17 Mάρτη 1988 έφυγε από τη ζωή ο Νικόλας Άσιμος

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

«Κι έχω μια τελευταία επιθυμία. Γιατί ένας πολέμαρχος πάντα την έχει: Αν με σκοτώσει κάποιος, γιατί δεν πρόκειται να σκοτωθώ μονάχος, ούτε ν’ αυτοκτονήσω, όπως προσπάθησαν μερικοί να με δηλητηριάσουν πληρώνοντας τους απατεώνες γιατρούς τους, θέλω να με ξεχάσετε όλοι. Κι ούτε ποτέ ν’ αναφέρετε το όνομά μου, γιατί δεν θέλω καμία στρέβλωση και καμία δολοφονία στο όνομά μου», είχε δηλώσει το 1987 στην Ελευθεροτυπία σε μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του, έναν μόνο χρόνο πριν δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του.

Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος.
Ουχί Νίκος, ουδέ Νικόλαος.
Νικόλας και το «Άσιμος» με γιώτα.
Ουχί Ασίμος∙ ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμοφ.
Τώρα θα μου πεις, γιατί το «Άσιμος» με γιώτα.
Γιατί, όταν λέμε «ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής…», η λέξη «άσημος» παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη «τραγουδιστής» και γράφεται με ήτα. Ενώ το «Άσιμος» είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου. Αναζητώντας Κροκανθρώπoυς, σελ.156

Τον Αύγουστο του 1949 , οι ηττημένοι αντάρτες του Δημοκρατικού στρατού έδιναν τις τελευταίες μάχες οπισθοφυλακής στο Γράμμο. Με την ύπαιθρο να βράζει, ο τριαντατετράχρονος έμπορος Λάζαρος Ασημόπουλος και η εικοσιτετράχρονη γυναίκα του Μαρία – έγκυος εννέα μηνών- ταξίδεψαν με λεωφορείο από την Κοζάνη, όπου έμεναν, στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, στις 20 Αυγούστου του 1949, στο μαιευτήριο του ιδρύματος «Άσυλον Παίδων» γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί. Πήγαν μόνο για τη γέννα. Ήθελαν να έχουν γυναικολόγο και αίσθηση ασφαλείας, γιατί στην πόλη υπήρχαν μόνο πρακτικές μαμές. Έκατσαν λίγες μέρες, όσο χρειάζονταν για να βεβαιωθούν ότι όλα πήγαν καλά. Επέστρεψαν στην Κοζάνη κουβαλώντας θριαμβευτικά το πρωτότοκο αγόρι τους. Θα έπαιρνε το όνομα του παππού του, δαιμόνιου και ευκατάστατου Νικόλαου Ασημόπουλου.

Από το σχολείο ακόμα οι συμμαθητές του θυμούνται τον Νικόλαο Ασημόπουλο του Λαζάρου να έχει στήσει μια πραγματική «βιομηχανία» μαζικής παραγωγής στίχων. Διότι ξαφνικά το ψιλόλιγνο αυτό αγόρι άρχισε να σκαρώνει στο μυαλό του και να γράφει στα χαρτιά του ολόκληρα κατεβατά, το ένα μετά το άλλο, από στίχους έμμετρους και ομοιοκατάληκτους.

Μεταξύ άλλων, ο Νίκος έβαλε ελληνικά λόγια σε μια σατιρική και χαρούμενη γαλλική επιτυχιούλα της εποχής, το τραγούδι «Μοnsieur Cannibal». Και θα πρέπει να το θεωρούσε την πληρέστερη διασκευή ( στιχουργική ασφαλώς…) που είχε σκαρώσει.

Δικαιούται να το υποθέσει κανείς αυτό, γιατί το χειμώνα του 1966 αποτολμά να τη στείλει για δημοσίευση. Διαλέγει τη νεοεκδοθείσα, τότε, εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, όπου ο Νίκος Μαστοράκης είχε την επιμέλεια της στήλης αυτής.
Αντιγράφει τα στιχάκια του «Monsieur Cannibal» , τα ταχυδρομεί και επαναπαύεται περιμένοντας τη δημόσια αναγνώριση. Αν΄αυτού όμως, εισπράττει μια γερή κατραπακιά…

Στο κυριακάτικο φύλλο της 20 Νοέμβρη 1966 δημοσιεύεται ένα σκίτσο όπου ο ίδιος ο Μαστοράκης εμφανίζεται …. να σιγοβράζει μέσα σ΄ένα τεράστιο καζάνι. Ο νεαρός Ασημόπουλος δε συμμερίζεται αυτή την απόπειρα για χιούμορ. Τσαντίζεται, θεωρεί ότι ο Μαστοράκης ειρωνεύεται την εξελληνισμένη ιστορία του εξερευνητή που τον τρώνε οι ιθαγενείς στη ζούγκλα της Αφρικής, όπως τη διασκεύασε και του την έστειλε ο άγνωστος αναγνώστης του από τη μακρινή Κοζάνη – ένας ακόμη μέσα στους πολλούς.
Κάθεται και γράφει μια τετρασέλιδη επιστολή, η οποί έχει ενδιαφέρον για τρεις λόγους
Πρώτον, είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί δημοσίως το ψευδώνυμο ‘Ασιμος (υπογράφει: Νίκος Άσιμος Κοζάνη)

Δεύτερον, είναι η πρώτη φορά που έρχεται σε ανοιχτή δημόσια αντιπαράθεση με κάποιον – τακτική που θα την ακολουθήσει με αυξανόμενη και ενίοτε τραγική ένταση μέχρι το τέλος της ζωή του.

Τρίτον, το γράμμα του είναι καλογραμμένο και εύστοχο, το τελειώνει δε «πυροβολώντας» τον Μαστοράκη με τρία καθαρευουσιάνικα τετράστιχα «κανιβαλικού» περιεχομένου.

«Είν΄ομολογουμένως άριστον
να τρώγεις κεφαλάκι
με το κρανίο άνθρωπε
του φίλου Μαστοράκη»
«Είναι σκληρόν αχώνευτον
για τους περισσοτέρους
και μάλλον ακατάλληλον’
για παίδες και για γέρους»
«Συνήθως όταν το γευθείς
κάθεται στο στομάχι
και καταριέσαι τη στιγμή
Φτου! Κακό ψόφο νά΄χει.
Όλως αυθορμήτως

Νίκος Άσιμος Κοζάνη»

Στις 4 Δεκεμβρίου ο Μαστοράκης του απαντά μ΄ένα σύντομο σχόλιο γραμμένο μάλιστα σε φιλικό τόνο. Το θέμα λήγει εκεί.

Ο Άσιμος εισάγεται στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετακομίζει στην συμπρωτεύουσα από την Κοζάνη
Η χούντα είχε κλείσει στη Θεσσαλονίκη το Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου και Κινηματογράφου γιατί τον θεωρούσε άντρο των Λαμπράκηδων

Τριτοετής στη Φιλοσοφική ξεδιπλώνει την αγάπη του για το θέατρο. Το Μάη του 1970 πρωταγωνιστεί στο θεατρικό Γιατρός με το Στανιό , του Μολιέρου, το ρόλο του Σγαρανέλου. Η παράσταση ανέβηκε για λίγες μερες στο στρατιωτικό θέατρο «Θησεύς» , σε σκηνοθεσία Σταύρου Παπαδόπουλου.
Τη χρονιά 1970-71 η θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου ξαναχτυπά. Αυτή τη φορά ακόμη πιο οργανωμένα. Πάλι με τον Σταύρο Παπαδόπουλο σκηνοθέτη, πάλι με το Νίκο Ασιμόπουλο πρωταγωνιστή.

Οι πρόβες –μια δυο φορές τη βδομάδα – άρχισαν λίγο μετά την Πρωτοχρονιά. Δύο άνθρωποι που μετά έκαναν καριέρα στο θέατρο συμμετείχαν σ΄αυτή την παράσταση. Ο ένας είναι ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος Γιώργος Πάτσας. Ο άλλος, ο σκηνοθέτης Τάσος Μπαντής – τότε φοιτητής Φιλοσοφικής.
Στόχος τους ν΄ανεβάσουν ένα έργο της λεγόμενης νέας αττικής κωμωδίας:του Επιτρέποντες του Μενάνδρου

Η ιστορία του νεαρού άρχοντα Χαρίσιου που εν αγνοία του αφήνει έγκυο μια κοπέλα και μετά την παντρεύεται χωρίς να ξέρει ποια είναι ανέβηκε με τον Άσιμο να παίζει τον πιο «αβανταδόρικο» ρόλο: εκείνο του Ονήσιμου, ο οποίος μηχανεύεται χίλιους τρόπους για να λυθεί το δράμα και η παρεξήγηση.
Μετά το ενδιαφέρον ξεκίνημα της προηγούμενης χρονιάς, οι Επιτρέποντες γίνονται δεκτοί με συμπάθεια από το κοινό και τον Τύπο της πόλης.

Στην παράσταση αυτή ο Άσιμος είδε τις δυο καλλιτεχνικές του ανησυχίες να συνυπάρχουν. Στο πρόγραμμα διαβάζει κανείς: Μουσική Επιμέλεια Νίκος Ασημόπουλος.
Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι στο διαμέρισμα που μοιράζονταν με τον Τζάκα μαζεύτηκαν δυο τρεις νεαροί που έπαιζαν όργανα και ηχογράφησαν στο μαγνητόφωνο κάποιες μουσικές που ταίριαζαν με την παράσταση, αλλά και ορισμένες μελωδίες του Νίκου.
Η πρεμιέρα δόθηκε στις 3 Μαîου 1971 πάλι στο στρατιωτικό θέατρο «Θησεύς», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Φοιτητική Εβδομάς»
Το Επιτρέποντες το είδε περισσότερος κόσμος από ό,τι το Γιατρό με το Στανιό.
Στις πρόβες που προηγήθησαν ο θίασος είχε μια δυσάρεστη τριβή με το καθεστώς.

Η δοτή διοίκηση της Φοιτητικής Ένωσης του Αριστοτελείου πήγε να καπελώσει το φοιτητικό θέατρο. Επέμενε να τυπωθεί στο οπισθόφυλλο του προγράμματος το αλήστου μνήμης «πουλί» – ο θυρεός του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες.
Το 1970-71 παράλληλα με τους Επιτρέποντες ο νεαρός φοιτητής έχει άλλες δύο θεατρικές δραστηριότητες.
Η πρώτη του είναι η συμμετοχή του μ΄ένα μικρό ρόλο σε μια παράσταση που έδωσε το θεατρικό εργαστήρι της μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη». Σε σκηνοθεσία Στέλιου Γούση, ανέβασαν το Spectacle, μια σύνθεση ποιημάτων και κειμένων του Γάλλου υπερρεαλιστή Ζακ Πρεβέρ.
Τα βήματα του τον έφεραν στην ιδιωτική Δραματική Σχολή Χαρατσάρη, όπου και η δεύτερη θεατρική του δραστηριότητα.
Τη διευθυνσή της μόλις είχε αναλάβει ο Σταύρος Παπαδόπουλος μετά το θάνατο του σκηνοθέτη, ηθοποιού, μεταφραστή και μουσικού Κυριαζή Χαρατσάρη το Μάρτιο του 1971. Ο νέος διευθυντής έβαζε από την τσέπη του για το νοίκι, πολλοί σπουδαστές δεν πλήρωναν τακτικά. Ο νεοφερμένος σπουδαστής βρέθηκε κάποια στιγμή να κάνει τον καθηγητή ή περίπου…

Η φοίτηση ήταν τριετής. Πτυχίο δεν πήρε ποτέ, γιατί μετά από λίγο καιρό τα παράτησε και πήγε να κάνει πράξει – φουριόζος όπως πάντα …- τα πέντε δέκα πραγματάκια που είχε κουτσομάθει.
Γύρω στην άνοιξη του 1971, σε κάτι ξεχασμένα υπόγεια δωματιάκια της Παλιάς Φιλοσοφικής έφτιαξε το μικρό θεατρικό του ναό με σκοπό να σκηνοθετήσει. Σε ηλικία 21 ετών έστησε μόνος μια θεατρική ομάδα την οποία και θέλησε να σκηνοθετήσει.
Οι χαφιέδες έβαλαν στο στόχαστρο τη μικρή θεατρική ομάδα του Άσιμου. Η Ασφάλεια καλεί τον ίδιο πολλές φορές. Κάποια στιγμή του παρακρατούν την αστυνομική ταυτότητα για εκφοβισμό. Τελικά αρχίζουν να καλούν «για καφέ» τους φοιτητές που έκαναν πρόβα μαζί του. Η ομάδα διαλύθηκε γρήγορα και άδοξα.

Στο δώμα του Λευκού Πύργου, δηλαδή στο μικρό στρογγυλό πυργίσκο στην κορυφή του μνημείου λειτουργούσε μια καφετέρια. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1972, Άσιμος, Δημητρακόπουλος, Κατσιβέλης, παίζουν πέντε φορές τη βδομάδα, έχουν ρεπό Δευτέρα και Τρίτη. Ο Άσιμος και η παρέα Του, στον Λευκό Πύργο, χωρίς μικρόφωνα, χωρίς πρόγραμμα, και η μικρή στρογγυλή αίθουσα με διάμετρο όχι μεγαλύτερη από δέκα μέτρα, με χωρητικότητα γύρω στα εβδομήντα άτομα, έγινε αμέσως στέκι.

Με αφορμή μια συγκέντρωση στο αμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικής χουντικών φοιτητών με θέμα το πανεπιστημιακό άσυλο, όπου ο Άσιμος ξεσπάει με αποτέλεσμα να ξυλοκοπηθεί από τους χαφιέδες άσχημα, η συνεργασία διαλύεται. ¨Όχι μόνο γιατί οι Ασφαλίτες έρχονται κάθε μέρα στην παράσταση, αλλά γιατί ο Άσιμος δείχνει να έχει αφηνιάσει…

Συνεχίζει με νέο σχήμα στο Λευκό Πύργο. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου ο Άσιμος παίζει στο Λευκό Πύργο με τους καινούριους συνεργάτες. Εκείνος ήθελε μια αρένα ν΄αλωνίζει σαν αρχηγός σε πανηγύρι. Εκείνοι ήθελαν μια χαμηλόφωνη μπουάτ σε δύσκολους καιρούς, για «τραγούδια των υπονοούμενων» όπως τα ονομάζει ο Νίκος Μωραϊτόπουλος. Η ρήξη επήλθε με τον Άσιμο να αποχωρεί με μαυρισμένο μάτι από τον Αραπάκη, στον οποίο υπέβαλλε μήνυση και καταδικάστηκε σε 15 μέρες φυλακή.
Την Τετάρτη 28 Μαρτίου 1973 ξεκινά το νέο πρόγραμμα της «Apple». Εκτός από τους Άσιμο , Κατσικαβέλη , Δημητρακόπουλο συμμετέχουν: ένας μπαλλανταδόρος της εποχής με δικά του τραγούδια, ο «Τζο», η Νίτσα Αμουτζοπούλου , ο φοιτητής Τάσος Ραφήλ και άλλοι.
Το καλοκαίρι μπαίνει σιγά-σιγά.

Ο Νίκος Ασιμόπουλος, εικοσιτεσσάρων ετών, δε συχνάζει πλέον στη Δραματική Σχολή Χαρατσάρη και σπουδές μουσικής δεν έχει ξεκινήσει παρά τις σχετικές παραινέσεις φίλων και γνωστών.
Απέχει έξι μαθήματα απ΄το πτυχίο της Φιλοσοφικής. Δε θα ξανασχοληθεί ουσιαστικά με τη σχολή , αφενός γιατί δεν τον ενδιαφέρει πια, αφετέρου γιατί , αν την τελειώσει, θα πρέπει αμέσως να παρουσιαστεί στο στρατό.
Τα όνειρά του τον οδηγούν αλλού: στις ζωντανές εμφανίσεις, στη δισκογραφία. Κι επειδή στη Θεσσαλονίκη της εποχής δεν υπήρχαν ούτε στούντιο ηχογραφήσεων ούτε δισκογραφικές εταιρείες ούτε πολλές μπουάτ, όλα τον έσπρωχναν στη μεγάλη κάθοδο -στην Αθήνα
Λίγο πριν την εξεταστική περίοδο του Ιουνίου μάζεψε τα μπογαλάκια του και πήγε να ποντάρει τα τραγούδια του στη μεγάλη ρουλέτα της πρωτεύουσας. Ήταν Μάιος του 1973.

Η βάση του τον πρώτο καιρό θα βρίσκεται στην Καλλιθέα, στο σπίτι των κουμπάρων των παιδικών του χρόνων: της θείας του Λιλίκας και του Χρηστου Μιχιδόπουλου, που τους είχε παντρέψει στην Κοζάνη όταν ήταν πιτσιρικάς.
Στη σκιά της Ακρόπολης απλώνονταν οι μπουάτ της εποχής, στην Πλάκα. Εκεί τον έφεραν τα βήματα του. Μνησικλέους 16 και Αδριανού γωνία βρισκόταν η «Πέμπτη Εποχή». Ήταν το βασίλειο ενός νεότατου τραγουδοποιού, ο οποίος όμως είχε ήδη συναντηθεί με το δικό του κοινό- του Θανάση Γκαϊφύλια.

Το χειμώνα ο Γκαϊφύλιας δεν εμφανίστηκε στην «Πέμπτη Εποχή» και ο Άσιμος επέστρεψε. Από την πρώτη στιγμή είχε αφήσει κατά μέρος τις θεατρικές του ανησυχίες, Απλώς έβγαινε κι έλεγε έξι, επτά τραγούδια σαν συνεργάτης.
Το καλοκαίρι τα βασικά ονόματα στο πρόγραμμα ήταν ο Γκαϊφύλιας και ο νεοκυματιστής Γιώργος Ζωγράφος.
Στην ταράτσα , όπου δίνονταν κι αυτές οι μουσικές παραστάσεις, τραγουδούσε κι ένας νεαρός με ευγενική φυσιογνωμία, μακριά μαλλιά και γένια που σπούδαζε μουσική, έγραφε τραγούδια και είχε επαφή με τη δισκογραφία.
Έγινε ο πρώτος αληθινός φίλος του Άσιμου στην Αθήνα: ο Γιάννης Ζουγανέλης.

Άσιμος και Ζουγανέλης βρέθηκαν μαζί και όταν μπήκε ο χειμώνας, πάλι στην ίδια μπουάτ, αλλά βέβαια στην κλειστή αίθουσα. Χωρίς το Θανάση Γκαϊφύλια αυτή τη φορά. Βασικό όνομα ήταν ο Πάνος Τζαβέλας. Εκεί ο Άσιμος εμφανιζόταν με μουσικούς που …ζύγιζαν όλοι μαζί 411,5 κιλά- εξ ού και η σκωπτική ονομασία «Ο Νικόλας Άσιμος και τα 411,5 κιλά το»

Ενώ η χειμωνιάτικη «Πέμπτη Εποχή» κλείνει και ανοίγει ανάλογα με τις διαθέσεις της αστυνομίας, το Οκτώβριο του 1973 ο Νικόλαος Άσιμος συμμετέχει στο ανέβασμα των Τσιρκολάνων, στο θέατρο «Στοά».
Η υπόθεση: μια παρέα νεαρών ηθοποιών βρίσκεται σε αναζήτηση έργου. Συζητούν, παίζουν και τραγουδούν ακολουθώντας ένα σπονδυλωτό κείμενο, που έχει τη ραχοκοκαλιά μιας δίκης με ιντερμέδια. Κορυφώνεται με ένα μονόλογο που έχει στοιχεία σωκρατικής απολογίας, τον οποίο έπαιζε ο Άσιμος. Η παράσταση κατέβηκε γρήγορα στα μέσα του εξεγερμένου Νοέμβρη. Στην «Πέμπτη Εποχή» οι προστριβές και συγκρούσεις προκύπτουν με τον Πάνο Τζαβέλα. Αφενός γιατί ο κόσμος έχει μουδιάσει με το μακελειό και δεν πάει στα νυχτερινά μαγαζιά. Αφετέρου, γιατί ο Άσιμος αρχίζει κι εδώ να έχει άποψη για όλα: από το βαθμό επαναστατικότητας μέχρι τη σειρά ονομάτων την ταμπέλα.

Ανέστιος και πένης, μαζεύει όση περηφάνια του απέμεινε, φοράει ένα «αιώνιο» καστόρινο σακάκι και εμφανίζεται ξανά μπροστά στο Θανάση Γκαϊφύλια. Ο Γκαϊφύλιας έπαιζε στη μπουάτ «Ενδεκάτη Εντολή» , γωνία Αφροδίτης 1 και Ανδριανού στην Πλάκα. Σε δύσκολες εποχές, που δεν αφήνεις τον άλλο αβοήθητο, παρέβλεψε την αντιπάθειά του για το νεαρό Κοζανίτη και του έδωσε δουλειά – για δεύτερη και τελευταία φορά. Θα συνυπάρξουν μόνο για λίγες εβδομάδες. Γύρω στις αρχές Φεβρουαρίου του 1974, ο Γκαϊφύλιας θα πάει να δουλέψει στην «Αρχόντισσα» με τη Μαρίζα Κωχ και το Νίκο Ξυλούρη.

Τότε ο Άσιμος θα βρεθεί ξανά μόνος του σ΄ένα μαγαζί. Η «Εντεκάτη Εντολή» δεν πήγαινε τόσο καλά από κόσμο ήταν όμως η ευκαιρία που περίμενε. Στη σχετικά μικρή αίθουσα του πρώτου ορόφου της οδού Αφροδίτης 1, που με βία χώραγε κάτι παραπάνω από εκατό άτομα, προσπάθησε να υλοποιήσει το πρώτο από τα δύο μεγάλα καλλιτεχνικά στοιχήματα που έπαιξε στην Πλάκα της δεκαετίας του ’70: μια μουσικοθεατρική παράσταση, βασισμένη κυρίως σε δικά του κείμενα και τραγούδια. Για να τα καταφέρει , μάζεψε πιτσιρικάδες μουσικούς.

Ανάμεσά τους και δύο πρώην συμμαθητές του που μόλις είχαν μπει μαζί στο Πανεπιστήμιο ο Γκαϊφύλιας τους είχε πάρει για να ανοίγουν το πρόγραμμα τραγουδώντας κάποιες μπαλαντούλες – ενίοτε και κανέναν παράνομο Θεοδωράκη. Ήταν ο Βασίλης Σπυρόπουλος – ο μετέπειτα κιθαρίστας της ιστορικής «Σπυριδούλας»- και ο Δημήτρης Φινινής. Στην «Εντεκάτη Εντολή» υπήρχε έλλειψη κοινού , αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα.Το πρόβλημα ήταν η αστυνομία. Ακριβώς ένα μήνα μετά την έναρξη , στις 12 Μαρτίου 1974, μπάτσοι κατεβάζουν τις ταμπελίτσες με τα συνθήματα από την είσοδο. Καλούν τον Άσιμο στο Τμήμα. Τον φοβερίζουν κυρίως για το τραγούδι «Νοέμβρης ‘73» όπου έκλειναν τα φώτα- μυστηριώδεις ήχοι ακούγονταν και γινόταν – με στοιχειώδη εφέ –μια προσπάθεια αναπαράστασης του Πολυτεχνείου. Πεισματάρης ο Άσιμος συνέχισε τις παραστάσεις μέχρι τις 6 Απριλίου 1974, οπότε η μπουάτ έκλεισε από τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις όσο και από το περιορισμένο κοινό.

Το Σεπτέμβρη του 1974 ο Άσιμος είδε για πρώτη φορά δημοσιευμένο ένα δικό του κείμενο. Αυτό έγινε στο τεύχος 9 του περιοδικού Panderma, το οποίο έβγαζε ο Λεωνίδας Χρηστάκης. ¨Ήταν ένα πεζογράφημα δύο σελίδων το οποίο σκάρωσε το καλοκαίρι , όταν τραβιόταν με τη μπουάτ «Χνάρι».

Ένα μίξερ λέξεων, όπου ανακατεύονται εικόνες της τρέχουσας επικαιρότητας, αυτοβιογραφικά στοιχεία, λίγος σουρρεαλισμός, κάποιοι διάλογοι θεατρικού τύπου , καθώς και μια βαρύγδουπη ανακοίνωση ως υστερόγραφο: «Παραδίδω ένα μέρος της προσωπικής μου ιστορίας στο Λεωνίδα Χρηστάκη, ας την κάνει ό,τι θέλει. Εμείς θα τα ξαναπούμε αλλού»…

Το καλοκαίρι του 1974 λαμβάνει μέρος στις προετοιμασίες για μια μπουάτ που ετοιμάζεται ν΄ανοίξει, το «Χνάρι».Φωνάζει το Σπυρόπουλο, το Φιφινή και τον Αχιλλέα Πιπυνέρη. Ο επιχειρηματίας Γ.Σπυράκης γρήγορα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να κρατηθεί μαγαζί μόνο με τον άγνωστο Κοζανίτη. Γι΄αυτό κλείνει κι άλλους. Τη Μαριάννα Τόλη και κυρίως το ντουέτο Λήδα – Σπύρος. Μαζί τους κι ένα κιθαρίστας που αργότερα θα ήταν ο μελλοντικός ενορχηστρωτής – το 1982 πια – του δίσκου ο Ξαναπές , του μοναδικού LP που κυκλοφόρησε ο Άσιμος εν ζωή, τον Θανάση Μπίκα.
Τίποτα δεν πήγε καλά στο «Χνάρι». Η αστυνομία καθυστέρησε την άδεια λειτουργίας, ο Άσιμος επέμενε να ξεκινήσουν, η πρεμιέρα δόθηκε βεβιασμένα αρχές Αυγούστου. Ο επιχειρηματίας συνελήφθη και κατέληξε στο αυτόφωρο, ενώ οι παραστάσεις σταμάτησαν αμέσως.

Καθώς μπαίνει ο πρώτος χειμώνας της μεταπολίτευσης θα ποντάρει όλες τις δυνάμεις του στο δεύτερο και μεγαλύτερο μουσικο-θεατρικό στοίχημα που έπαιξε στην Πλάκα. Το Μουσικό Θέατρο Φτώχειας. Το «ΜΟΥ.ΦΕ.ΤΩ» είναι ίσως το πιο φιλόδοξο καλλιτεχνικό σχέδιο που προσπάθησε να υλοποιήσει σε όλη του τη ζωή.
Το όνομα της ομάδας «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας» παρέπεμπε ευθέως στο κλασικό σήμερα Μανιφέστο για ένα φτωχό θέατρο του Πολωνού σκηνοθέτη Γέρζι Γκροτόφσκι.
Με άλλα λόγια σε μια αντίληψη που ζητούσε λιτά εκφραστικά μέσα, κοινοβιακές σχέσεις, κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα στην «πρόβα» και στην «προσωπική ζωή», υπέρβαση των θεατρικών καθιερωμένων που επιβάλλουν αυλαία- καθίσματα- μεγάλες αίθουσες-ταξιθέτριες-θεατρώνη κ.λ.π.

Ουσιαστικά ο Άσιμος φιλοδοξούσε να φτιάξει ένα, ας το πούμε έτσι, Πολιτικό Καμπαρέ της Μεταπολίτευσης.
Βάφτισε το μαγαζί «Ζωντανό Καφενείο» Έβγαλε μια προκήρυξη, όπου είχε κολλήσει τις συμπαθητικές ασθένειες του εργατισμού και της ξύλινης γλώσσας της εποχής. Το «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας» ήταν ένα θέατρο συνεχούς ροής. Είχε σκετσάκια και τραγούδια, είχε χορογραφίες, αρκετές μεταμφιέσεις και πολλούς χαρακτήρες. Επίσης υπήρχε ένας προεξάρχων ρόλος «Παρουσιαστή» που τον έπαιζε ο ίδιος. Γύρω στα μέσα Δεκέμβρη 1974 , όμως όταν επιτέλους αποφασίστηκε η πρεμιέρα, το κοινό δεν ήρθε στο ραντεβού. Απογοήτευση. Μια φιλότιμη – γιγαντιαία για τα μέτρα του Άσιμου προσπάθεια κατέληξε σε καταστροφή.

Η γνωριμία του με τη Λίλιαν Χαριτάκη, τη γυναίκα που έμελλε να γεννήσει το παιδί του , χρονολογείται τουλάχιστον από το χειμώνα του 1974-75. Αρχίζει να μένει μαζί της και εκεί επιχειρεί κάποιες πρόχειρες ηχογραφήσεις, συνήθεια που δεν εγκατέλειψε ποτέ από τα φοιτητικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ενώ τω μεταξύ, ξανασυζητά με τη «ΛΥΡΑ» κι αυτή τη φορά πετυχαίνει το στόχο. Ο Αλέκος Πατσιφάς αποφασίζει να του βγάλει ένα 45αράκι. Κυκλοφορεί το πρώτο δισκάκι με το Μηχανισμό και το Ρωμιό. Αρχές Αυγούστου του 1975 το δισκάκι λογοκρίθηκε απ΄το ραδιόφωνο. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να πάει κάποιος σε δισκοπωλείο να το αγοράσει αλλά διακόπηκε η ραδιοφωνική του μετάδοση.

Ο φίλος του Ζουγανέλης τον έφερε σ΄επαφή με μια ομάδα συνθετών και μουσικών που ετοίμαζαν μια παράσταση.
Συμμετείχε σε μια δουλειά που έκανε αίσθηση: στο «Συνεργατικό Θίασο Μουσικών» και το μουσικό καφενείο «Σούσουρο», ένα υπόγειο επί της Αδριανού 134. Τέσσερις συνθέτες (Θάνος Αδριανός, Νικόλας Άσιμος, Γιάννης Ζουγανέλης, Περικλής Χαρβάς), τέσσερις τραγουδιστές (Σάκης Μπουλάς, Ισιδώρα Σιδέρη, Σπυρουλιώ Τουτουδάκη, Ζωή Βέη) και μια ορχήστρα από τέσσερις μουσικούς ένωσαν τις δυνάμεις τους.

Όλα ξεκίνησαν από την άποψη ότι το «Σούσουρο» δεν είναι μπουάτ. Εκτιμήθηκε ότι για τον όρο «πολιτικό καμπαρέ» υπήρχε ακόμα πολύς δρόμος. Υιοθετήθηκε ο πιο ελληνικός όρος «μουσικό καφενείο» ανοίγοντας ουσιαστικά το δρόμο για να δημιουργηθούν τα καφεθέατρα και οι μικρές μουσικές σκηνές στην Ελλάδα.
Πολλοί κατέβηκαν τα σκαλιά της Αδριανού 134 και παρακολούθησαν την παράσταση. Ανάμεσά τους καλλιτέχνες, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος ή πολιτικοί της Αριστεράς όπως ο Κώστας Φιλίνης ο οποίος μάλιστα έφερε ένα βράδυ στο «Σούσουρο» τον ίδιο τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, το γενικό γραμματέα του ιταλικού Κ.Κ. σε μια επισκεψή του στην Αθήνα.

Επίσης, έρχονταν στα κενά τους- το διάστημα που δεν τραγουδούσαν – οι συνεργάτες της μπουάτ «Αρχόντισσα», η οποία συστεγαζόταν στο ίδιο κτίριο, στον πρώτο όροφο.
Τότε δούλευαν στην «Αρχόντισσα» ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου – η γνωριμία του με τον Άσιμο ξεκινάει αυτή την εποχή – ο Θάνος Μικρούτσικος, η Μαρία Δημητριάδη , η Αφροδίτη Μάνου, ο Μανώλης Ρασούλης, ο Ανδρεας Μικρούτσικος ως μπασίστας και άλλοι. Η ρήξη του Άσιμου με τους συνεργάτες τους και τον επιχειρηματία του μαγαζιού ήρθε για μια ακόμα φορά. Αιτία η αύξηση της τιμής του ποτού…

Η τελευταία απόπειρα του Άσιμου να στεριώσει στην Πλάκα της μεταπολίτευσης είχε τον τίτλο «Για ένα πολιτικό καφενείο» Η έναρξη δόθηκε την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 1976. Διάφοροι συνεργάτες πέρασαν ξανά από κει αλλά κανένας δε στάθηκε , εκτός από τον πιστό μπασίστα του Άσιμου, Δημήτρη Τραντάλη.
Γεννιέται η κόρη του. Με αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις και δίχως δουλειά , χαρακτηρίζεται από τεράστιες οικονομικές δυσκολίες.

Γίνεται φανατικός γλιστρώντας από έναν απλοποιημένο εργατισμό σ΄έναν νεόκοπο αναρχισμο. Γράφει συνεχώς τραγούδια στρατευμένα , συγκεντρώνει ξανά γύρω του μουσικούς. Κρατάει τον τίτλο «Για ένα πολιτικό καφενείο» κι αποφασίζει «να συναντηθεί με τον εργάτη στους τόπους δουλειάς» – «να βάλει την τέχνη του ανοιχτά στην υπηρεσία του κινήματος».

Μ΄άλλα λόγια άρχισε να τριγυρνάει σε γειτονιές και σ΄εργοστάσια της Αθήνας, όπου υπήρχαν απεργοί, απολυμένοι και διαμαρτυρόμενοι. Τον πρώτο καιρό τον ακολουθούν περιστασιακά ορισμένοι φίλοι και συνεργάτες του , όπως ο μπασίστας Δημήτρης Τράνταλης, ο κιθαρίστας Θανάσης Μπίκος, ο ντράμερ Αρρίων Καλλοναίος, ο μπουζουξής Βασιλης Ταρραίος, ο κιθαρίστας Δημήτρης Φινινής , η τραγουδίστρια Ελένη Μανιάτη. Μ΄αυτό το σχήμα εμφανίστηκε στο γήπεδο της Καλλιθέας την άνοιξη του 1976, σε μια εκδήλωση συμπαράστασης σε απεργούς. Εκεί τραγούδησε για πρώτη φορά το «Σαν θα με καλέσει η πατρίδα».Οι συναυλίες αυτές δεν βρήκαν μεγάλη απήχηση και εκφυλίστηκαν γρήγορα…

Μπαίνει ο χειμώνας του 1976-1977. Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει ως προς το ζειν από τα τραγούδια του. Οι ανάγκες τον πιέζουν. Τότε για να βγάζει μεροκάματο, ξεκίνησε να πουλάει κι αυτός μπροστά στα κάγκελα του Πολυτεχνείου περιοδικά και βιβλία, όπως έκαναν αρκετοί άλλοι. Το στέκι του Ασιμου βρισκόταν επί της Πατησίων, στα δεξιά όπως βλέπουμε την κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, στα κάγκελα στη γωνία με την οδό Στουρνάρη. Ρίζωσε εκεί αρκετά χρόνια, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 οπότε η αστυνομία απομάκρυνε τους πλανόδιους.

Την νύχτα 17 προς 18 Οκτωβρίου, στις φυλακές «υψίστης ασφαλείας Στανχάιμ στη Δυτική Γερμανία, τρεις φυλακισμένοι ακροαριστεροί επαναστάτες (ο Αντρεας Μπάαντερ, η σύντροφός του Γκούντρουν Ένσλιν και Γιαν-Καρλ Ράσπε) «αυτοκτονούν» μέσα στα διαβόητα «λευκά κελιά» – κελιά θαλάμους βασανιστηρίων ουσιαστικά, με απόλυτη απομόνωση και απάνθρωπο τεχνητό φωτισμό είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Την επομένη, την Τρίτη 18 Οκτωβρίου 1977, στις 5.00 το απόγευμα, Έλληνες αριστεριστές οργάνωσαν στην Αθήνα διαδήλωση στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου. Την ίδια μέρα αλλά λίγο αργότερα , αναρχικοί πραγματοποίησαν άλλη συγκέντρωση για το ίδιο θέμα στο Πολυτεχνείο.

Κι ενώ η προηγούμενη διαδήλωση έληξε χωρίς επεισόδια, αυτή η αναρχική πορεία εξελίχθηκε σε πορεία και συγκρούσεις με την αστυνομία και τις γύρω οδούς. Σπάνε κάποιες βιτρίνες, γίνονται συλλήψεις με σημαντικότερη του αναρχικού Χρήστου Κωνσταντινίδη.

Τη νύχτα της Τετάρτης 18 προς Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 1977, αστυνομικοί που μάλλον περνούσαν τυχαία εντόπισαν μια ομάδα της οργάνωσης «Διεθνής Αλληλεγγύη»(πιθανότατα κάποιο παρακλάδι του Ε.Λ.Α.) την ώρα που επιχειρούσε να τοποθετήσει βόμβα στις εγκαταστάσεις «γερμανικού στόχου»: της εταιρείας «AEG» στο Ρέντη. Δόθηκε μια πραγματική μάχη. Στην ανταλλαγή πυροβολισμών σκοτώθηκε επιτόπου το μέλος της ομάδας Χρήστος Κασίμης.

Ακολούθησε ένα Σαββατοκύριακο συλλήψεων. Συνελλήφθησαν 16 αριστεριστές κι αναρχικοί. Ανάμεσά τους και οι: Νίκος Μπαλλης, Γιάννης Φελέκης, Κυριάκος Βασιλειάδης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Νικόλας Άσιμος.

Το πρωί της Δευτέρας 24 Οκτωβρίου οδηγήθηκαν δεμένοι με χειροπέδες στον Εισαγγελέα Εκτελέσεων Γ. Λαμπίρη οι: Βασιλειάδης, Πρωτοψάλτης, Μπαλλής, Φελέκης, Άσιμος, Ηρώδης Μπακογιάννης. Τελικά την Τρίτη 25 Οκτωβρίου πέντε εκδότες αναρχικών και ακροαριστερών εντύπων και ένας «συνθέτης ανατρεπτικών τραγουδιών» ( ο Νικόλας Άσιμος κατά το κατηγορητήριο…) προφυλακίστηκαν ως «ηθικοί αυτουργοί σε φθορές ξένης περιουσίας, σε συνδυασμό με το νόμο 4000/59 περί τεντιμποϊσμού και υποκίνηση σε διατάραξη κοινής ειρήνης».
Με άλλα λόγια , τον συνέλαβαν ως ηθικό αυτουργό, στο χώρο του Πολυτεχνείου που ούτως ή άλλως είναι το στέκι του για να πουλάει βιβλία.

Την ώρα που η κλούβα έπαιρνε τον Άσιμο και τους συγκρατούμενούς τους για να τους μεταφέρει στον Κορυδαλλό, ο αναρχικός Κυριάκος Βασιλειάδης άρχισε να τραγουδά το «Δε πα να μας χτυπάν» και στην συνέχεια ακούστηκε το τραγούδι αυτό του Άσιμου από τους υπόλοιπους.
Δύο μήνες έμεινε στη φυλακή ο Νικόλας Άσιμος. Διαπληκτίστηκε κι εκεί για πολιτικούς λόγους με τους συγκρατούμενούς του.

Τον καλούν από την Πολεμική Αεροπορία να στρατευτεί. Έτσι ένα απόγευμα, πρέπει να ήταν Μαρτης του 1978, μαζεύει τα θεατρικά κοστούμια και τα παρτάλια του και δίνει μια παράσταση που του παρέχει αναβολή. Το φθινόπωρο του 1978 χωρίζει με τη Λίλιαν και μετακομίζει στην Αραχώβης 41, που θα είναι η υπόγα του για τέσσερα χρόvια

Πέρασε από την υπόγα του ο Χρηστος Ζυγομαλάς και του πρότεινε να φτιάξουν το «Exarchia Square Band»,όπου μαζί θα κάνουν πολλές συναυλίες.

Ηχογραφεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά στο στούντιο του Στέλιου Λογοθέτη το 1978 «Η κασέτα με το βαρέλι που για να βγει τα σπάει»

Η διάλυση του «Exarchia Band Square» οδήγησε τον Άσιμο πάλι στο στουντιάκι του Στέλιου Λογοθέτη το 1979, όπου ηχογραφεί την «Τριπλή κασέτα Μπέλα Χωρίς Ταμπέλα»

Την άνοιξη του 1980 παίρνει οριστικά χαρτί από την Πολεμική Αεροπορία , με διάγνωση «ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου».

Με πρωτόλειο το Ιστορίες για γιατρούς από τις περιπέτειές του μέχρι να απαλλαγεί από το στρατό , συμπληρώνει με χρονολογική σειρά τα τραγούδια του, και μάζεψε από το προσωπικό του αρχείο χύμα στίχους από 69 τραγούδια, πολιτικές προκηρύξεις, κείμενα από και για το θέατρο, σκιτσάκια , αφίσες, σκόρπια ποιήματα δικά του και άλλων , κρίσεις για διάφορους, κάποια βιωματικά κείμενα κ.α. και το ονόμασε «Αναζητώντας κροκανθρώπους». Το εξέδωσε παράνομα χωρίς εκδότη , το 1980 με την πολύτιμη βοήθεια του Λεωνίδα Χρηστάκη.

Το χειμώνα του 1980-81 καθιερώνεται πλέον ως πλανόδιος καλλιτέχνης που με τα θεατρικά του , τα κουστούμια του, τα ταμπούρλα του, τα σατυρικά και δηκτικά σκηνικά που στήνει αυθόρμητα στους δρόμους των Εξαρχείων προκαλεί γέλιο, φόβο ή και συμπάθεια. Ένας θεατρικός τραγουδοποιός.

Το καλοκαίρι του 1981 ο κινηματογράφος μπήκε για πρώτη φορά στη ζωή του. Έκανε ένα πέρασμα από την ταινία του Νίκου Ζερβού «ο δράκουλας των Εξαρχείων». Οι επόμενες κινηματογραφικές συμμετοχές του θα είναι το 1983, σε δύο ταινίες. Η πρώτη είναι τα «Βαποράκια» του Παυλου Τάσιου. Βοηθός σκηνοθέτη είναι ο φιλος του Γιώργος Κορδέλλας, ο οποίος μεσολάβησε για να γυριστεί η σκηνή όπου μια παρέα από «χαρούμενους αλήτες» τραγουδάει αυτοσχέδια, συνήθεια που είχε και στην πραγματικότητα ο Άσιμος.

Η δεύτερη, είναι το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, Κάνει το βουβό ξωτικό σε μια ταχυδακτυλουργική παράσταση στην αρχή του φιλμ, με «μάγο» τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Τζούμα. Τελευταία δημιουργική αναλαμπή του ήταν το πέρασμα του από τη βιντεοταινία «Ανθρωποφάγοι στην ΤV- Τηλεκανίβαλοι». Επίσης ο Ασιμος έκανε ένα πέρασμα από την ταινία του Κώστα Φερτη «Oh Babylon».

Ιούνης 1982.Ο Νικόλας Άσιμος υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρία «ΜΙΝΩΣ». Ο Ξαναπές με τη συμμετοχή του Παπακωνσταντίνου και της Χαρούλας Αλεξίου, δέχεται μομφές ότι «έγινε κι αυτός γρανάζι του συστήματος που καταγγέλει», τα οποία αντιμετωπίζει με σιωπή. Μέσω του Γιώργου Γαβαλά συνεργάζεται για λίγο στη μπουάτ «Σκάιλαμπ» με τους αδελφους Νασιάκους, καλλιτεχνικά αγνοούμενους σήμερα. Τότε, περί τα τέλη Νοεμβρίου του 1982 καλεί τον Χρήστο Ζυγομαλά και αρχίζουν εμφανίσεις μεταξύ άλλων με τον Κώστα Καραμήτρο, τον Τόλη Βουλτάτζη, την πρωτοεμφανιζόμενη τραγουδίστρια Σοφία Νοητή , το Γιάννη Γιοκαρίνη και άλλους. Στα μέσα των παραστάσεων αλλάζει το όνομα του μαγαζιού και το κάνει «Ταδε Έφη».

Την άνοιξη του 1983 εγκαταλείπει το διαμέρισμα στην Αραχώβης και μετακομίζει Καλλιδρομίου 55..Στα τέλη του 1973 καθώς η δεύτερη χιονοστιβάδα των χάπενινγκς τον παρέσυρε, προέκυψε ένα δεύτερο ισχυρό κύμα εγκλεισμών στο ψυχιατρείο. Το ήδη γνωστό σκηνικό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές. Η γειτονιά φωνάζει την αστυνομία, οι μπάτσοι να τρέχουν το Νικόλα στο τμήμα, κι από κει στο Αιγινήτειο ή συνήθως στο Δαφνί. Σωματική βία , ηλεκτροσόκ, δέσιμο με αλυσίδα στο κρεβάτι, ενέσεις.

Το 1984 παγιώθηκε και το σταθερό «δίδυμο» των στενότατων μουσικών συνεργατών του, με τους οποίους θα έπαιζε ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει.

Ο ένας ήταν ο Τόλης Βουλτζατης, ο οποίος εκτός από κιθάρα έπαιζε επίσης βιολί, ακορντεόν, μπουζούκι , πλήκτρα και μπάσο

Η άλλη ήταν η Λίτσα Περράκη που έπαιζε νταούλι, του στάθηκε ως σύντροφος , ενώ του κρατούσε και το μαγαζί στην Καλλιδρομίου 55- ήταν η κοπέλα που τον βρήκε πρώτη νεκρό το πρωί της 17ης Μαρτίου 1988. Ο Νικόλας βάφτισε το τρίο που ο ίδιος έπαιζε μαζί τους «Ο Νικόλας Άσιμος και οι Εναπομείναντες»

Το 1985 προκύπτει και τρίτη ηχογράφηση κασέτα του Νικόλα Άσιμου, «Ο Σαλιαγκας» και «πάλι στην ξεφτίλα».
Στις αρχές του 1986 , ο Άσιμος συμμετείχε σε συναυλίες του Μουσικού Συνεταιρισμού Καλλιτεχνών Αθηνών

Πρωτοστάτησε με τους Εναπομείναντες και στην Α.Ε.Τ.Α., σε αντιπυρηνική συναυλια.

Το Μάρτη του 1987 ηχογραφεί την όγδοοη και τελευταία κασσέτα του ο Νικολας Άσιμος και το φανάρι του Διογένη
Τον Ιούνη του 1987 ο Νικολας Άσιμος κατηγορείται για βιασμό κατ΄εξακολούθηση και παράνομη κατακράτηση. Βγήκε από τον Κορυδαλλό με χρηματική εγγύηση διακοσίων χιλιάδων

Έχει μεγάλη σημασία ότι όσο παρέμενε προφυλακισμένος η κοπέλα πήγε στη δικηγόρο του κι απέσυρε τη μήνυση.
Ήταν όμως αργά. Ο εισαγγελέας είχε ήδη ασκήσει δίωξη εναντίον του για βιασμό.

Γύρω στον Οκτώβριο του 1987, τον βάζουν παρά τη θέληση του, στην ιδιωτική ψυχιατρική «Γαλήνη». Αυτός ήταν και ο τελευταίος εγκλεισμός του Άσιμου σε ψυχιατρείο. Του συμπαρίσταται ανθρώπινα η Λίτσα Περρακη και οικονομικά , από σχετική απόσταση, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου που μόλις έχει επιστρέψει από την πανελλήνια περιοδεία του.

Τα περισσότερα έξοδα όμως για το πανάκριβο ιδιωτικό ψυχοθεραπευτήριο πληρώθηκαν από τα πνευματικά δικαιώματα για τα πέντε τραγούδια με τα οποία συμμετείχε στο δίσκο «Χαιρετίσματα».

Βγήκε μετά από μερικές εβδομάδες εμφανώς εξασθενημένος από τα φάρμακα.

Αμέσως δέχτηκε τη σφοδρότατη βολή ενός δικαστικού καταπέλτη είκοσι δυο σελίδων: στις 4 Δεκεμβρίου του 1987 εκδόθηκε εις βάρος του το υπ΄αριθμόν 5433/87 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελιοδικών Αθηνών. Τον παρέπεμπε σε δίκη για βιασμό , ενώ η δικάσιμος θα οριζόταν αργότερα.

Τον τελευταίο καιρό ο Άσιμος έβγαινε έξω από το μαγαζί του κι αγόρευε στους περαστικούς. Έλεγε διάφορα παραλληρημματικά

Κυρίως κατήγγειλε ως « πουλημένους, βολεμένους, ενταγμένους στο σύστημα, προδότες ιδεών» κ.λ.π, όλους – μα όλους ανεξαιρέτως…- τους ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο παρελθόν
Είναι φανερό ότι τον βασάνιζε το παρελθόν
Σταδιακά, αυτοαποκλείστηκε , πρώτα από την κοινωνία, ύστερα από τους καλλιτέχνες, τελικά από τους στενότατους συνεργάτες του. Οι περισσότεροι άνθρωποι τον απέφευγαν πια.
Περιοριζόταν στο επίπεδο γειτονιάς: το μαγαζόσπιτό του, η οδός Καλλιδρομίου, ο λόφος του Στρέφη. Σπάνια κατέβαινε στην πλατεία Εξαρχείων.’

Οι διαδρομές του μίκραιναν. Έπινε κάνα καφέ στο «Παρασκήνιο», έτρωγε στο εστιατόριο «Μοναστήρι», αλλά δεν έκανε μεγάλες εξόδους , δε χανόταν στους δρόμους όπως παλιά.

Μπαίνει το 1988. O Άσιμος αντιμετωπίζει δυο σοβαρότατες εκκρεμότητες.
Πρώτον, την επικείμενη δίκη. Περίμενε από μέρα σε μέρα να οριστεί η ημερομηνία διεξαγωγής της. Δεύτερον, ότι δεχόταν αφόρητη πίεση για να μετακομίσει Το μαγαζί είχε πουληθεί και ο νέος ιδιοκτήτης τον ζόριζε για να του αδειάσει τη γωνιά
Παράλληλα, τον κατέχουν δύο φόβοι.
Πρώτον ότι δεν θα άντεχε να τον κλείσουν ξανά είτε σε φυλακή είτε σε ψυχιατρείο.
Δεύτερον, ότι δε θα μπορούσε να επιβιώσει οικονομικά, να βρει πουθενά δουλειά, γιατί του ΄χε βγει το όνομα ως «βιαστής».

Η ιδέα της αυτοκτονίας τριγυρνάει συνεχώς στο μυαλό του. Το έλεγε σε όποιο φίλο ή γνωστό έβλεπε μπροστά του.
Ο Νικόλας ‘Ασιμος διέβη τον προσωπικό του Ρουβίκωνα τις πρωινές ώρες της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1957.

Κρεμάστηκε με ένα σκοινί από σωλήνα ή καλοριφέρ ή από σιδερόβεργα που περνούσε κοντά στο ταβάνι του κυρίως δωματίου. Άφησε εφτά χειρόγραφα σημειώματα. Γράφει στο έβδομο: Είμαι πια ένα ψυχικό και σωματικό ράκος. Όσο συνέχιζα να ζω, τόσο περισσότερο ντρεπόμουν για τα χάλια μου.
Συγχωρείστε με.
Αν ζούσα θα σας ήμουνα το μεγαλύτερο βάρος που υπήρξε ποτέ.
Κάντε μου τη χάρη να μην το πάρετε κατάκαρδα και να ζήσετε όσο το δυνατόν καλύτερα

«Όταν πλακώσει ο θάνατος αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία. Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά το θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής μπορώ να καταγράφω και το θάνατο. Ενώ οι πιο πολλοί, που καταγράφουν τη ζωή στο θάνατό της, δεν το ξέρουν και το νομίζουν αυτό ζωή» Αναζητώντας κροκανθρώπους, Νικόλας Ασιμος, σελ.19

Δε θέλω καρδιά μου να κλαις
Για πο πο ρε, για πο πο ρε, για πο πο ρε ρα…
Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις, για όσα περάσανε χτες
Χαλάσανε τόσα πολλά, μα βρες μονοπάτι ξανά
Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε πεζοί
Εκεί που καθένας ζητά να βρει τη μιλιά του ξανά

Τον πόλεμο μισώ, κι απ’ τη ζωή αποζητώ
Να μη μου μείνει μόνο το παράπονο
Κι ας ήταν μια φορά, να μ’ είχες πάρει αγκαλιά
Το ξέρω σου ζητώ πάρα πολλά
Για πο πο ρε, για πο πο ρε, για πο πο ρε ρα…

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις, για όσα περάσανε χτες
Δανείσου κι εσύ μια φορά και βρες μονοπάτι ξανά
Κι αν χάνεις αυτό που σε ζει, δεν έφταιξες μόνον εσύ
Αξίζει να ζουν σαν παιδιά εκείνοι που έχουν καρδιά

Τον πόλεμο ζητώ, για μια ζωή που δεν τη ζω
Να μη μου μείνει μόνο το παράπονο
Κι ας ήταν μια φορά να δεις μικρέ μου φουκαρά
Πως μαλακώνω σαν δε μου μιλάς σκληρά

Τον πόλεμο μισώ, κι απ’ τη ζωή αποζητώ
Να μη μου μείνει μόνο το παράπονο
Κι ας ήταν μια φορά, να μ’ είχες πάρει αγκαλιά
Το ξέρω σου ζητώ πάρα πολλά

Γιώργος Αλλαμανής , Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου, Δίχως καβάτζα καμιά, εκδόσεις Λιβάνης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *