10 Μάρτη 1925 γεννιέται ο Μανώλης Αναγνωστάκης

Γράφει η Αργυρώ Κραββαρίτη

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (1925-2005)
Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική του δράση (1949).

Το 1945 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με την ποιητική συλλογή Εποχές. Ακολούθησαν οι Εποχές (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια προφυλάκισης του ποιητή), οι Εποχές3 (1951), η Συνέχεια, η συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1941-1956 (1956), η Συνέχεια2 και η Συνέχεια3 (1962 – συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του 1956).

Στη συνέχεια ο Αναγνωστάκης σιώπησε ποιητικά ως το 1970, οπότε δημοσίευσε ποιήματά του με τον γενικό τίτλο Ο στόχος στο συλλογικό τόμο 18 Κείμενα. Από το 1959 ως το 1961 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου πρόβαλε τα σύγχρονά του ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας, Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων.

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, γενιά που σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους. Ειδικότερα η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σ΄έναν προσωπικό του κόσμο – στα πλαίσια του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο – αναδίπλωση η οποία εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης. Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής, φίλοι. Έργα του Μανώλη Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.
Πέθανε στις 23 Ιουνίου του 2005.

Αναγνωστάκης αυτοβιογραφούμενος

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005) σταμάτησε να γράφει ποίηση το 1971. Ηταν μια συνειδητή επιλογή, γιατί πίστευε ότι τα ποιήματα ανήκουν στη νεότητα. Τότε; Ο αυθορμητισμός ούτε καν σκέφτεται τις ρυτίδες του χρόνου.

Ολος, μα όλος, ο μονόλογός του «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά» (εκδόσεις Πατάκη) είναι ένα μνημείο αφιερωμένο στην ειλικρίνεια, με όρους εξομολόγησης, χωρίς να γίνεται ούτε σε μία αράδα μελιστάλαχτη. Δεν είναι αυτοβιογραφικό κείμενο. Βρέθηκε στα κατάλοιπα του ποιητή, με την ένδειξη «Προς μελλοντικούς αναγνώστες και μελλοντικούς μελετητές». Δεν ήταν ούτε μία παραγγελία που, λόγω απρόβλεπτων συγκυριών, έμεινε στο συρτάρι.

Ο μονόλογος είναι μία συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στον τότε «άγνωστο δημοσιογράφο, με ανεκδήλωτες ακόμη λογοτεχνικές τάσεις» Μισέλ Φάις. Χρειάστηκαν δύο επισκέψεις στο σπίτι του ποιητή, στην Πεύκη, στις 4 και 9 Νοεμβρίου 1992. Την έκδοση, την προλογίζει ο δημοσιογράφος και ποιητής Παντελής Μπουκάλας και το επίμετρο ανήκει δικαιωματικά στον Μισέλ Φάις.

Ας ξεκινήσουμε από τις ποιητικές αγάπες του αυτοβιογραφούμενου δημιουργού. Αγαπούσε τον «μεταφυσικό» της εθνικής ιδέας Ανδρέα Κάλβο, γιατί «λέει πράγματα ασύλληπτα». Αντίθετα, είχε ενστάσεις για τον οικουμενικό της Αλεξάνδρειας Κωνσταντίνο Π. Καβάφη: «Ο Καβάφης κολακεύει τον κόσμο, τον κολακεύει διότι βλέπει σ’ αυτόν την απήχηση που μπορεί να έχει ο κόσμος σ’ αυτόν». Υποκλινόταν στον «μεγάλο ποιητή» Γκιγιόμ Απολινέρ, του άρεσε ο Φρανσίς Ζαμ, είχε διαβάσει σε μετάφραση και τον είχε συγκλονίσει ο Ουόλτ Ουίτμαν.
Αναρωτιέστε πώς δούλευε τα ποιήματά του; «Τα ποιήματά μου δεν τα διορθώνω ποτέ, όπως έρχονται τα γράφω.

Κάνω μια ελαφριά διόρθωση, μερικές λέξεις, μερικές φράσεις ή τα εγκαταλείπω τελείως». Μίλαγε ανυπόκριτα για το εργαστήρι του. Και κοιτώντας προς τους μετά τον θάνατό του «τυμβωρύχους» της φιλολογίας τούς απέτρεπε: «Δεν υπάρχουν ποιήματά μου αδημοσίευτα. Λοιπόν, μην ψάχνει κανείς να βρει ποιήματά μου αδημοσίευτα. Δεν υπάρχει κανένα».

Αποστρεφόταν την ετικέτα, που τον καταχώριζε στους «ποιητές της ήττας»: «Δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής, που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη».

Αν και βγαλμένος από τα σπλάχνα της Αριστεράς, δεν περίμενε να γεράσει για να συνειδητοποιήσει τα αρνητικά της πολιτικής του κομμουνιστικού κόμματος, αφού είχε διαγραφεί από το ΚΚΕ ήδη από το 1946. Τολμούσε μάλιστα να βρεθεί απέναντι στους συντρόφους τού πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσωτερικού, με τους οποίους μοιραζόταν τις ίδιες θέσεις: «Και με διέγραψαν οι άνθρωποι αυτοί που, μετά από τριάντα πέντε, σαράντα χρόνια θα ήταν στο ΚΚΕ εσωτερικού, οι οποίοι ήταν και καθοδηγητές μου».

Ούτε η λογοτεχνική Αριστερά ήταν εικόνισμα ιδεολογικής ορθοδοξίας για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, γι’ αυτό μπορούσε να ξεχωρίσει τα θετικά και τα αρνητικά της. Κι αυτή την αντιμετώπισή του δεν την έκρυψε όταν εξέδωσε το σημαντικό για τη διετία ’59-’61 περιοδικό «Κριτική»: «Ενώ η Αριστερά έδειχνε ότι ήταν μια δύναμη προοδευτική, δημιουργική, ήταν αντιδραστική στον πνευματικό τομέα. Εμενε σε πρότυπα του ’40-’45. Και δεν μπορούσε να συλλάβει τη μελλοντική φωνή των γεγονότων».

*Ολα τα ποιητικά βιβλία του Μανόλη Αναγνωστάκη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νεφέλη».

Πηγή: «Ελευθεροτυπία»

Δύο μαθητές συνομιλούν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μια εντελώς διαφορετική συνέντευξη με τον γνωστό ποιητή

Η ιδέα και η πρωτοβουλία ήταν του συμμαθητή – κι από τότε κολλητού φίλου μου – Αργύρη Παπαστάθη. Η ενθάρρυνση ήρθε από τον καθηγητή Μιχάλη Σιάμο, υπεύθυνο του μαθητικού περιοδικού του σχολείου μας. Και η συνάντηση κανονίστηκε από τον διακεκριμένο μελετητή Γιώργο Ζεβελάκη. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε μαζί με τον Αργύρη Παπαστάθη, μαθητές της Α’ Λυκείου χαμένοι στο διάστημα, να χτυπάμε το κουδούνι του σπιτιού του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και της συζύγου του Νόρας Αναγνωστάκη, μια μέρα του Γενάρη του 1994. Ο εξοπλισμός μας; Ένα ημι-διαλυμένο κασετοφωνάκι και μπόλικος νεανικός ενθουσιασμός που επρόκειτο να συναντήσουμε τον τελευταίο των μεγάλων ποιητών.

Τούτη η πρωτόλεια συνέντευξη ξαναβγήκε από το συρτάρι εννιά χρόνια μετά το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη – στις 23 Ιουνίου του 2005…

Αρ. Παπ. – Ηρ. Οικ.: Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Οι γονείς σας είχαν σχέση με τα γράμματα και τις τέχνες;

Μανόλης Αναγνωστάκης: Όχι πολύ. Δεν είχαν σχέση με τα γράμματα. Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι.

Δεν είχατε βιβλιοθήκη;

Βιβλιοθήκη όχι, αλλά ο πατέρας μου, μου αγόραζε πάντοτε βιβλία όταν ήθελα. Κυρίως βιβλία παιδικά του Δημητράκου και του Ελευθερουδάκη, που ήταν καταπληκτικά την εποχή εκείνη.

