Προβληματισμός στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Διαβάζοντας κανείς τις τοποθετήσεις που υπάρχουν εν όψει του 4ου Συνεδρίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση (σ’ αυτή την ιστοσελίδα) που θα πραγματοποιηθεί στις 13, 14 και 15 Γενάρη 2017, διαπιστώνει τον έντονο προβληματισμό που υπάρχει στο εσωτερικό αυτής της οργάνωσης για την μέχρι τώρα πορεία της νΚΑ αλλά και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε καμιά περίπτωση, φυσικά, δεν είναι προβληματικό μέλη μιας οργάνωσης να διατυπώνουν δημόσια κριτική για τις πολιτικές επιλογές που επέλεξε η συλλογικότητά τους αν και η σφοδρότητα κριτικής που ασκούν ενυπόγραφα 19 μέλη της νΚΑ στον πυρήνα βασικών επιλογών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εντυπωσιάζει, όπως φαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα των απόψεων τους.

Η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν μπόρεσε να συνδεθεί με τους χιλιάδες νέους και νέες που συμμετείχαν στις πλατείες, στις απεργίες και τις καταλήψεις, δεν κατόρθωσε να συναντηθεί πολιτικά με τα ρεύματα που δημιουργήθηκαν εκεί. Υποτιμήθηκε η ανάγκη λήψης πρωτοβουλιών για να δημιουργηθεί ένας αντισυστημικός-ανατρεπτικός πόλος της νεολαίας που φαινόταν ότι έλλειπε εκείνη την στιγμή. Η νεολαία έδειχνε να αναζητά αλλά η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν μπόρεσε να απαντήσει.

Ακόμη περισσότερο η σύγχυση στη σχέση κοινωνικού – πολιτικού εμφανίζεται ξανά. Οι αντιθέσεις στους κόλπους των ρεφορμιστικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ κλπ) και οι διασπάσεις που δημιουργούνται με ειδική επίδραση στη νεολαία, τα νέα ρεύματα αγώνα που εμφανίζονται και εκφράζονται στη σφαίρα της πολιτικής, αντιμετωπίζονται συνολικά σαν συνειδητές ανταγωνιστικές δυνάμεις. Δεν γίνεται κατανοητό ότι αποτελούν δημιουργήματα της ιδιαίτερα οξυμένης ταξικής πάλης εκείνων των ημερών, της αντιφατικής αλλά ολοένα και ριζοσπαστικοποιούμενης συνείδησης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Η στάση μας απέναντι τους χαρακτηρίστηκε περισσότερο από μια τάση διαχωρισμού, παρά από μια διαδικασία συγκέντρωσης και συνομιλίας μαζί τους προκειμένου να κατορθώσουμε να έρθουμε σε επαφή και να συμβάλλουμε στο μετασχηματισμό των κοινωνικών ρευμάτων που δυνητικά εξέφραζαν. Μαζί με την κυρίαρχη υποταγή στον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα του μετώπου, αναπτύσσεται σα λαθεμένο αντίβαρο η οχύρωση πίσω από τα «μπούλετ» στην τακτική των συμμαχιών. Η λογική ότι χωρίς πλήρη υιοθέτηση του προγράμματος μας δε συμμαχούμε με τις δυνάμεις που ταλαντεύονται. Όλα αυτά έγιναν εμφανή με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην αδυναμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να πάρει την πρωτοβουλία για την συγκρότηση μιας πλατιάς μαχητικής συμπαράταξης, στην κατεύθυνση συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού μετώπου, με όλα τα παραπάνω ρεύματα και τις δυνάμεις που διαμορφώνονταν.

Συνολικά, απουσίασε η φιλοδοξία της εισόδου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην κεντρική πολιτική σφαίρα της αντιπαράθεσης, μέσα από μια ευρύτερη ανατρεπτική συνεργασία των ριζοσπαστικών δυνάμεων που κινούνταν έξω από τα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ εκείνη την περίοδο. Η καθυστερημένη προσπάθεια για μια «μετωπική συμπόρευση» της ανατρεπτικής Αριστεράς απέτυχε όχι γιατί δεν ήταν δυνατόν να γίνει, αλλά γιατί δεν υπήρξε η αναγκαία κατανόηση των ιστορικών καμπών, η επαρκής σαφήνεια στο γενικό σχέδιο μετωπικής γραμμής και άρα η αντίστοιχη επαρκής πολιτική βούληση για μια πολιτική υποδοχής των χιλιάδων αγωνιστών που στρέφονταν ενάντια στην ΕΕ, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, χωρίς ακόμη να ξέρουν πώς να βγουν έξω από το πλαίσιο του συστήματος.

Κυριάρχησε η πεποίθηση ότι οι μάζες θα προσεγγίσουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αντικαπιταλιστική πάλη με μια γραμμική μετάβαση από το υπάρχον επίπεδο συνείδησης τους στην επαναστατική, χωρίς να ληφθεί υπόψη η αντιφατικότητα της συνείδησης και οι μορφές που αυτή παίρνει σε συνθήκες όπου δεν ηγεμονεύει η επαναστατική αντίληψη στην κοινωνία. Με διαφορετικό τρόπο, οι ευθύνες των ηγεσιών του ΚΚΕ και της αριστερής αντιπολίτευσης στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ποιοτικά και ποσοτικά μεγάλες γιατί τελικά συνέβαλαν στην ενσωμάτωση.

Το αποτέλεσμα ήταν τα εργατικά και λαϊκά στρώματα και η νεολαία να στραφούν, στο «εύκολο», στον μικρο – μεταρρυθμιστικό ΣΥΡΙΖΑ του «καμιά θυσία για το ευρώ» και των ανέξοδων υποσχέσεων. Τον Ιούνη του 2012
κλείνει αυτή η «εξεγερσιακή φάση» με χαμένη τη δυνατότητα για ανάδειξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε δύναμη σχετικά μαζικής επιρροής και αναφοράς που να μπορεί να ορίσει τις εξελίξεις από καλύτερη θέση στη νέα φάση.

Η επόμενη φάση του 2012 – 2015, ήταν αυτή των ελπίδων και των αυταπατών, με το κίνημα να βρίσκεται σε σχετική οπισθοχώρηση.
Δίνονται ηρωικοί αγώνες αλλά αποσπασμένοι και σε κλαδικό επίπεδο. Απουσιάζει συνολικά ένα ανεξάρτητο κέντρο αγώνα της εργατικής τάξης που να μπορεί να συντονίζει και να γενικεύει αυτές τις τάσεις. Η απουσία του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων σε αυτή τη φάση είναι εμφανής και καθοριστική.

Σε αυτή τη φάση, η αντικαπιταλιστική αριστερά στο σύνολο της βρέθηκε αντιμέτωπη με την εκτίναξη της επιρροής, τις ελπίδες και τις αυταπάτες που γέννησε μέσα στη νεολαία και σε όλη την εργατική τάξη και το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ. Διαμορφώθηκε μια διπλή ανάγκη: Από τη μια, να σταθούμε απέναντι και να διαχωριστούμε αποφασιστικά με την ενσωμάτωση στην κυρίαρχη αστική κυβερνητική τάση του και από την άλλη, να επικοινωνήσουμε μετωπικά και να αλληλεπιδράσουμε με την πλατιά νεανική και λαϊκή βάση του και τη μειοψηφική, ηγεμονευόμενη, αριστερή νεολαιίστικη αντιπολίτευση στο εσωτερικό του. Η λογική της «ρήξης του συνεχούς» ήταν ανεπαρκής και εστίαζε στην πρώτη πλευρά. Από την άλλη, η λογική κριτικής συμπολίτευσης – στήριξης, ή διάχυσης εντός του αρνιόταν να δει την καθοριστικότητα της πρώτης πλευράς, φέροντας βαρύτατες ευθύνες για τις τάσεις υποχώρησης και υποταγής που κυριάρχησαν το επόμενο διάστημα.

Αποκορύφωμα της φάσης αυτής ήταν το εργατικό και λαϊκό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος, όπου η στάση της νεολαίας στην έκβαση της μάχης ήταν καθοριστική. Δεν καταφέραμε στην μάχη του δημοψηφίσματος να οργανώσουμε το στρατόπεδο του ΟΧΙ με πλατιές επιτροπές που θα συσπείρωναν το λαό απέναντι στην τρομοκρατική εκστρατεία του μνημονιακού μπλοκ, δεν είχαμε επεξεργαστεί βαθύτερα τις θέσεις μας για την επόμενη μέρα της λαϊκής και ουσιαστικά αντικαπιταλιστικής εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, δηλαδή, για μια πρωτότυπη «επαναστατική κατάσταση».
Έτσι, το λαϊκό κίνημα και η Αριστερά βρέθηκε την επόμενη μέρα τελείως ανέτοιμη να αντιμετωπίσει το εσωτερικό και εξωτερικό πραξικόπημα της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών.

Στις εκλογές που ακολούθησαν δεν διακρίναμε σωστά τα καθήκοντα που μας έβαζε η συγκεκριμένη κατάσταση. Με μια ισότιμη και μαχητική εκλογική πολιτική συνεργασία σε αριστερή ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, μπορούσαν οι ανατρεπτικές δυνάμεις του ΟΧΙ να δώσουν άμεση εναλλακτική προοπτική στο λαϊκό σοκ από το πραξικόπημα και τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Να δυσκολέψουν τη συγκρότηση της δεύτερης κυβέρνησης, να δημιουργήσουν καλύτερους πολιτικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς σε όφελος του εξωκοινοβουλευτικού λαϊκού αγώνα. Να χτυπήσουν το ευρωμνημονιακό «ΤΙΝΑ». Η μη υλοποίηση αυτής της δυνατότητας στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία δεν μπορεί να εξηγείται με εκ των υστέρων εκτιμήσεις για τον «οπορτουνισμό» της ΛΑΕ ή για το «σεχταρισμό» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτές οι εκτιμήσεις παραβλέπουν το νόμο – τάση της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης των κοινωνικών φαινομένων.

Μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 μπαίνουμε σε μια νέα φάση με χειρότερους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.
Η ματαίωση των προσδοκιών της νεολαίας αλλά και του λαού συνολικότερα, οδηγεί σε απομαζικοποίηση του κινήματος και αποχή από τις τρέχουσες πολιτικές διεργασίες. Οι δυνάμεις μας μπαίνουν σε αυτή τη φάση με υπαρκτή και τη δική τους υποχώρηση, με διασπάσεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εξακολουθούν να συσπειρώνουν ένα μαχητικό αν και αρκετά μειοψηφικό δυναμικό. Εντός της αριστεράς ενισχύεται η άποψη ότι «οι συσχετισμοί ήταν αρνητικοί», «ο κόσμος δεν ήταν ώριμος», «κάναμε ότι μπορούσαμε, αλλά μέχρι εκεί μπορούσαν να πάνε τα πράγματα», «προειδοποιήσαμε αλλά δε μας άκουσαν».

Από τον «παλλαϊκό ξεσηκωμό» και το «όλα είναι πιθανά» οδηγηθήκαμε στο «δεν μπορούσε να πάει αλλιώς».
Η Ιστορία μέχρι τώρα όμως μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι ντετερμινιστικά προκαθορισμένο. Κάθε ιστορική φάση ή περίοδος χαρακτηρίζεται από μια ορισμένη δέσμη δυνατοτήτων όπου οι συνειδητές, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, πράξεις των υποκειμένων καθορίζουν την μία ή την άλλη έκβαση της ιστορικής εξέλιξης, όχι αυθαίρετα αλλά μέσα σε ένα ιστορικά προσδιορισμένο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών. Η σωστά υπολογισμένη δράση στο παρόν, η σωστή πολιτική γραμμή ή το σωστό πολιτικό σύνθημα, στη σωστά υπολογισμένη ιστορική περίοδο, φάση ή συγκυρία, παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της ταξικής πάλης και την πορεία της Ιστορίας. Πρόκειται για το περίφημο «timing» στην πολιτική.

Η σύγχυση γύρω από τη σχέση αντικαπιταλιστικής ανατροπής – αντικαπιταλιστικής επανάστασης και η μη κατανόηση του πραγματικού συσχετισμού δύναμης, μας οδήγησε στην επιλογή συνθημάτων που δεν κατόρθωναν να επικοινωνήσουν με τη συνείδηση των μαζών και τα βασικά διακυβεύματα που έκρινε η ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Τα συνθήματα μας έμοιαζαν με συνθήματα προπαγάνδισης για όλη την ιστορική περίοδο, χάνοντας το συγκεκριμένο και ειδικό χαρακτήρα των ρήξεων που έπρεπε να έχουν μέσα στη φάση και κατάσταση που τίθονταν.

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με τη λανθασμένη αντίληψη που επικράτησε για την σχέση κοινωνικού- πολιτικού μας οδήγησαν στην υποτίμηση της αναγκαίας μετωπικής πολιτικής δια της υπεκφυγής αόριστα στο κίνημα.

Ταυτόχρονα, η υποτίμηση της αναγκαιότητας για πολιτική και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των αγωνιστικών ανατρεπτικών ρευμάτων δε μας επέτρεψε να επικοινωνήσουμε με τις ευρύτερες λαϊκές μάζες, που επιζητούσαν την έκφραση των αγώνων τους στην κεντρική πολιτική σκηνή. Οι αυταπάτες των αριστερών μαχητικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, ο σεκταρισμός και η μη υιοθέτηση ενός μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος από το ΚΚΕ, οι αδυναμίες και οι ταλαντεύσεις της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς λειτούργησαν ανασταλτικά στις αναγκαίες υπερβάσεις και μετωπική πολιτική που χρειαζόταν ώστε να απεγκλωβίσει ευρύτερες δυναμικές.

Από αυτή την άποψη τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε αλλιώς αν η αντικαπιταλιστική αριστερά είχε μια άλλη, πιο ολοκληρωμένη πολιτική γραμμή. Αν τις κρίσιμες ιστορικές στιγμές χαρακτηριζόταν από τη σωστή λήψη αποφάσεων. Αυτές είναι οι δικές μας υποκειμενικές ευθύνες για την έκβαση της ταξικής πάλης όλη την προηγούμενη περίοδο. Αυτές οι συλλογικές μας αδυναμίες είναι τελικά αδυναμίες στρατηγικού χαρακτήρα. Για αυτές τις κρίσιμες καθυστερήσεις, την έλλειψη διορατικότητας και πολιτικής αποφασιστικότητας στις «κατάλληλες στιγμές», οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν στην αδυναμία κατανόησης από μεριάς μας, της αντικειμενικής πραγματικότητας και της σύγκρουσης των αντιθέσεών της.

Στην αδυναμία της μεθόδου με την οποία αναλύουμε τον κόσμο, κατανοούμε τα εμπόδια και τις ανατρεπτικές δυνατότητες της εποχής, της περιόδου, της φάσης, της κατάστασης. Στην αδυναμία να κατανοηθούν οι αλλαγές στη σύγχρονη εργατική τάξη, τη νεολαία και τα σύμμαχα στρώματα της, άρα και του περιεχομένου και των μορφών έκφρασης της συνείδησης μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Πρόκειται τελικά για την ποιοτική καθυστέρηση στην εμφάνιση, συγκρότηση και συγχώνευση με τις μάζες, ενός νέου, συνολικού κομμουνιστικού προγράμματος που να μπορεί να προσανατολίζει τις πρωτοπορίες και το μαζικό κίνημα.

Αυτή η ποιοτική καθυστέρηση είναι που επιτρέπει, τελικά, στον αντίπαλο να είναι διαρκώς «πολλά βήματα μπροστά» και όχι κάποια «παντοδύναμη» αντίπαλη στρατηγική. Αυτή η δική μας στρατηγική αδυναμία είναι που του επιτρέπει να ενσωματώνει το λαϊκό ριζοσπαστισμό αξιοποιώντας τις εσωτερικές αντιθέσεις του και να ανασυγκροτείται μετά τις κρίσεις του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *