / να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Ομως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία / είναι που κάμνουνε μια ιστορία / μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί / αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ / δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι, / για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν, κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, / με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Εχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες (…)».
Συμπέρασμα; Το θραύσμα που έχει επιλεγεί από το ανατριχιαστικά επίκαιρο ποίημα διαστρέφει την ίδια την ποιητική πρόθεση κι ακόμη χειρότερα ανάγει τον Καβάφη σε πολιτικό αναμορφωτή.
Αλλά είναι τόσο σπουδαίος ο Καβάφης που ακόμη και τέτοια εγχειρήματα τα προβλέπει όταν π.χ. γράφει:
«Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, / κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, / απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία, / να δούμε τι απομένει πια, μετά / τόση δεινότητα χειρουργική».


0 Comments