Ραδιόφωνο είχατε στο σπίτι;

Ραδιόφωνο είχαμε στο σπίτι από πολύ νωρίς. Μια μεγάλη συσκευή ραδιοφώνου, διότι ο πατέρας μου ασχολιόταν με αυτά τα πράγματα.

Ο πατέρας σας ήταν ιατρός;

Ναι.

Τι ακούγατε από το ραδιόφωνο;

Ιδίως ξένους σταθμούς. Ελληνικοί σταθμοί δεν υπήρχαν, ελληνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε, εκτός από έναν ιταλικό σταθμό ο οποίος μετέδιδε ελληνικά προγράμματα. Υπήρχε όμως ο ιδιωτικός σταθμός του Τσιγκιρίδη.

Στη Θεσσαλονίκη;

Ναι. Ιδιωτικός σταθμός και εξέπεμπε μόνο για τη Θεσσαλονίκη, τα τραγούδια της Θεσσαλονίκης, τα τραγούδια της μόδας της εποχής.

Θα θέλαμε να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια. Σε ποιο σχολείο πήγατε; Θυμάστε τους συμμαθητές σας, τους καθηγητές, το κτίριο; Ήταν αυστηρό το σχολείο σας;

Την Α’ τάξη του Δημοτικού πήγα σε δημόσιο σχολείο, στο πρότυπο της Θεσσαλονίκης, αλλά ήμουνα πολύ μικρός. Ήμουνα πέντε χρονών και δεν μου επέτρεπαν να συνεχίσω. Γι’ αυτό πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο, που ήταν από τα καλά. Ήμουν καλός …δηλαδή όχι και πολύ καλός στα μαθήματα. Ήμουν πολύ καλός όμως στην έκθεση. Έγραφα καλές εκθέσεις, τις οποίες διαβάζαμε σε όλο το σχολείο. Ήμουν όμως και ανορθόγραφος.

Η καλλιγραφία σας κούραζε;

Η καλλιγραφία με κούραζε πάρα πολύ. Δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος. Πάντα ήμουν κακογράφος και ανορθόγραφος.

Μετά, στο γυμνάσιο;

Στο γυμνάσιο πήγα στο καλύτερο δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο Πειραματικό. Τότε είχε μόνο τρεις τάξεις. Είχα καλούς καθηγητές, που αργότερα έγιναν καθηγητές του Πανεπιστημίου. Ο Δελμούζος, ο Τατάκης, και άλλοι.

Οι πληροφορίες μας λένε πως γράφατε εκθέσεις-ποιήματα. Το δέχονταν αυτό οι καθηγητές;

Βεβαίως. Υπήρχαν καλοί καθηγητές οι οποίοι το δέχονταν. Έγραφα εκθέσεις υπό μορφή ποιήματος. Τελείωνα και κατέβαινα κάτω και έπαιζα.

Ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα από μικρός;

Από πολύ μικρός. Είχα ευχέρεια μεγάλη στη στιχουργία και έγραφα διάφορα ποιήματα, χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα.

Η διαγωγή σας πώς ήταν;

Τον δεύτερο χρόνο πήρα διαγωγή κοσμία που ήταν βαρύ για την εποχή. Ήθελαν να με διώξουν από το σχολείο. Χάρη σε κάποιους καθηγητές, επειδή ήμουν καλός σε ορισμένα μαθήματα, όπως στην έκθεση και στην ιστορία, παρέμεινα. Οι καθηγητές των θεωρητικών με εκτιμούσαν. Ήμασταν λίγοι μαθητές και όποιος έφευγε από το σχολείο δεν ξαναρχόταν. Ξεκινήσαμε 30 και μείναμε 17.

Διαβάζουμε αναμνήσεις επωνύμων που αναφέρονται στο παρελθόν με ωραία λόγια. Ήταν τόσο ωραία τότε;

Κοιτάξτε, τότε η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή. Όλη η Σαλονίκη λιμάνι ήτανε. Κάναμε βόλτες όταν ήμασταν μικροί. Υπήρχαν μεγάλες αλάνες, ακατοίκητοι χώροι οι οποίοι αργότερα χτίστηκαν. Υπήρχαν πολλές συμμορίες παιδιών. Έχω φάει πάρα πολύ ξύλο. Πετροπόλεμος, …άγρια πράγματα.

Αν έχουμε υπολογίσει καλά, ο πόλεμος του ’40 σας βρίσκει στην ηλικία που βρισκόμαστε εμείς τώρα, Σε ηλικία 15 χρόνων. Περιμένατε τον πόλεμο; Φοβόσασταν;

Ο πόλεμος είχε αρχίσει έξω ένα χρόνο νωρίτερα, το 1939. Έναν χρόνο ζούσαμε με την απειλή του. Εμείς βέβαια ως νέοι δεν τον υπολογίζαμε πολύ.

Διαβάζατε εφημερίδες, ενημερωνόσασταν;

Εφημερίδες διάβαζα από πολύ μικρός. Πριν από τον Μεταξά ακόμη. Μου επέβαλε να διαβάζω τα κύρια άρθρα ο πατέρας μου.

Πώς αντέδρασε η οικογένειά σας όταν ξέσπασε ο πόλεμος;

Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη την πρώτη ημέρα του πολέμου και πήγαμε στον Πολύγυρο, μια επαρχιακή πόλη στη Χαλκιδική. Ο πατέρας μου είχε επιστρατευτεί. Έμεναν εκεί πολλές οικογένειες. Εγώ ζούσα ελεύθερα. Ήμουν σαν αρχηγός της οικογένειας τότε.

Θελήσατε ποτέ να «πλησιάσετε» τον πόλεμο;

Ναι. Ύστερα από ένα μήνα ήθελα να φύγω. Ξεκίνησα μόνος για τη Θεσσαλονίκη. Με έπιασαν όμως στα μέσα του δρόμου και επειδή ήμουν πολύ μικρός με γύρισαν πίσω. Ήμουν τότε στη νεολαία του Μεταξά. Περνούσαμε πολύ ωραία. Δεν είχαμε σχολείο και ζούσαμε με τις νίκες του πολέμου.

Δημοσιεύσατε το πρώτο σας ποίημα στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», μια αθηναϊκή εφημερίδα που κυκλοφορούσε και στο μέτωπο.

Από τότε είχα αρχίσει να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, διάβαζα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν, τη «Νέα Εστία», τα «Νεοελληνικά Γράμματα» και έγραφα ποιήματα. Αυτό ήταν και το πρώτο ποίημα που έγραψα για τον πόλεμο.

Πώς νοιώθατε όταν ακούγατε ότι το ποίημά σας το διάβαζαν οι αγωνιστές του μετώπου;

Καταπληκτικά. Έπαιρνα πολλά γράμματα από τον πόλεμο. Είχα θείους, που το μοίραζαν και έλεγαν με καμάρι: «Ο ανιψιός μου το έγραψε αυτό». Ευχαριστιόμουν πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι είχα γίνει πια μεγάλος ποιητής.

Από το 1940 ως το 1942 βρισκόσαστε σε μια έντονη περίοδο δημιουργίας. Δημοσιεύετε το πρώτο «λόγιο» ποίημά σας στα «Πειραϊκά Γράμματα». Στέλνετε και πάλι ποίημα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Αναφέρετε το όνομα «Βασιλειάδης».

Ο Βασιλειάδης ήταν ένας παλιός ρομαντικός ποιητής του 1870, τον οποίο θαύμαζα. Ήταν ποίημα ελαφρώς σατιρικό αυτό που έγραψα τότε. Ήμουν στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Έπαιρνα το περιοδικό στην τάξη και το διάβαζα κάτω από το θρανίο.

Τι έγινε σε αυτά τα δύο χρόνια;

Τον Μάρτιο του 1941 ήρθαμε στην Αθήνα για να αποφύγουμε τους Γερμανούς που έρχονταν. Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο και μας έστειλε στην Αθήνα. Πήγα στο Γυμνάσιο των Αθηνών που ήταν 100 παιδιά σε κάθε τάξη. Μου άρεσε η Αθήνα πολύ, διότι ήμουν μόνος, ελεύθερος. Το καλοκαίρι γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ωραία τους πρώτους μήνες. Μετά έπεσε η πείνα. Ήμουν σπίτι κλεισμένος όλη την ημέρα και διάβαζα.

Από πότε άρχισε η πολιτική σας δραστηριότητα;

Άρχισε το 1942. Στη συνοικία που έμενα έγινε η απεργία του 1936. Κι εκεί τα είδα όλα και το μυαλό μου δούλεψε πολύ. Μετά ήρθε η δικτατορία του Μεταξά. Παρασύρθηκα κι εγώ και μπήκα στη νεολαία. Δεν ήμουν ενεργό μέλος αλλά πήγαινα συχνά.

Πώς περάσατε από τη Νεολαία του Μεταξά στην ΕΠΟΝ;

Αυθόρμητα και μέσω διαφόρων φίλων. Η εποχή εκείνη, 1943-44, ήταν η πιο γεμάτη εποχή που υπήρξε. Κάθε ημέρα ήμασταν στον αγώνα. Έγινε η καλύτερη η ζωή, υπήρξε περισσότερο ψωμί και μεγαλύτερη διάθεση για αγώνα. Τον Νοέμβριο του 1942 μπήκα στο πανεπιστήμιο, και μέσα από ’κει συνέχισα.

Ας μιλήσουμε λίγο και για το ποδόσφαιρο. Είστε φίλαθλος, σωστά;

Πάρα πολύ. Πρακτικός φίλαθλος. Πήγαινα κάθε Κυριακή στα ματς.

Πότε πρωτοπήγατε στο γήπεδο; Τι ομάδα ήσασταν;

Στο γήπεδο πήγα σε ηλικία 8 ή 9 χρόνων. Υπήρχαν τότε τοπικά πρωταθλήματα. Ήμουν φανατικός Παοκτσής. Αργότερα, το 1959, έγινα Απόλλων. Ήταν μεγάλη ομάδα ο Απόλλων τη δεκαετία του 1950.

Βλέπετε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;

Βλέπω πολύ, και σήμερα θα δω τον ποδοσφαιρικό αγώνα που θα παίξει η τηλεόραση. Τώρα πια είμαι υπέρ των μικρών ομάδων.

Γιατί;

Διότι πάντοτε αδικούνται.

Κύριε Αναγνωστάκη, φοβάστε τον πόλεμο; Η μαρτυρική πόλη του Σαράγεβο είναι αρκετά κοντά μας.

Ναι, είναι μαρτυρική πόλη το Σαράγεβο. Πήγα πριν από τρία χρόνια, όταν τα πράγματα ήταν καλά και ζούσαν όλοι αρμονικά. Πάρε παράδειγμα τον Μπάγεβιτς, που έχει γυναίκα μουσουλμάνα. Δεν το ξέρετε αυτό. Οι μουσουλμάνοι που λέμε δεν είναι Τούρκοι, είναι μουσουλμάνοι. Γίνεται μια σφαγή τρομαχτική. Νοιώθω πολύ άσχημα. Υπάρχουν μέσα τα πιο αλήτικα στοιχεία που δυναστεύουν τις πόλεις. Εγώ δεν είμαι ούτε υπέρ των Σέρβων, ούτε υπέρ των μουσουλμάνων, ούτε υπέρ των Κροατών. Είμαι υπέρ όλων.

Ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Ελλάδας;

Θα έπρεπε να μην εμπλακεί καθόλου η Ελλάδα. Να κοιτάξει την ειρήνη στα Βαλκάνια.

Πηγή: «Το Περιοδικό»

Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της ήττας» αφού οι στίχοι του αποτύπωσαν τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. «Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή», έλεγε ο ίδιος.«Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας’ και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει». Μανόλης Αναγνωστάκης

«Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσω μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν. Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε. Το θέμα είναι να μην ξαναγράψουμε μια ιστορία πάλι με αποσιωπήσεις, εν ονόματι σκοπιμοτήτων δικών μας αυτή τη φορά. Αυτό μας ρίχνει σε έναν φαύλο κύκλο λειψής ενημέρωσης και κακής πληροφόρησης των νεώτερων γενιών». Μανόλης Αναγνωστάκης.

Πηγή: tvxs

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *