14 Μάρτη 1883 πεθαίνει ο Καρλ Mαρξ – Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του Μαρξισμού

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στις 5 Μάη 1818, με το νέο ημερολόγιο, στην πόλη Τριρ (παραρήνια Πρωσία). Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, Εβραίος• το 1824 ασπάστηκε τον προτεσταντισμό. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, καλλιεργημένη, όχι όμως επαναστατική. Αφού τέλειωσε το γυμνάσιο του Τριρ, ο Μαρξ πήγε στο Πανεπιστήμιο, στην αρχή στη Βόννη και έπειτα στο Βερολίνο και σπούδασε νομικά, προπαντός όμως ιστορία και φιλοσοφία. Τέλειωσε το Πανεπιστήμιο το 1841 με μια διδακτορική διατριβή για τη φιλοσοφία του Επίκουρου. Όσο για τις αντιλήψεις του, ο Μαρξ εκείνη την εποχή ήταν ακόμη χεγκελιανός-ιδεαλιστής. Στο Βερολίνο ανήκε στον κύκλο των «αριστερών-χεγκελιανών» (Μπρούνο Μπάουερ κ.ά.), που προσπαθούσαν να βγάλουν από τη φιλοσοφία του Χέγκελ αθεϊστικά και επαναστατικά συμπεράσματα.

Όταν τελείωσε το Πανεπιστήμιο, ο Μαρξ εγκαταστάθηκε στη Βόννη, με σκοπό να γίνει καθηγητής του Πανεπιστημίου. Η αντιδραστική όμως πολιτική της κυβέρνησης, που το 1832 αφαίρεσε την έδρα από τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ, το 1836 αρνήθηκε να τον επαναφέρει στο Πανεπιστήμιο και το 1841 απαγόρευσε στο νεαρό καθηγητή Μπρούνο Μπάουερ να διδάσκει στη Βόννη, ανάγκασε τον Μαρξ να εγκαταλείψει τη σταδιοδρομία του καθηγητή. Η εξέλιξη των ιδεών του αριστερού χεγκελιανισμού έκανε εκείνο τον καιρό πολύ γρήγορα βήματα στη Γερμανία. Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ άρχισε, ιδιαίτερα από το 1836, να επικρίνει τη θεολογία και να στρέφεται προς τον υλισμό, στον οποίο προσχωρεί οριστικά το 1841 (Η ουσία του χριστιανισμού)• το 1843 βγήκε το βιβλίο του Οι βασικές θέσεις της φιλοσοφίας τον μέλλοντος.

«’Επρεπε να υποστεί κανείς την απολυτρωτική επίδραση» αυτών των βιβλίων – έγραφε αργότερα ο Ένγκελς για τα έργα αυτά του Φόιερμπαχ. «Εμείς» (δηλαδή οι αριστεροί χεγκελιανοί, ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Μαρξ) «γίναμε αμέσως φοϊερμπαχικοί». Εκείνο τον καιρό, οι ριζοσπάστες αστοί της Ρηνανίας, που είχαν σημεία επαφής με τους αριστερούς χεγκελιανούς, ίδρυσαν στην Κολωνία μια αντιπολιτευόμενη εφημερίδα: την Εφημερίδα τον Ρήνου (άρχισε να βγαίνει την 1η του Γενάρη του 1842). Ο Μαρξ και ο Μπρούνο Μπάουερ κλήθηκαν σαν κυριότεροι συνεργάτες• τον Οκτώβρη του 1842, ο Μαρξ ανέλαβε διευθυντής της εφημερίδας και μετοίκησε από τη Βόννη στην Κολωνία. Με τη διεύθυνση του Μαρξ, η επαναστατική, δημοκρατική κατεύθυνση της εφημερίδας γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρη, η κυβέρνηση στην αρχή επέβαλε στην εφημερίδα διπλή και τριπλή λογοκρισία και μετά την 1η του Γενάρη του 1843, αποφάσισε να την κλείσει εντελώς.

Ο Μαρξ βρέθηκε τότε υποχρεωμένος να φύγει από διευθυντής, η αποχώρησή του όμως δεν έσωσε την εφημερίδα, που κλείστηκε το Μάρτη του 1843. Από τα πιο βαρυσήμαντα άρθρα του Μαρξ στην Εφημερίδα τον Ρήνου ο Ένγκελς σημειώνει, και ένα άρθρο για την κατάσταση των αγροτών-αμπελουργών της κοιλάδας του Μόζελ. Η δημοσιογραφική δουλειά έδειξε στον Μαρξ ότι δεν ήξερε αρκετά καλά την πολιτική οικονομία και γι’ αυτό καταπιάστηκε με ζήλο με τη μελέτη της.

Το 1843, ο Μαρξ παντρεύτηκε στο Κρόιτσναχ την Τζένη φον Βεστφάλεν, παιδική του φίλη που την είχε αρραβωνιαστεί όταν ακόμη ήταν φοιτητής. Η γυναίκα του προερχόταν από μια αντιδραστική αριστοκρατική οικογένεια της Πρωσίας. Ο μεγαλύτερος αδελφός της έγινε υπουργός Εσωτερικών της Πρωσίας σε μια από τις πιο αντιδραστικές εποχές, το 1850-1858. Το φθινόπωρο του 1843, ο Μαρξ πήγε στο Παρίσι για να εκδώσει στο εξωτερικό ένα ριζοσπαστικό περιοδικό μαζί με τον Άρνολντ Ρούγκε (1802-1880, αριστερός χεγκελιανός. Το 1825-1830 ήταν φυλακή, ύστερα από το 1848 εκπατρισμένος- στα 1866¬1870 οπαδός του Βίσμαρκ). Βγήκε μόνο το πρώτο τεύχος αυτού του περιοδικού με τον τίτλο Γερμανο-γαλλικά χρονικά. Το περιοδικό έπαψε να βγαίνει λόγω των δυσκολιών που παρουσίαζε η παράνομη κυκλοφορία του στη Γερμανία και λόγω διαφωνιών με τον Ρούγκε. Στα άρθρα του σ’ αυτό το περιοδικό, ο Μαρξ παίρνει ήδη επαναστατική θέση, κηρύσσει «αμείλικτη κριτική σε καθετί που υπάρχει» και ιδιαίτερα «κριτική των όπλων» και κάνει έκκληση στις μάζες και το προλεταριάτο.

Το Σεπτέμβρη του 1844 ήρθε στο Παρίσι για μερικές μέρες ο Φρίντριχ Ένγκελς, που έγινε από τότε ο πιο στενός φίλος του Μαρξ. Μαζί έπαιρναν ενεργότατο μέρος στην τοτινή κοχλάζουσα ζωή των επαναστατικών ομάδων του Παρισιού (ιδιαίτερη σημασία είχε η θεωρία του Προυντόν, που ο Μαρξ την καταπολέμησε αποφασιστικά στην Αθλιότητα της φιλοσοφίας το 1847) και επεξεργάστηκαν -παλεύοντας επίμονα ενάντια στις διάφορες θεωρίες του μικροαστικού σοσιαλισμού- τη θεωρία και την τακτική του επαναστατικού προλεταριακού σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού (μαρξισμού). Βλ. τα έργα του Μαρξ εκείνης της εποχής, του 1844-1848. Το 1845, ύστερα από επιμονή της πρωσικής κυβέρνησης, ο Μαρξ απελάθηκε από το Παρίσι σαν επικίνδυνος επαναστάτης και πήγε στις Βρυξέλλες.

Την άνοιξη του 1847, ο Μαρξ και ο Ένγκελς προσχώρησαν σε μια μυστική προπαγανδιστική εταιρία, την «Ένωση των κομμουνιστών» και πήραν μέρος στο II Συνέδριο αυτής της Ένωσης (Νοέμβρης 1847 στο Λονδίνο), όπου έπαιξαν εξέχοντα ρόλο. Με εντολή του συνεδρίου σύνταξαν το περίφημο Μανιφέστο τον Κομμουνιστικού Κόμματος που βγήκε το Φλεβάρη του 1848. Στο έργο αυτό εκτίθεται με μεγαλοφυή σαφήνεια και διαύγεια η νέα κοσμοαντίληψη, ο συνεπής υλισμός που αγκαλιάζει και την περιοχή της κοινωνικής ζωής, η διαλεκτική σαν η πιο ολόπλευρη και η πιο βαθιά διδασκαλία της εξέλιξης, η θεωρία της ταξικής πάλης και ο κοσμοϊστορικός επαναστατικός ρόλος του προλεταριάτου, του δημιουργού της νέας, της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη του 1848, ο Μαρξ απελάθηκε από το Βέλγιο. Ξαναγύρισε στο Παρίσι κι από κει, ύστερα από την επανάσταση του Μάρτη, πήγε στη Γερμανία και συγκεκριμένα στην Κολωνία. Εκεί άρχισε να βγαίνει από την 1η του Ιούνη 1848 ως τις 19 του Μάη 1849 η Νέα εφημερίδα του Ρήνου∙ διευθυντής της εφημερίδας ήταν ο Μαρξ. Η νέα θεωρία επιβεβαιώθηκε περίλαμπρα από την πορεία των επαναστατικών γεγονότων του 1848-18497, όπως επιβεβαιώθηκε αργότερα και απ’ όλα τα προλεταριακά και δημοκρατικά κινήματα όλων των χωρών του κόσμου. Η αντεπανάσταση που νίκησε, στην αρχή παρέπεμψε τον Μαρξ σε δίκη (αθωώθηκε στις 9 του Φλεβάρη 1849) και μετά τον απέλασε από τη Γερμανία (στις 16 του Μάη 1849). Ο Μαρξ πήγε στην αρχή στο Παρίσι, απελάθηκε και από κει ύστερα από τη διαδήλωση της 13 του Ιούνη του 1849 και πήγε στο Λονδίνο, όπου έμεινε ως το τέλος της ζωής του.

Οι συνθήκες της ζωής του σαν εκπατρισμένου, όπως βγαίνει ανάγλυφα από την αλληλογραφία του με τον Ένγκελς (εκδόθηκε το 1913). ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Η ανέχεια έπνιγε κυριολεκτικά τον Μαρξ και την οικογένεια του. Αν δεν υπήρχε η αδιάκοπη, γεμάτη αυταπάρνηση οικονομική ενίσχυση του Ένγκελς, ο Μαρξ όχι μόνο δε θα μπορούσε να τελειώσει Το Κεφάλαιο, αλλά και θα χανόταν αναπόφευκτα από τη φτώχεια και τις στερήσεις. Εκτός απ’ αυτό, οι θεωρίες και τα ρεύματα του μικροαστικού και γενικότερα του μη προλεταριακού σοσιαλισμού που κυριαρχούσαν τότε, ανάγκαζαν τον Μαρξ να διεξάγει συνεχώς αμείλικτο αγώνα και κάποτε να αποκρούει τις πιο λυσσαλέες και άγριες προσωπικές επιθέσεις («Herr Vogt»). Μένοντας μακριά από τους κύκλους των εκπατρισμένων, ο Μαρξ σε μια σειρά ιστορικές εργασίες επεξεργαζόταν την υλιστική του θεωρία, αφιερώνοντας τις δυνάμεις του κυρίως στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας. Την επιστήμη αυτή ο Μαρξ την επαναστατικοποίησε στα έργα του Η κριτική της πολιτικής οικονομίας (1859) και Το Κεφάλαιο (τόμ. 1,1867).

Η εποχή της αναζωογόνησης των δημοκρατικών κινημάτων στα τέλη της δεκαετίας 1850-1860 και στη διάρκεια της δεκαετίας 1860-1870 κάλεσε ξανά τον Μαρξ στην πρακτική δράση. Το 1864 (28 του Σεπτέμβρη) ιδρύθηκε στο Λονδίνο η ονομαστή I Διεθνής, η «Διεθνής ένωση των εργατών». Ο Μαρξ ήταν η ψυχή αυτής της οργάνωσης, ήταν εκείνος που έγραψε την πρώτη «Διακήρυξή» της και μια σειρά αποφάσεις, δηλώσεις και διακηρύξεις της. Ο Μαρξ, συνενώνοντας το εργατικό κίνημα των διαφόρων χωρών, προσπαθώντας να κατευθύνει στην κοίτη μιας κοινής δράσης τις διάφορες μορφές του μη προλεταριακού, του προμαρξικού σοσιαλισμού (Ματζίνι, Προυντόν, Μπακούνιν, αγγλικός φιλελεύθερος τρεϊντγιουνιονισμός, λασσαλικές ταλαντεύσεις προς τα δεξιά στη Γερμανία κλπ.) και καταπολεμώντας τις θεωρίες όλων αυτών των αιρέσεων και μικροσχολών, σφυρηλάτησε μια ενιαία τακτική της προλεταριακής πάλης της εργατικής τάξης των διαφόρων χωρών.

Ύστερα από την πτώση της Κομμούνας του Παρισιού (1871), που ο Μαρξ την έκρινε τόσο βαθυστόχαστα, τόσο εύστοχα, τόσο λαμπρά και από την άποψη ενός ανθρώπου της δράσης και ενός επαναστάτη (Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία του 1871), και ύστερα από τη διάσπαση της Διεθνούς από τους μπακουνιστές, έγινε αδύνατη η παραμονή της Διεθνούς στην Ευρώπη. Ο Μαρξ μετά το συνέδριο της Διεθνούς στη Χάγη (1872) εξασφάλισε τη μεταφορά του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς στη Νέα Υόρκη. Η I Διεθνής εκπλήρωσε έτσι τη διεθνή της αποστολή και παραχώρησε τη θέση της σε μια εποχή απροσμέτρητα πιο μεγάλης ανόδου του εργατικού κινήματος σε όλες τις χώρες του κόσμου, συγκεκριμένα στην εποχή της ανάπτυξής του σε πλάτος, στην εποχή της δημιουργίας μαζικών σοσιαλιστικών εργατικών κομμάτων στα πλαίσια κάθε εθνικού κράτους.

Η εντατική δράση στη Διεθνή και η ακόμη πιο εντατική απασχόληση του Μαρξ υπόσκαψαν οριστικά την υγεία του. Συνέχισε το ξαναδούλεμα της πολιτικής οικονομίας και την αποπεράτωση του Κεφαλαίου, συγκεντρώνοντας ένα σωρό καινούργιο υλικό και μελετώντας μια σειρά γλώσσες (λόγου χάρη, τη ρωσική), μα η αρρώστια δεν τον άφησε να τελειώσει το Κεφάλαιο.

Στις 2 του Δεκέμβρη 1881 πέθανε η γυναίκα του. Στις 14 του Μάρτη 1883, ο Μαρξ αποκοιμήθηκε ήσυχα και για πάντα στην πολυθρόνα του. Τον έθαψαν δίπλα στη γυναίκα του, στο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ του Λονδίνου. Από τα παιδιά του Μαρξ ορισμένα πέθαναν μικρά στο Λονδίνο, τότε που η οικογένεια δυστυχούσε πολύ. Οι τρεις κόρες του παντρεύτηκαν με σοσιαλιστές της Αγγλίας και της Γαλλίας: η Ελεονόρα Έβελινγκ, η Λάουρα Λαφάργκ και η Τζένη Λονγκέ. Ο γιος της τελευταίας είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας.
Πηγή: Β.Ι.Λένιν για το Μαρξ και το μαρξισμό, Σ.Ε. , σελ.25-30

Δύο άρθρα του Λένιν για το Μαρξ και το μαρξισμό: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ και ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΕΠΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

Η διδασκαλία του Μαρξ προκαλεί σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο τη μεγαλύτερη εχθρότητα και το μίσος όλης της αστικής επιστήμης (και της επίσημης και της φιλελεύθερης), που βλέπει το μαρξισμό σαν μια «βλαβερή αίρεση». Και δεν μπορεί να περιμένει κανείς διαφορετική στάση, γιατί δεν είναι δυνατό να υπάρξει «αμερόληπτη» κοινωνική επιστήμη σε μια κοινωνία χτισμένη πάνω στην ταξική πάλη. Έτσι είτε αλλιώς, όλη και η επίσημη και η φιλελεύθερη επιστήμη, υπερασπίζει τη μισθωτή δουλεία, ενώ ο μαρξισμός έχει κηρύξει αμείλικτο πόλεμο ενάντια σ’ αυτή τη δουλεία. Το να περιμένει κανείς αμερόληπτη επιστήμη στην κοινωνία της μισθωτής δουλείας είναι κουτούτσικη αφέλεια, που μοιάζει με το να περιμένει κανείς αμεροληψία από τους εργοστασιάρχες στο ζήτημα, αν θα πρέπει ν’ αυξήσουν το μεροκάματο των εργατών ελαττώνοντας τα κέρδη του κεφαλαίου.

Μα δεν είναι μόνο αυτό. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία της κοινωνικής επιστήμης δείχνουν πεντακάθαρα ότι στο μαρξισμό δεν υπάρχει τίποτε που να μοιάζει με «αίρεση», με την έννοια κάποιας κλειστής, αποστεωμένης διδασκαλίας που εμφανίστηκε έξω από τη λεωφόρο της εξέλιξης του παγκόσμιου πολιτισμού. Αντίθετα, όλη η μεγαλοφυΐα του Μαρξ βρίσκεται ακριβώς στο ότι έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα που είχε ήδη θέσει η πρωτοπόρα σκέψη της ανθρωπότητας. Η διδασκαλία του γεννήθηκε σαν κατευθείαν και άμεση συνέχιση της διδασκαλίας των πιο μεγάλων εκπροσώπων της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του σοσιαλισμού.
Η διδασκαλία του Μαρξ είναι παντοδύναμη, γιατί είναι σωστή. Είναι πλήρης και αρμονική, γιατί δίνει στους ανθρώπους μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία, ασυμβίβαστη απέναντι σε κάθε δεισιδαιμονία, σε κάθε αντίδραση, σε κάθε υπεράσπιση της αστικής καταπίεσης. Είναι νόμιμος διάδοχος ό,τι πιο καλού δημιούργησε η ανθρωπότητα στο 19ο αιώνα με τη μορφή της γερμανικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας, του γαλλικού σοσιαλισμού.
Σ’ αυτές τις τρεις πηγές, που αποτελούν ταυτόχρονα και τα συστατικά μέρη του μαρξισμού, θα σταθούμε με συντομία.
I
Η φιλοσοφία του μαρξισμού είναι ο υλισμός. Στη διάρκεια όλης της νεότερης ιστορίας της Ευρώπης και κυρίως στα τέλη του 18ου αιώνα, στη Γαλλία όπου δινόταν η αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε μεσαιωνική σαβούρα, ενάντια στη δουλοπαροικία που επικρατούσε στους θεσμούς και στις ιδέες, ο υλισμός αποδείχτηκε η μοναδική συνεπής φιλοσοφία, πιστή σ’ όλες τις αρχές των φυσικών επιστημών, εχθρική προς τις δεισιδαιμονίες, την ψευτοευλάβεια κλπ. Γι’ αυτό οι εχθροί της δημοκρατίας προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να «αναιρέσουν», να υποσκάψουν, να συκοφαντήσουν τον υλισμό και υπεράσπιζαν τις διάφορες μορφές του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, που έτσι είτε αλλιώς καταλήγει πάντα στην υπεράσπιση ή στην υποστήριξη της θρησκείας.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπεράσπισαν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο το φιλοσοφικό υλισμό και εξήγησαν επανειλημμένα πόσο βαθιά λαθεμένη είναι κάθε παρέκκλιση απ’ αυτή τη βάση. Οι απόψεις τους έχουν εκτεθεί με τη μεγαλύτερη σαφήνεια και διεξοδικότητα στα έργα του Ένγκελς Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και Αντι-Ντίρινγκ, που, όπως και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αποτελούν εγκόλπιο κάθε συνειδητού εργάτη.

Ο Μαρξ όμως δε σταμάτησε στον υλισμό του 18ου αιώνα, μα προώθησε τη φιλοσοφία. Την πλούτισε με τις κατακτήσεις της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα του συστήματος του Χέγκελ, που με τη σειρά του είχε οδηγήσει στον υλισμό του Φόιερμπαχ. Η κυριότερη απ’ αυτές τις κατακτήσεις είναι η διαλεκτική, δηλαδή η διδασκαλία της εξέλιξης στην πιο πλήρη, βαθιά κι απαλλαγμένη από κάθε μονομέρεια μορφή της, η διδασκαλία της σχετικότητας της ανθρώπινης γνώσης που μας δίνει μια αντανάκλαση της αιώνια εξελισσόμενης ύλης. Οι νεότατες ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών -ράδιο, ηλεκτρόνια, μεταστοιχείωση- επιβεβαίωσαν περίλαμπρα το διαλεκτικό υλικό του Μαρξ, παρ’ όλες τις θεωρίες των αστών φιλοσόφων με τις «καινούργιες» αναδρομές τους στον παλιό και σάπιο ιδεαλισμό.

Ο Μαρξ, βαθαίνοντας και αναπτύσσοντας το φιλοσοφικό υλισμό, τον οδήγησε ως το τέλος, τον επέκτεινε από τη γνώση της φύσης στη γνώση της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ αποτελεί μέγιστη κατάκτηση της επιστημονικής σκέψης. Το χάος και η αυθαιρεσία που βασίλευαν ως τότε στις αντιλήψεις για την ιστορία και την πολιτική, αντικαταστάθηκαν από μια καταπληκτικά ολοκληρωμένη και αρμονική επιστημονική θεωρία, που δείχνει πώς μέσα από μια μορφή της κοινωνικής ζωής αναπτύσσεται, σαν συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μια άλλη, ανώτερη μορφή, από τη δουλοπαροικία, π.χ., γεννιέται ο καπιταλισμός.

Όπως ακριβώς η γνώση του ανθρώπου αντανακλά τη φύση που υπάρχει ανεξάρτητα απ’ αυτόν, δηλαδή την εξελισσόμενη ύλη, έτσι και η κοινωνική γνώση του ανθρώπου (δηλαδή οι διάφορες αντιλήψεις και διδασκαλίες φιλοσοφικές, θρησκευτικές, πολιτικές κλπ.) αντανακλά το οικονομικό καθεστώς της κοινωνίας. Οι πολιτικοί θεσμοί είναι το εποικοδόμημα πάνω στην οικονομική βάση. Βλέπουμε, λ.χ., πώς οι διάφορες πολιτικές μορφές των συγχρόνων ευρωπαϊκών κρατών χρησιμεύουν για τη στερέωση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο.
Η φιλοσοφία του Μαρξ είναι ο ολοκληρωμένος φιλοσοφικός υλισμός, που έδωσε στην ανθρωπότητα -και ιδιαίτερα στην εργατική τάξη- ισχυρά όργανα γνώσης.

II

Ο Μαρξ, αφού αναγνώρισε ότι το οικονομικό καθεστώς είναι η βάση πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό εποικοδόμημα, έστρεψε κυρίως την προσοχή του στη μελέτη αυτού του οικονομικού καθεστώτος. Το βασικό έργο του Μαρξ, Το Κεφάλαιο, είναι αφιερωμένο στη μελέτη του οικονομικού καθεστώτος της σύγχρονης, δηλαδή της καπιταλιστικής, κοινωνίας.

Η κλασική πολιτική οικονομία διαμορφώθηκε πριν από τον Μαρξ στην Αγγλία, την πιο εξελιγμένη καπιταλιστική χώρα. Ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, μελετώντας το οικονομικό καθεστώς, έβαλαν τις βάσεις της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Ο Μαρξ συνέχισε το έργο τους. Θεμελίωσε γερά και ανάπτυξε με συνέπεια αυτή τη θεωρία. Έδειξε ότι η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, που απαιτείται για την παραγωγή του εμπορεύματος.

Εκεί όπου οι αστοί οικονομολόγοι έβλεπαν σχέσεις πραγμάτων (ανταλλαγή εμπορεύματος με εμπόρευμα), ο Μαρξ αποκάλυψε σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων εκφράζει τη σύνδεση ανάμεσα στους ξεχωριστούς παραγωγούς μέσω της αγοράς. Το χρήμα σημαίνει ότι η σύνδεση αυτή γίνεται όλο και πιο στενή, συνενώνοντας αδιάρρηκτα σ’ ένα σύνολο όλη την οικονομική ζωή των ξεχωριστών παραγωγών. Το κεφάλαιο σημαίνει παραπέρα ανάπτυξη αυτής της σύνδεσης: η εργατική δύναμη του ανθρώπου γίνεται εμπόρευμα. Ο μισθωτός εργάτης πουλάει την εργατική του δύναμη στον ιδιοκτήτη της γης, του εργοστασίου, των εργαλείων δουλειάς. Ένα μέρος της εργάσιμης μέρας ο εργάτης το διαθέτει για να καλύψει τα έξοδα της συντήρησής του και της συντήρησης της οικογένειάς του (μισθός εργασίας) και το άλλο μέρος της μέρας ο εργάτης δουλεύει δωρεάν, δημιουργώντας για τον καπιταλιστή την υπεραξία, την πηγή του κέρδους, την πηγή του πλούτου της τάξης των καπιταλιστών.

Η διδασκαλία της υπεραξίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ.
Το κεφάλαιο που δημιουργήθηκε με τη δουλειά του εργάτη, καταπιέζει τον εργάτη, καταστρέφοντας τους μικρονοικοκυραίους και δημιουργώντας τη στρατιά των ανέργων. Στη βιομηχανία φαίνεται αμέσως η νίκη της μεγάλης παραγωγής, μα και στη γεωργία βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο: η υπεροχή της μεγάλης καπιταλιστικής γεωργίας μεγαλώνει, αυξάνει η χρησιμοποίηση μηχανών, το αγροτικό νοικοκυριό πιάνεται στη θηλιά του χρηματικού κεφαλαίου, ξεπέφτει και καταστρέφεται κάτω από το βάρος της καθυστερημένης τεχνικής. Στη γεωργία είναι διαφορετικές οι μορφές της κατάπτωσης της μικρής παραγωγής, η ίδια όμως η κατάπτωσή της είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

Το κεφάλαιο, τσακίζοντας τη μικρή παραγωγή, οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στη δημιουργία μονοπωλιακής θέσης για τις ενώσεις των πολύ μεγάλων καπιταλιστών. Η ίδια η παραγωγή γίνεται όλο και πιο κοινωνική, -εκατοντάδες χιλιάδες κι εκατομμύρια εργάτες συνενώνονται σ’ ένα σχεδιομετρικό οικονομικό οργανισμό- ενώ το προϊόν της κοινής εργασίας το ιδιοποιείται μια χούφτα καπιταλιστών. Μεγαλώνει η αναρχία στην παραγωγή, οι κρίσεις, το λυσσαλέο κυνηγητό των αγορών, η φτώχεια της μάζας του πληθυσμού.
Το καπιταλιστικό καθεστώς, μεγαλώνοντας την εξάρτηση των εργατών από το κεφάλαιο, δημιουργεί τη μεγάλη δύναμη της ενωμένης εργασίας.

Ο Μαρξ παρακολούθησε την εξέλιξη του καπιταλισμού από τα πρώτα έμβρυα της εμπορευματικής οικονομίας, από την απλή ανταλλαγή ως τις ανώτερες μορφές του, ως τη μεγάλη παραγωγή.
Και η πείρα όλων των καπιταλιστικών χωρών, τόσο των παλιών όσο και των καινούργιων, δείχνει παραστατικά από χρόνο σε χρόνο όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό εργατών την ορθότητα της διδασκαλίας αυτής του Μαρξ.
Ο καπιταλισμός νίκησε σ’ όλο τον κόσμο, μα η νίκη αυτή δεν είναι παρά μόνο το κατώφλι της νίκης της εργασίας κατά του κεφαλαίου.

III

Όταν ανατράπηκε η δουλοπαροικία και είδε το φως της μέρας η «ελεύθερη» καπιταλιστική κοινωνία, αποκαλύφθηκε αμέσως ότι η ελευθερία αυτή σημαίνει καινούργιο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Αμέσως άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες σοσιαλιστικές διδασκαλίες, σαν αντανάκλαση αυτής της καταπίεσης και σαν διαμαρτυρία ενάντιά της. Ο αρχικός όμως σοσιαλισμός ήταν ουτοπικός σοσιαλισμός. Έκανε κριτική στην καπιταλιστική κοινωνία, την καταδίκαζε, την καταριόταν, ονειρευόταν τον αφανισμό της, έπλαθε με τη φαντασία του ένα καλύτερο καθεστώς, προσπαθούσε να πείσει τους πλούσιους για το ανήθικο της εκμετάλλευσης.

Μα ο ουτοπικός σοσιαλισμός δεν μπορούσε να υποδείξει μια πραγματική διέξοδο. Δεν μπορούσε ούτε να εξηγήσει την ουσία της μισθωτής σκλαβιάς στον καπιταλισμό, ούτε ν’ ανακαλύψει τους νόμους της εξέλιξής του, ούτε να βρει την κοινωνική εκείνη δύναμη που είναι ικανή να γίνει ο δημιουργός της νέας κοινωνίας.

Στο μεταξύ, οι θυελλώδεις επαναστάσεις, που συνόδεψαν την πτώση της φεουδαρχίας, της δουλοπαροικίας, παντού στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, αποκάλυπταν όλο και πιο εξώφθαλμα πως βάση όλης της εξέλιξης και κινητήρια δύναμή της είναι η πάλη των τάξεων.

Καμιά νίκη της πολιτικής ελευθερίας πάνω στην τάξη των φεουδαρχών δεν κατακτήθηκε χωρίς απεγνωσμένη αντίσταση.
Καμιά καπιταλιστική χώρα δε διαμορφώθηκε πάνω σε λίγο-πολύ ελεύθερη, δημοκρατική βάση, χωρίς αγώνα ζωής ή θανάτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η μεγαλοφυΐα του Μαρξ συνίσταται στο ότι μπόρεσε νωρίτερα απ’ όλους να βγάλει από δω το συμπέρασμα που μας διδάσκει η παγκόσμια ιστορία και να το εφαρμόσει με συνέπεια. Το συμπέρασμα αυτό είναι η διδασκαλία για την ταξική πάλη.

Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της απάτης και της αυταπάτης στην πολιτική, όσο δε θα μάθουν ν’ αναζητούν πίσω από τις διάφορες ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις, υποσχέσεις, τα συμφέροντα τούτων ή εκείνων των τάξεων. Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δε θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο παράλογος και σάπιος κι αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων υπάρχει μόνο ένα μέσο: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει, να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε για την πάλη τις δυνάμεις εκείνες που μπορούν -και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν- ν’ αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο.

Μόνο ο φιλοσοφικός υλισμός του Μαρξ έδειξε στο προλεταριάτο τη διέξοδο από την πνευματική σκλαβιά, όπου φυτοζωούσαν και φυτοζωούν ως τώρα όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις. Μόνο η οικονομική θεωρία του Μαρξ εξήγησε την πραγματική θέση του προλεταριάτου μέσα στο γενικό σύστημα του καπιταλισμού.
Σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική ως την Ιαπωνία και από τη Σουηδία ως τη Νότια Αφρική, πληθαίνουν οι αυτοτελείς οργανώσεις του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο διαφωτίζεται και διαπαιδαγωγείται, διεξάγοντας την ταξική του πάλη, απαλλάσσεται από τις προλήψεις της αστικής κοινωνίας, συσπειρώνεται όλο και πιο σφιχτά και μαθαίνει να εκτιμά σωστά τις επιτυχίες του, ατσαλώνει τις δυνάμεις του και αναπτύσσεται ακατάπαυστα.

Προοβεστσένιγε, τενχ. 3, Μάρτης τον 1913

Υπογραφή: Β.Ι.

Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο
τον περιοδικού Προοβεστσένιγε

Πηγή: Β.Ι.Λένιν, για το Μαρξ και το μαρξισμό, Σ.Ε. σελ.9-16

ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΕΠΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

Το κύριο στη διδασκαλία του Μαρξ είναι ότι φώτισε τον κοσμοϊστορικό ρόλο του προλεταριάτου σαν δημιουργού της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η πορεία των γεγονότων σ’ όλο τον κόσμο επιβεβαίωσε άραγε κατοπινά αυτή τη διδασκαλία, όπως την είχε εκθέσει ο Μαρξ;

Για πρώτη φορά ο Μαρξ μίλησε γι’ αυτήν το 1844. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ και του Ένγκελς, που βγήκε το 1848, μας δίνει κιόλας μια πλήρη, συστηματική, την καλύτερη ως τα τώρα έκθεση αυτής της διδασκαλίας. Από τότε, η παγκόσμια ιστορία χωρίζεται ξεκάθαρα σε τρεις κύριες περιόδους:

1. Από την επανάσταση του 1848 ως την Κομμούνα του Παρισιού (1871).

2. Από την Κομμούνα του Παρισιού ως τη ρωσική επανάσταση (1905).

3. Από τη ρωσική επανάσταση και ύστερα.

Ας δούμε φευγαλέα ποια τύχη είχε η διδασκαλία του Μαρξ στην καθεμιά απ’ αυτές τις περιόδους.

I

Στις αρχές της πρώτης περιόδου δεν κυριαρχεί καθόλου η διδασκαλία του Μαρξ. Δεν είναι παρά μια από τις εξαιρετικά πολυάριθμες ομάδες ή ρεύματα του σοσιαλισμού. Κυριαρχούν τέτοιες μορφές σοσιαλισμού, που συγγενεύουν βασικά με το δικό μας το ναροντνικισμό: Μη κατανόηση της υλιστικής βάσης της ιστορικής κίνησης, ανικανότητα να ξεχωρίσουν το ρόλο και τη σημασία της κάθε τάξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, συγκάλυψη της αστικής ουσίας των δημοκρατικών μετασχηματισμών με διάφορες δήθεν σοσιαλιστικές φράσεις για το «λαό», τη «δικαιοσύνη», το «δίκαιο» κλπ.

Η επανάσταση του 1848 δίνει θανάσιμο χτύπημα σε όλες αυτές τις θορυβώδεις, παρδαλές, φωνακλάδικες μορφές του προ-μαρξικού σοσιαλισμού. Η επανάσταση σ’ όλες τις χώρες δείχνει τις διάφορες τάξεις της κοινωνίας στη δράση. Οι τουφεκισμοί των εργατών από τη δημοκρατική αστική τάξη τις μέρες του Ιούνη του 1848 στο Παρίσι δείχνουν οριστικά ότι μόνο το προλεταριάτο είναι από τη φύση του σοσιαλιστικό. Η φιλελεύθερη αστική τάξη φοβάται εκατό φορές περισσότερο την ανεξαρτησία αυτής της τάξης από οποιαδήποτε αντίδραση. Ο δειλός φιλελευθερισμός σέρνεται μπροστά στην αντίδραση. Η αγροτιά ικανοποιείται με την κατάργηση των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας και περνά με το μέρος του καθεστώτος και μόνο πού και πού ταλαντεύεται ανάμεσα στην εργατική δημοκρατία και στον αστικό φιλελευθερισμό. Όλες οι θεωρίες για αταξικό σοσιαλισμό και για αταξική πολιτική αποδείχνονται κούφιες ανοησίες.

Η Κομμούνα του Παρισιού (1871) τερματίζει αυτή την εξέλιξη των αστικών μετασχηματισμών. Μόνο στον ηρωισμό του προλεταριάτου χρωστά τη στερέωσή της η δημοκρατία, δηλαδή εκείνη η μορφή κρατικής συγκρότησης, όπου οι ταξικές σχέσεις προβάλλουν με την πιο απροκάλυπτη μορφή.

Σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μια πιο συγχυσμένη και λιγότερο αποτελειωμένη εξέλιξη οδηγεί επίσης στην ίδια διαμορφωμένη πια αστική κοινωνία. Στα τέλη της πρώτης περιόδου (1848-1871), που ήταν περίοδος με θύελλες και επαναστάσεις, ο προμαρξικός σοσιαλισμός πεθαίνει. Γεννιούνται ανεξάρτητα προλεταριακά κόμματα: η I Διεθνής (1864-1872) και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

II

Η δεύτερη περίοδος (1872-1904) ξεχωρίζει από την πρώτη με τον «ειρηνικό» της χαρακτήρα, με την έλλειψη επαναστάσεων. Η Δύση έχει τελειώσει με τις αστικές επαναστάσεις. Η Ανατολή δεν έχει ακόμη ωριμάσει γι’ αυτές.
Η Δύση μπαίνει στο πεδίο της «ειρηνικής» προετοιμασίας για την εποχή των μελλοντικών μετασχηματισμών. Παντού διαμορφώνονται προλεταριακά στη βάση τους σοσιαλιστικά κόμματα, που μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τον αστικό κοινοβουλευτισμό, να δημιουργούν τον καθημερινό τους Τύπο, τα μορφωτικά τους ιδρύματα, τα συνδικάτα τους, τους συνεταιρισμούς τους. Η διδασκαλία του Μαρξ κερδίζει μια πλήρη νίκη και παίρνει πλάτος. Αργά, μα σταθερά προχωρεί η κίνηση του ξεδιαλέγματος και της συγκέντρωσης των δυνάμεων του προλεταριάτου, της προετοιμασίας του για τις μελλοντικές μάχες.

Η διαλεκτική της ιστορίας είναι τέτοια, που η θεωρητική νίκη του μαρξισμού αναγκάζει τους εχθρούς του να μεταμφιεστούν σε μαρξιστές. Ο σαπισμένος εσωτερικός φιλελευθερισμός δοκιμάζει να ξαναζωντανέψει με τη μορφή του σοσιαλιστικού οπορτουνισμού. Την περίοδο της προετοιμασίας των δυνάμεων για τις μεγάλες μάχες την ερμηνεύουν με την έννοια της άρνησης αυτών των μαχών. Την καλυτέρευση της κατάστασης των μισθωτών δούλων για τον αγώνα ενάντια στη μισθωτή δουλεία, την εξηγούν με την έννοια ότι οι μισθωτοί δούλοι πουλάνε για μια πεντάρα τα δικαιώματά τους στην ελευθερία. Από δειλία κηρύσσουν την «κοινωνική ειρήνη» (δηλαδή την ειρήνη με τη δουλοκτησία), την άρνηση της ταξικής πάλης κλπ. Έχουν πάρα πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους σοσιαλιστές κοινοβουλευτικούς άνδρες, στους διάφορους υπαλλήλους του εργατικού κινήματος και στους «συμπαθούντες» διανοούμενους.

III

Δεν είχαν ακόμη προλάβει οι οπορτουνιστές να παινευτούν για την «κοινωνική ειρήνη» και για το ότι δεν είναι αναπόφευκτες οι θύελλες στη «δημοκρατία» και άνοιξε στην Ασία μια καινούργια πηγή για τις πιο μεγάλες παγκόσμιες θύελλες. Τη ρωσική επανάσταση την ακολούθησαν η τουρκική, η περσική, η κινεζική. Ζούμε τώρα ακριβώς στην εποχή αυτών των καταιγίδων και της «αντίστροφης αντανάκλασής» τους στην Ευρώπη. Όποια κι αν είναι τα πεπρωμένα της μεγάλης κινεζικής δημοκρατίας που εναντίον της ακονίζουν τώρα τα δόντια τους οι διάφορες «πολιτισμένες ύαινες», καμιά δύναμη στον κόσμο δεν πρόκειται να παλινορθώσει την παλιά δουλοπαροικία στην Ασία, να σαρώσει από το πρόσωπο της γης τον ηρωικό δημοκρατισμό των λαϊκών μαζών στις ασιατικές και μισοασιατικές χώρες.

Ορισμένοι άνθρωποι που δεν προσέχουν τις συνθήκες της προετοιμασίας και της ανάπτυξης της μαζικής πάλης, οδηγήθηκαν ως την απόγνωση και τον αναρχισμό από τις μακρόχρονες αναβολές μιας αποφασιστικής πάλης ενάντια στον καπιταλισμό στην Ευρώπη. Βλέπουμε τώρα πόσο κοντόφθαλμη και λιγόψυχη είναι η αναρχική απόγνωση.

Δεν πρέπει να μας πιάνει απόγνωση, μα να αντλούμε θάρρος από το γεγονός ότι η Ασία με τα 800 εκατομμύρια ανθρώπους της τραβήχτηκε στον αγώνα για τα ίδια ευρωπαϊκά ιδανικά.

Οι ασιατικές επαναστάσεις μάς έδειξαν την ίδια έλλειψη χαρακτήρα και την προστυχιά του φιλελευθερισμού, την ίδια εξαιρετική σημασία της ανεξαρτησίας των δημοκρατικών μαζών, τον ίδιο ξεκάθαρο διαχωρισμό του προλεταριάτου από κάθε αστική τάξη. Όποιος ύστερα από την πείρα της Ευρώπης και της Ασίας μιλάει για αταξική πολιτική και για αταξικό σοσιαλισμό, αξίζει απλώς να τον βάλουν σ’ ένα κλουβί και να τον δείχνουν δίπλα σε ένα καγκουρό της Αυστραλίας.

Ύστερα από την Ασία άρχισε να αναταράζεται -όχι όμως με ασιατικό τρόπο-και η Ευρώπη. Η «ειρηνική» περίοδος του 1872-1904 πέρασε αμετάκλητα στην αιωνιότητα. Η ακρίβεια και ο ζυγός των τραστ προκαλούν μια πρωτοφανέρωτη όξυνση της οικονομικής πάλης, που έβαλε σε κίνηση ακόμη και τους Άγγλους εργάτες, που έχουν διαφθαρεί περισσότερο από το φιλελευθερισμό. Μπροστά στα μάτια μας ωριμάζει η πολιτική κρίση ακόμη και μέσα στην πιο «σκληροτράχηλη» χώρα των αστών και των γιούνκερ, τη Γερμανία. Οι ξέφρενοι εξοπλισμοί και η πολιτική του ιμπεριαλισμού δημιουργούν στη σύγχρονη Ευρώπη μια τέτοια «κοινωνική ειρήνη» που μοιάζει περισσότερο με μπαρουταποθήκη. Ενώ η αποσύνθεση όλων των αστικών κομμάτων και το ωρίμασμα του προλεταριάτου προχωρούν σταθερά.

Μετά την εμφάνιση του μαρξισμού καθεμιά από τις τρεις αυτές μεγάλες εποχές της παγκόσμιας ιστορίας, του έφερε καινούργιες επιβεβαιώσεις και καινούργιους θριάμβους. Μα ακόμη μεγαλύτερο θρίαμβο θα φέρει στο μαρξισμό, σαν διδασκαλία του προλεταριάτου, η ιστορική εποχή που μας έρχεται.

Πράβντα, αρ. φύλ. 50,1 τον Μάρτη 1913

Υπογραφή: Β.Ι.

Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο

της εφημερίδας Πράβντα
Πηγή: Β.Ι.Λένιν Για το Μαρξ και το μαρξισμό , Σ.Ε. σελ. 17-21

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *