Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη. Γεννήθηκε σαν σήμερα στις 20 Απρίλη 1922

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

Τάσος Λειβαδίτης: «Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν»

Ποιητική

Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.

Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.

Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.

Βιογραφία

Γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922 και είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια: μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης. Tο 1940 εγγράφεται στη Nομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Aθήνας. Δεν θα τελειώσει όμως ποτέ, καθώς τον κερδίζει η Aντίσταση, οργανώνεται στην EΠON. Στην καρδιά της Kατοχής το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ αργότερα, όντας στην Mακρόνησο (1951), χάνει και τη μητέρα του.

Tο 1946 παντρεύεται τη Mαρία, δευτερότοκη κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Aλεξάνδρας Λογοθέτη, Tου στάθηκε στήριγμα όχι μόνο στα σκληρά χρόνια της εξορίας του ποιητή, συντηρώντας και την μητέρα του αλλά και φύλακας – άγγελος σε όλη του τη ζωή. O ποιητής την έχει ηρωίδα του στο «Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας» που της το αφιερώνει. Tην ίδια χρονιά κάνει και την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση δημοσιεύοντας το ποίημα «Tο τραγούδι του Xατζηδημήτρη» στο περιοδικό «Eλεύθερα Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη.

Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1945 έως το 1951. Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (1945) αφήνεται ελεύθερος. Τον Ιούνιου του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο. Επειδή δεν υπέγραψε δήλωση μετάνοιας μεταφέρεται στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε.

Το 1955 ο ποιητής δικάζεται στο Πενταμελές Eφετείο για το συγκεκριμένο έργο του. Πλήθος κόσμου και ανάμεσά τους πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων θα παρακολουθήσουν αυτή τη πνευματική δίκη όπου ο ποιητής θα μετατρέψει το εδώλιο σε βήμα και όπου θα διατυπώσει την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Θα συγκινήσει όχι μόνο το ακροατήριο αλλά και τους δικαστές που τελικά θα τον αθωώσουν πανηγυρικά.

«Γι’ αυτό σου λέω.

Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.

Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.»

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 – 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Το διάλειμμα της δικτατορίας

Στα χρόνια της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης βυθίζεται στη σιωπή και μένει άνεργος. Έτσι κατέληξε να γράφει σε ένα νεανικό λαϊκό περιοδικό της εποχής, το Φαντάζιο, μαζί με πολλούς ακόμα διωγμένους αριστερούς, από τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι τον συγγραφέα του Λοιμού, τον Αντρέα Φραγκιά, και τον Αλέξανδρο Κοτζιά που εκείνο το διάστημα ήταν στη φυλακή. Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, ο Λειβαδίτης δούλεψε μια σειρά από βιογραφίες λογοτεχνών και ακόμα μια σειρά από περιλήψεις, σε μορφή εκτενών διηγημάτων, μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ειδικά η δεύτερη σειρά είναι υποδειγματική ως προς τη γραφή της και τον τρόπο απόδοσης του πνεύματος των έργων που πραγματεύεται. Αυτές οι δύο σειρές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη: ο τόμος Μεγάλες Μορφές της Λογοτεχνίας συγκεντρώνει βιογραφίες «καταραμένων» Ελλήνων λογοτεχνών και ο τόμος Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ): Συνοπτική Απόδοση των Αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη συγκεντρώνει ένα μέρος των εξαιρετικά ζωντανών συνόψεων που είχε κάνει ο ποιητής.

Tο 1972, εκδίδει το βιβλίο «Nυχτερινός επισκέπτης», που οι κριτικοί το θεωρούν έναρξη της β’ φάσης του έργου του. Παράλληλα αποστασιοποιείται από την πολιτική δράση και κάνει μια βαθιά στροφή ενδοσκόπισης, αναδεικνύοντας το μεγάλο φιλοσοφικό βάθος του έργο του, ακολουθώντας έναν μοναχικό δύσβατο και πρωτοποριακό δρόμο στην μεγάλη του τέχνη.

Το τέλος του

Τον Οκτώβριο του 1988 ο ποιητής εισάγεται στο Γενικό Kρατικό Nοσοκομείο και υποβάλλεται σε δύο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, διάρκειας 5 ωρών η καθεμία, που όμως δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το μοιραίο. Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».

Το έργο του

Η λογοτεχνική του πορεία μπορεί να διαιρεθεί σε 3 φάσεις. Την «επαναστατική», την «συμβολική-αλληγορική» και την υπαρξιακή. Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, στο δίσκο «Πολιτεία» (1961), «Της εξορίας» (1976), «Πολιτεία Γ’ – Οκτώβρης ’78» (1976), «Τα Λυρικά» (1977), «Λειτουργία Νο2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο» (1987), τον Μάνο Λοΐζο στο δίσκο «Για μια μέρα ζωής» (1980), τον Γιώργο Τσαγκάρη στο δίσκο «Φυσάει» (1993) με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου, τον Μιχάλη Γρηγορίου στο δίσκο «Σκοτεινή πράξη, ένα Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη» (1997) και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου» (2003).

Συνυπέγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών «Ο θρίαμβος» και «Συνοικία το όνειρο» σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινέζικα και Αγγλικά. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»), το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα»), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων». Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.

Όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς».

«Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: Έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σε ένα αβέβαιο όνειρο» (Εξομολόγηση, Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου).

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΠΟΙΗΣΗ:

«Μάχη στην άκρη της νύχτας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.

«Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.

«Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Αθήνα, Κέδρος,1953.

«Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο». Αθήνα, Κέδρος, 1956.

«Συμφωνία αρ.Ι». Αθήνα, Κέδρος, 1957.

«Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια». Αθήνα, Κέδρος, 1958.

«Καντάτα». Αθήνα, Κέδρος, 1960.

«25η ραψωδία της Οδύσσειας». Αθήνα, Κέδρος, 1963.

«Ποίηση (1958-1964)». Αθήνα, Κέδρος, 1965.

«Οι τελευταίοι». Αθήνα, Κέδρος, 1966.

«Νυχτερινός επισκέπτης». Αθήνα, Κέδρος, 1972.

«Σκοτεινή πράξη». Αθήνα, Κέδρος, 1974.

«Οι τρεις». Αθήνα, Κέδρος, 1975.

«Ο διάβολος με το κηροπήγιο». Αθήνα, Κέδρος, 1975.

«Βιολί για μονόχειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1976.

«Ανακάλυψη». Αθήνα, Κέδρος, 1978.

«Ποιήματα (1958-1963)». Αθήνα, Κέδρος, 1978.

«Εγχειρίδιο ευθανασίας». Αθήνα, Κέδρος, 1979.

«Ο Τυφλός με το λύχνο». Αθήνα, Κέδρος, 1983.

«Βιολέτες για μια εποχή». Αθήνα, Κέδρος, 1985.

«Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1987.

«Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου». Αθήνα, Κέδρος, 1990.

«Απάνθισμα». Αθήνα, Κέδρος, 1997.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις:

«Ποίηση 1» (1952-1966). Αθήνα, Κέδρος, 1985.

«Ποίηση 2» (1972-1977). Αθήνα, Κέδρος, 1987.

«Ποίηση 3» (1979-1987). Αθήνα, Κέδρος, 1988.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ:

«Το εκκρεμές». Αθήνα, Κέδρος, 1966

Πηγή: Τάσος Λειβαδίτης

Όταν απαγορεύτηκαν τα βιβλία του Στάλιν και του Τάσου Λειβαδίτη ― Ο εισαγγελέας που δεν «έκλεισε τα μάτια», η θριαμβευτική αθώωση του ποιητή και η απόδοση των κατασχεθέντων βιβλίων.

Βρισκόμαστε στα 1955. Οι πληγές που άφησε πίσω του ο εμφύλιος ακόμα αιμορραγούν. Ο λαός μας προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του μαζεύοντας ό,τι απόμεινε από τη στάχτη. Το κράτος των νικητών «χτίζεται» με τη «βοήθεια» των αμερικανών φίλων τους (ΗΠΑ), στη χώρα των οποίων κορυφώνεται η αντικομμουνιστική εκστρατεία που θα μείνει στην ιστορία με τον όρο «μακαρθισμός».
Σ’ αυτό το κράτος, λοιπόν, δεν χωράνε οι δεκάδες χιλιάδες μαχητές του ΔΣΕ που κατέφυγαν στις λαϊκές δημοκρατίες του βορρά και της ανατολής. Αυτό το κράτος δεν έχει άλλον τόπο για χιλιάδες ανθρώπους, πέρα απ’ τα σκοτεινά κελιά των φυλακών και την άνυδρη γη κάποιων νησιών.

Οι αντίθετες στο καθεστώς ιδέες και πρώτοι απ’ όλους οι κομμουνιστές βρίσκονται υπό ανηλεή διωγμό. Μια βιομηχανία καταδικαστικών αποφάσεων, στηριγμένη σε εκδικητικούς και απάνθρωπους νόμους και ψηφίσματα, σπέρνουν τη φρίκη και τον τρόμο. Για ψύλλου πήδημα δικάζουν και καταδικάζουν σ’ ατέλειωτα χρόνια φυλάκισης και εξορίας αγωνιστές που δεν ανταλλάσσουν τις ιδέες τους με την ταπείνωση. Ανάμεσα στους χιλιάδες φυλακισμένους και εκτοπισμένους βρίσκονται πολλοί λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Αναφέρουμε μερικούς μόνο από αυτούς: Μενέλαος Λουντέμης, Θέμος Κορνάρος, Φώτης Αγγουλές, Γιάννης Ρίτσος, Νίκος Παπαπερικλής, Γιώργος Φαρσακίδης, Τάσος Λειβαδίτης.

Αυτόν τον βούρκο της επίσημης βίας και αυθαιρεσίας, θα έρθει ν’ αναταράξει, στις αρχές του Φλεβάρη του 1955, μια θαρραλέα δικαστική απόφαση. Όμως, ας πάρουμε την ιστορία μας απ’ την αρχή…

Την 10η του Δεκέμβρη 1953 οι δυνάμεις καταστολής του κράτους που περιγράψαμε μόλις πιο πάνω, αποφασίζουν να την «τιμήσουν» με επιδρομή στα βιβλιοπωλεία και κατάσχεση όσων αντιτύπων μπόρεσαν να βρουν, από δυο… εξαιρετικά επικίνδυνα (όπως… θα φανεί στη συνέχεια) βιβλία. Τι τίμησαν με την ενέργειά τους αυτή οι «Κλουζώ» της Ασφάλειας; Την «Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», που είχε ήδη καθιερωθεί ως τέτοια, όπως άλλωστε και τόσες άλλες ακόμα «παγκόσμιες ημέρες» που ο δυτικός κόσμος θεσπίζει για να καλύψει τις «αμαρτίες» που διαπράττει τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου. Τα βιβλία που κατασχέθηκαν είναι η μελέτη του Ιωσήφ Στάλιν «Τα οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» και το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου».

Η διαταγή του εισαγγελέα βασίζεται στον ΑΝ 509 (νόμος περί «Ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»), που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο των βιβλίων «στασιαστικόν και στρεφόμενον κατά της ασφαλείας του Κράτους»! Και τα δυο βιβλία κυκλοφορούσαν ήδη από εξαμήνου, ενώ μεγάλα αποσπάσματα από τη μελέτη του Ι. Στάλιν είχαν αναδημοσιευτεί από κυβερνητικές και άλλες εφημερίδες! Το σκεπτικό της διαταγής, όσον αφορά το βιβλίο του ποιητή, στηρίχτηκε σε μια αυθαίρετη ανάλυση του ποιητικού μύθου (είτε από άγνοια, είτε από στοχευμένη σκοπιμότητα – και τα δυο το ίδιο πιθανά), σύμφωνα με την οποία η σκηνή όπου οι νεκροί σηκώνονται από τους τάφους τους για να ματαιώσουν έναν καινούργιο πόλεμο ερμηνεύεται ως «στασιαστική προτροπή»!

Την επόμενη κιόλας μέρα ο Τάσος Λειβαδίτης με επιστολή του στην εφημερίδα «Αυγή» διαμαρτύρεται έντονα για την ενέργεια της Αστυνομίας, που «παραβιάζει και ποδοπατεί την ελευθερία δημοσιεύσεως των στοχασμών» και «έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα»· τη χαρακτηρίζει «λυπηρό βήμα προς ολοκληρωτικές μεθόδους» και «μια άρνηση και της πιο στοιχειώδους δημοκρατίας». Ο ποιητής στη συνέχεια θα συλληφθεί, θα παραπεμφθεί σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και θα προφυλακιστεί.

Ο Λειβαδίτης, βέβαια, δεν είναι η μοναδική περίπτωση «επικίνδυνου» λογοτέχνη. Οι επιτροπές ασφαλείας εκείνη την περίοδο βρίσκουν «επικίνδυνα» τα έργα του Κορνάρου, του Λουντέμη, του Παπαπερικλή και στέλνουν στην εξορία τους συγγραφείς τους. Η αστυνομία στο Κιλκίς επικηρύσσει… τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, ο εισαγγελέας του Καρπενησιού απαγορεύει τα έργα του Ιλία Έρεμπουργκ, το υπουργείο Ασφαλείας εξορίζει τους μεταφραστές του Βίκτορος Ουγκώ! Στην εξορία θα βρεθεί επίσης και ο Αντρέας Πάγκαλος, για τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου του Ι. Στάλιν.

Η δίκη

«Μπορεί να ελπίσει κανείς; Ο Λειβαδίτης αθωώθηκε, Η ελληνική δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος της. Στον Εισαγγελέα που έκρινε τα στοιχεία της κατηγορίας και τα επίδικα πνευματικά έργα, γνωρίσαμε μια φυσιογνωμία από κείνες που είχαμε χρόνια ν’ απαντήσουμε στην Ελλάδα. Με το στόμα του μίλησε το πνεύμα της Δημοκρατίας, που τόσο έχει κακοποιηθεί στον τόπο μας και σαν έννοια και σαν πολιτική πράξη. Από το δικαστήριο αυτό μας ήρθε μια πνοή αισιοδοξίας. Ένα φως ανθρωπιάς, πολιτισμού και ψυχικής ξαστεριάς αναδίνεται απ’ αυτή την απόφαση, φως παρήγορο μέσα στο σκοτάδι που τόσα χρόνια τώρα σκεπάζει την ελληνική ζωή», θα γράψει ο Μάρκος Αυγέρης στην Αυγή της 13ης του Φλεβάρη 1955.

Η μη αναμενόμενη αθώωση του ποιητή (και του Αντρέα Πάγκαλου) και η διαταγή του δικαστηρίου για απόδοση των κατασχεμένων βιβλίων ήρθε κι έσκασε σαν τα βεγγαλικά που η λάμψη τους σκίζει το σκοτάδι της νύχτας. Το αποτέλεσμα της δίκης μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως μια θριαμβευτική νίκη για τις δυνάμεις που αντιπάλευαν τα σκοτάδια της αντίδρασης, αφενός γιατί η δίκη πήρε μεγάλες διαστάσεις στο πανελλήνιο, αλλά και για έναν ακόμα λόγο: η αγόρευση του Εισαγγελέα Εφετών Λάσκαρη (όπως θα δούμε παρακάτω) ήχησε σαν τη φωνή της ίδιας της ταλαίπωρης δημοκρατίας, που δεχόταν ένα ακόμα πλήγμα με τη δίωξη της πνευματικής ελευθερίας και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών και απλοί άνθρωποι του λαού στάθηκαν δίπλα στον διωκόμενο ποιητή, στο δικαστήριο, εκείνο το πρωινό. Μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν οι λογοτέχνες, μέλη του ΔΣ της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Άγις Θέρος, Στρατής Δούκας, Λέων Κουκούλας και Χρήστος Λεβάντας, που χαρακτήρισαν το ποίημα του Λειβαδίτη «ύμνο προς την ειρήνη». Ο Άγ. Θέρος μεταξύ άλλων αναρωτήθηκε «δεν ξέρω αν έχουμε αληθινή δημοκρατία στην Ελλάδα», ενώ ο Στρ. Δούκας τόνισε ότι «με το σύστημα της αποσπάσεως στίχων και ξεκομμένων φράσεων και το ίδιο το Ευαγγέλιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαναστατικό»!

«Δικάζομαι για την ποιητική μου ιδιότητα»

Ο Τάσος Λειβαδίτης ξεκίνησε την απολογία του τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της δίκης: «Δεν δικάζομαι για κανένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά γι’ αυτή την ίδια την ποιητική μου ιδιότητα. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο θεωρώ σαν ουσία της υπόθεσης ν’ αναφερθώ, όσο μπορώ πιο σύντομα, στο θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια απ’ τις πιο δύσκολες και πολύπλοκες εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος. Για να δημιουργηθεί ένας έργο τέχνης δεν φτάνει οι εξωτερικές παραστάσεις να γίνουν αντιληπτές από τον καλλιτέχνη και απλώς ν’ αντιγραφούν απ’ αυτόν, μα πρέπει αυτές οι παραστάσεις, όλο αυτό που λέμε με μια λέξη πραγματικότητα, να διοχετευτεί στην καλλιτεχνική συνείδηση, να υποστεί εκεί ένα πλήθος μεταβολές και αλλοιώσεις, να υποστεί μια αληθινή ζύμωση, ως ότου κάποτε να γεννήσει την καλλιτεχνική συγκίνηση που θα γίνει αφορμή και κίνητρο στη δημιουργία του καλλιτεχνικού έργου. Για να δημιουργηθεί αυτό το έργο που ο αναγνώστης το παίρνει και το διαβάζει για ένα βράδυ, ο συγγραφέας του μόχθησε και βασανίστηκε και μάτωσε, και πολλές φορές έκλαψε, για χρόνια».

Για το περιεχόμενο του βιβλίου του ο ποιητής είπε: «Προσπάθησα να δείξω τη φρίκη και την αθλιότητα που επισωρεύει ο πόλεμος. Να δείξω τη δραματική πείρα των δυο παγκόσμιων πολέμων. (…) Κάθε πόλεμος μαζί με τις φρικαλεότητες που διαπράττει, μαζί με τους χιλιάδες σκοτωμένους, τη διαταραχή που φέρνει στην οικονομία των χωρών, την έκλυση των ηθών και γενικά με την αναστάτωση στην ψυχολογία των ανθρώπων πούχει σαν επακόλουθο, φέρνει συγχρόνως μαζί του κι ένα ισχυρό αντιπολεμικό ρεύμα, που εκδηλώνεται σ’ όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Έτσι, μαζί με τα εκατομμύρια ξύλινους σταυρούς που φύτεψαν στη γη οι δυο τελευταίοι πόλεμοι, σκόρπισαν συγχρόνως και σπόρους για μια πλούσια άνθιση της αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Αυτό το αντιπολεμικό ρεύμα δεν είναι μια θεωρητική άρνηση του πολέμου αλλά μια φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση σ’ έναν κίνδυνο. Είναι, θα μπορούσε κανείς να πει, η εξέγερση του παγκόσμιου ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως μπροστά στον αφανισμό και την καταστροφή». Ο ποιητής μιλώντας για τα έργα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας πρόσθεσε: «Ανάμεσα στα έργα αυτά φιλοδόξησα, έστω και σε μια μικρή θέση, να μπει και το δικό μου έργο».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε αναλυτικά στο θέμα του διωγμού του πνεύματος που παρατηρείται εκείνη την εποχή με κατασχέσεις βιβλίων και διώξεις συγγραφέων, τονίζοντας πόσο μια χώρα έχει ανάγκη απ’ την τέχνη, όπως επίσης και πόσο ανάγκη έχει η τέχνη από ελευθερία για ν’ αναπτυχθεί. Ακόμα, πως από κάθε ιστορική περίοδο δεν μένουν παρά τα έργα τέχνης και τα έργα πολιτισμού και ότι το ποσοστό πολιτισμού μιας χώρας είναι ανάλογο με το ποσοστό της πνευματικής ελευθερίας που υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα. Και ακόμα παρατήρησε πως το ιδανικό της ειρήνης, που είναι θέμα του έργου του, αποτέλεσε πάντοτε ένα από τα πιο ισχυρά καλλιτεχνικά κίνητρα:

«Με το βιβλίο μου αυτό προσπάθησα να προσφέρω κι εγώ τις υπηρεσίες μου στην ειρήνη. Προσπάθησα να δείξω τους χιλιάδες ξύλινους σταυρούς, τα συρματοπλέγματα, τα κρεματόρια, το φόβο. Να δείξω τη φωτιά και τον θάνατο. Και πλάι σ’ αυτά να τραγουδήσω την ελπίδα και το μέλλον. Και την ακλόνητη πίστη των ανθρώπων ν’ αγωνιστούν για την ειρήνη. Το μεγάλο αυτό θέμα, βαρύ για τους ώμους ενός νέου ποιητή, το σήκωσα μ’ όσο πάθος και σεβασμό διαθέτω. Έχω ήσυχη την καλλιτεχνική μου συνείδηση ότι έκανα τα καθήκον μου σαν υπερασπιστής της ειρήνης. Γιατί ο ποιητής ή ο συγγραφέας, απ’ τη στιγμή που θα χαράξει την πρώτη φράση του πάνω στο χαρτί είναι δεμένος με όρκο ακατάλυτο να υπερασπίσει ό,τι πιο άξιο έχει η ζωή: τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, την ομορφιά, την ειρήνη».

Ο Λειβαδίτης στην απολογία του ουσιαστικά δεν απολογείται. Συναισθανόμενος την ευθύνη του απέναντι στη θέση του και την ιστορία υπερασπίζεται τις ιδέες του μπροστά στην έδρα, γίνεται ο ίδιος κατήγορος των διωκτών του και φέρνει στο προσκήνιο τη θέση που καλείται να πάρει ο δικαστής στη μάχη της αντίδρασης με την πρόοδο:

«Απευθύνομαι λοιπόν προς εσάς κ.κ. Δικασταί για να ζητήσω, όχι απλώς μια δικαστική απόφαση, μα τη συμπαράστασή σας, τόσο στην προστασία της ελευθερίας του πνεύματος, όσο και στην υπεράσπιση της ειρήνης. Τελειώνοντας θάθελα να τονίσω, για μια ακόμα φορά, τη μεγάλη σημασία της σημερινής δίκης, όπως επίσης και την πεποίθησή μου ότι η απόφασή σας θάναι υπέρ της πνευματικής ελευθερίας του τόπου μας και υπέρ της ειρήνης».

Ύμνος στη δημοκρατία, την ειρήνη και στο ιδανικό της πνευματικής ελευθερίας

Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε «ατυχεστάτη έμπνευσιν» τη δίωξη βιβλίων, έκανε μνεία των ελληνικών συνταγμάτων που όλα ανεξαιρέτως προστατεύουν την ελευθερία της σκέψης και του Τύπου σαν «κορωνίδα των ελευθεριών» και που γι’ αυτό «σεμνύνεται η πατρίς».

Πιο συγκεκριμένα και με αφορμή το βιβλίο του Ι. Στάλιν τόνισε ότι «και προπολεμικώς και στα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν ελευθέρως στην Ελλάδα βιβλία, διατυπούντα θεωρίας καθαρώς επαναστατικάς των Έγκελς, Μαρξ, Λένιν, Στάλιν κλπ. Η ελληνική πολιτεία ορθώς πράττουσα, επιτρέπει να κυκλοφορώσι τα βιβλία ταύτα, διότι ούτω δυνάμεθα να λαμβάνωμεν γνώσιν και να αντικρούομεν, αλλά και εάν είναι δυνατόν να διδαχθώμεν και να το πάρωμεν».

Αναφέρθηκε στα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα που έφερνε πάντοτε η δίωξη βιβλίων που, εκτός αυτού, έκανε διάσημους και τους συγγραφείς τους, όπως τον Ροΐδη και τον Καζαντζάκη και τόνισε ότι οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται μόνο «εκεί όπου υπάρχει η πρόδηλος παραβίασίς των».

Το βιβλίο του Ι. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» ο εισαγγελέας το χαρακτήρισε οικονομολογική μελέτη και επιστημονικό έργο που κυκλοφορεί ελεύθερα σε όλες τις χώρες και δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί «ανατρεπτικόν».

Για το βιβλίο του Τ. Λειβαδίτη είπε ότι το διάβασε και βρίσκει ότι εξυμνεί την ειρήνη.

Ο εισαγγελέας όμως προχώρησε βαθύτερα. Καταδίκασε τον επιθετικό πόλεμο αλλά τόνισε ότι υπάρχουν και δίκαιοι πόλεμοι και τέτοιους κατονόμασε τους αμυντικούς και τους απελευθερωτικούς. Μάλιστα δεν δίστασε να «υπερασπιστεί» την ΕΣΣΔ λέγοντας ότι «και η πατρίς του σημερινού κομμουνισμού πράγματι ημύνθη ηρωικώς εναντίον των εισβολέων της και εμείς ηγωνίσθημεν κατά των επιτιθέμενων και ηγωνίσθημεν το 1821 δια την ελευθερίαν»! Θεωρούμε, βέβαια, περισσότερο πιθανό να είχε στο μυαλό του τον μεγάλο πατριωτικό πόλεμο ενάντια στους χιτλερικούς εισβολείς, παρά την επίθεση των δεκατεσσάρων καπιταλιστικών κρατών (ανάμεσά τους και η Ελλάδα!) που επιτέθηκαν στη νεαρή σοσιαλιστική πατρίδα του Λένιν στα 1918 – 1920, όταν έκανε τη συγκεκριμένη αναφορά…

Ο εισαγγελέας καταλήγοντας τόνισε ότι η ιδεολογική τοποθέτηση ενός πολίτη και το αν είναι ή όχι κομμουνιστής δεν έχει καμιά σημασία για τον νόμο διότι δεν διώκονται οι ιδέες και ζήτησε την απαλλαγή και των δυο κατηγορουμένων.

Η αγόρευση του εισαγγελέα δημιούργησε μεγάλη ικανοποίηση στο ακροατήριο που παρακολουθούσε τη δίκη. Η απόφαση ήταν απαλλακτική για όλες τις κατηγορίες και προκάλεσε τα πιο ευμενή σχόλια στους πνευματικούς κύκλους. Το δικαστήριο διέταξε επίσης την απόδοση των κατασχεμένων βιβλίων.

Η απόφαση σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από τον Τύπο που παρακολούθησε με αμείωτο ενδιαφέρον τη δίκη. Εκτός από το απόσπασμα από το άρθρο του Μάρκου Αυγέρη στην «Αυγή», που παραθέσαμε νωρίτερα, ξεχωρίσαμε επίσης το χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά στην εφημερίδα «Τα Νέα». Γράφει σχολιάζοντας την αθωωτική απόφαση: «Ευτυχώς. Γιατί αυτή η ιστορία της κατάσχεσης βιβλίων και του διωγμού συγγραφέων ή εκδοτών παράγινε τον τελευταίο καιρό». Και καταλήγει: «Η απόφαση αυτή πρέπει να χρησιμεύσει από δω και πέρα σαν οδηγός για τους ανθρώπους που διαθέτουν εξουσία και κάνουν του κεφαλιού τους…».

Πόσο και αν εισακούστηκε ο Ψαθάς καταγράφηκε ―κι αυτό― από την ιστορία.

Το σύστημα της εκμετάλλευσης ποτέ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να εδραιώσει και να διατηρήσει την κυριαρχία του. Η λογοκρισία και η μέσω διώξεων προσπάθεια για υπόταξη και έλεγχο της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, το κυνήγημα και πολλές φορές η φυσική εξόντωση δημιουργών του πνεύματος και της τέχνης, είναι κάποια από τα μέσα αυτά, που τα χρόνια που ακολούθησαν της δίκης του Τάσου Λειβαδίτη χρησιμοποίησαν πολλές κυβερνήσεις, εκλεγμένες ή μη.

Για να μπορούμε σήμερα εμείς να εκφραζόμαστε ελεύθερα, αλλά και για να μη μας διαφεύγει ότι όταν το ίδιο σύστημα τα βρει μπαστούνια, δεν θάχει ξεχάσει τις παλιές και δοκιμασμένες εκείνες «συνταγές»…

***

Σημείωση: Για τη συγγραφή του άρθρου αντλήθηκαν στοιχεία από δημοσιεύματα της εφημερίδας «Η Αυγή» (πηγή: ΑΣΚΙ), από απομαγνητοφωνημένη εκπομπή του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ελεύθερη Ελλάδα (πηγή: ΑΣΚΙ) και από το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης.

Πηγή: «Οικοδόμος»

Μικρή μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη

Το 2008 το εξαιρετικό περιοδικό Οδός Πανός κυκλοφόρησε με ένα αφιέρωμα στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατό του. Εκεί καταγράφεται η παρακάτω διήγηση του Μανόλη Πρατικάκη. Προτείνουμε η ανάγνωση της ιστορίας, προκειμένου να μην οδηγήσει σε βεβιασμένα εύκολα συμπεράσματα, να συνδυαστεί με το Ρομαντικό Επίλογο του Ν. Καρούζου, που ακολουθεί.

Οι νεκροί προηγούνται.

Τ. Λειβαδίτης, Γ. Ρίτσος, Ν. Καρούζος – μια παλιά ιστορία

Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία.

Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν…σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα…κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω.

Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός. Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν. Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται…είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.

Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.

Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης

Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008

Πηγή: Αλφαβήτα

Μη σημαδέψεις την καρδιά μου (Τάσος Λειβαδίτης)

Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ’ ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ’ ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ’ ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην
τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά.
Θυμάσαι;

Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά – κοντά
στο κουτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά
παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των
υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου
κ’ ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τα πρωϊνά σου μάτια πίσω απο ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κ’ οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα
σε συλλογίζομαι
καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλα σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις
ένα σπουργίτι.

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα’ θελα να το λαβώσεις.
Τάσος Λειβαδίτης

«Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων / εμείς καθόμασταν τα βράδια /και ζωγραφίζαμε σκηνές απ’ την αυριανή ευτυχία του κόσμου / Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας».

Δρόμοι που χάθηκα

Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης

Δρόμοι που χάθηκα
γωνιές που στάθηκα
δάκρυα που πίστεψα
παιχνίδια στο νερό.
Πικρό το βράδυ φτάνει.

Νύχτες που έκλαψα
γέφυρες που έκαψα
άστρα π’ αγάπησα
που πάω και τι θα βρω.
Πικρό το βράδυ φτάνει.

Λόγια που ξέχασα
φίλοι που έχασα
καημέ μεγάλε μου
ας πάμε τώρα οι δυο.
Πικρό το βράδυ φτάνει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *