Ο πολιτικός Πλουμπίδης – 60 χρόνια από την εκτέλεση

97848f46-2bc5-49b8-96ca-75e39d51f746Γράφει η ιστορικός ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ – «Αυγή»

Η ελληνική πολιτεία αλλά και το κόμμα στο οποίο έταξε εαυτόν τον καταδίκασαν. Όμως, 60 χρόνια μετά την εκτέλεση, η εμβληματική μορφή του Νίκου Πλουμπίδη παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη και στην ιστορία που τον δικαίωσε.

Πέντε χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, στις 14 Αυγούστου 1954, ο Νίκος Πλουμπίδης έπεφτε νεκρός από τα πυρά του στρατιωτικού εκτελεστικού αποσπάσματος. Η εκτέλεσή του, αν και δεν ήταν η τελευταία -όπως γενικά θεωρείται- στη μεγάλη σειρά των θανατικών καταδικών που οργάνωσε το αυταρχικό εμφυλιοπολεμικό και μετεμφυλιοπολεμικό κράτος, ήταν μάλλον απρόσμενη. Ανέτρεπε πάγιες κυβερνητικές πρακτικές που επιστρατεύονταν συμπληρωματικά στη «μάχη κατά του κομμουνισμού» μέσα από την κατασκευή, συντήρηση και προβολή των πάσης φύσεως εσωκομματικών κομμουνιστικών συγκρούσεων. Ειδικά μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, η ελληνική πολιτεία είχε κάθε λόγο να κρατήσει ενεργή, να ενισχύσει και να προβάλει την αντιπαράθεση της εξόριστης κομμουνιστικής ηγεσίας με τον βασικό εκπρόσωπο του παράνομου κομματικού μηχανισμού στην Ελλάδα, τον Νίκο Πλουμπίδη. Με αυτή την έννοια, η συγκεκριμένη εκτέλεση φαίνεται και πολιτικά ασύμφορη.

Αποτέλεσμα ζήλου των διωκτικών μηχανισμών, της αντικομμουνιστικής υστερίας που χαρακτήρισε την ψυχροπολεμική εποχή, αλλά και προσωπικής εμπάθειας, η εκτέλεση του Πλουμπίδη ορίζει το τέλος μιας τραγικής πορείας, η οποία καθορίζεται από δυο γεγονότα: την καταδίκη από το κόμμα τον Φεβρουάριο του 1952 και τη σύλληψη από τις ελληνικές αρχές τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Ακολούθησε η δίκη τον Ιούλιο του 1953 στο έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών, η καταδίκη «δις εις θάνατον» και η εκτέλεση, τα χαράματα της 14ης Αυγούστου 1954, στο Δαφνί.

Στην πράξη ο Πλουμπίδης πέρασε σχεδόν ταυτόχρονα από δύο δικαστήρια, ένα τυπικό και ένα άτυπο, αντιμετωπίζοντας τις πλέον οριακές κατηγορίες: αυτή του «αδίσταχτου κομμουνιστή» που του απέδωσαν οι διωκτικές αρχές και την άλλη του «από 27ετίας χαφιέ» σύμφωνα με την ετυμηγορία της κομματικής ηγεσίας. Την κατηγορία ότι είναι κομμουνιστής την ομολόγησε, την αποδέχτηκε και την υπερασπίστηκε δημόσια στο έκτακτο στρατοδικείο, όπως και σε κάποιες συνεντεύξεις του στον Τύπο της εποχής, υπεραμυνόμενος των προσωπικών του επιλογών και των πολιτικών θέσεων της ηγεσίας του ΚΚΕ.
Την κομματική κατηγορία, ωστόσο, την αντιμετώπισε με διαφορετικό τρόπο. Αρνούμενος ότι είναι προδότης του κόμματος και χαφιές, όπως του καταλόγισε το Πολιτικό Γραφείο, απέδωσε την απόφαση της ηγεσίας Ζαχαριάδη σε λανθασμένη -λόγω της απόστασης- ενημέρωσή της. Επιδόθηκε έτσι σε μια παράλληλη προσπάθεια διαφύλαξης τόσο του κύρους του κόμματος και της ηγεσίας του όσο και του ιδίου και της κομματικής του διαδρομής. Ως προτεραιότητα, ωστόσο, έθεσε και πάλι το κόμμα και το κομματικό συμφέρον.

Ο Πλουμπίδης με τη στάση του προέταξε την ενότητα της κομμουνιστικής συλλογικότητας, την εσωκομματική πειθαρχία και την υπεράσπιση της κομμουνιστικής ιδεολογίας. «Το στίγμα του χαφιέ δεν κολλάει σε μένα γιατί και το παρελθόν μου και το παρόν μου είναι καθαρά σαν το κρύσταλλο» έγραφε σε ένα από τα ιδιόχειρα σημειώματά του προς την οικογένεια, στις αρχές του 1954, χωρίς να αμφισβητήσει μέχρι το τέλος την εμπιστοσύνη του στο δίκαιο και στην αλήθεια που θα αποδοθεί από το κόμμα στον μέλλοντα χρόνο.

Βεβαίως, η εκτέλεση δεν έδωσε τη λύση, ούτε έφερε την κάθαρση. Μέσα από τις συνεχιζόμενες μετά θάνατον διά του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού του ΚΚΕ καταγγελίες για τα «λύτρα της προδοσίας», νεκρός, ο Πλουμπίδης συνέχισε να αποτελεί μια ανοικτή «κομματική υπόθεση». Η υπόθεση αυτή ταλάνισε την οικογένεια, το κόμμα και την Αριστερά γιατί, παρά την αποκατάσταση το 1958, η διαχείρισή της από τις μετέπειτα κομματικές ηγεσίες δεν εναρμονίστηκε σε όσα διέσωζε η συλλογική μνήμη.

Το βασικότερο είναι ότι εγκλώβισε για δεκαετίες τη συζήτηση σε συγκεκριμένα ζητήματα. Η σκληρότητα της κομματικής ηγεσίας και των μηχανισμών της, το κυνήγι μαγισσών και οι ανταγωνισμοί των κομματικών ελίτ, ο αποκλεισμός και οι σιωπές, οργάνωσαν μια θεματική συζήτησης με πρωταγωνιστές το θύμα και τους θύτες του. Ο Πλουμπίδης αναδείχθηκε έτσι στον συλλογικό μάρτυρα της αντισταλινικής και ανανεωτικής Αριστεράς, σε μάρτυρα που με αυτοθυσία επωμίστηκε τα λάθη και ενσάρκωσε με αξιοπρέπεια αξίες, όπως η σταθερότητα και η απόλυτη αφοσίωση στο κόμμα.

Εικόνες και μεταφορές που διατηρούνται ακόμη ζωντανές άφησαν στο περιθώριο, πρακτικά ανεκμετάλλευτες, πτυχές της πολιτικής προσωπικότητας του ηγετικού στελέχους. Με άλλα λόγια, η «κομματική υπόθεση» επισκίασε τον πολιτικό Πλουμπίδη, γιατί και σε αυτό το επίπεδο η πολιτική του παρουσία αποτυπώθηκε με κυρίαρχη αναφορά την εικαζόμενη αντιπαλότητά του με τον Νίκο Ζαχαριάδη. Η εμπλοκή του στις εσωκομματικές διαμάχες την περίοδο 1939-1942, οι σχέσεις του με την Παλιά Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ και ο χαρακτηρισμός ως πλαστού του «ανοιχτού γράμματος» του γραμματέα του ΚΚΕ τον Νοέμβριο του 1940, η μη επανεκλογή του στο Πολιτικό Γραφείο από το 7ο Συνέδριο του κόμματος το φθινόπωρο του 1945, όπως και η ανάληψη στη σκληρότερη φάση του εμφυλίου πολέμου -μετά τη σύλληψη του Στέργιου Αναστασιάδη, τον Μάρτιο του 1949- της ευθύνης του παράνομου κλιμακίου της Αθήνας και ο χειρισμός της υπόθεσης Μπελογιάννη σκιαγραφούν βεβαίως το πολιτικό προφίλ ενός ασκητικού και, παρά την ασθένεια, δυναμικού στελέχους. Επαρκούν άραγε για να απαντήσουν στο ερώτημα: Ποιος ήταν εν τέλει ο πολιτικός Πλουμπίδης ή πώς ο Πλουμπίδης αντιλαμβανόταν εντός και εκτός του κόμματος την πολιτική;

«Η πολιτική δεν είναι παιγνίδι, ούτε τύχη, ούτε εύκολο πράγμα. Είναι ολόκληρη επιστήμη, με τους νόμους της και τους κανόνες της» έγραφε σε ένα ακόμη ιδιόχειρο σημείωμά του τον Μάρτιο του 1954. Την επιστήμη αυτή φαίνεται ότι τη σπούδασε καθημερινά μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ και την κατανόησε στη ζύμωσή του με την κοινωνία και τον συνδικαλισμό. Την σπούδασε ήδη από τον μεσοπόλεμο, στα χρόνια της ανάπτυξης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, στις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις με την Ενωτική ΓΣΣΕ και στις ποικίλες ανταλλαγές του μέσα στα «όργανα και τα σώματα» του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στη Μόσχα. Ο δάσκαλος από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, ο «κόκκινος δάσκαλος» με την «άρτια μαρξιστική κατάρτιση» φαίνεται ότι δεν αρκέστηκε στα κεκτημένα.

Υπέρμαχος της δημιουργίας του Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας, που προωθεί από την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939, η Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, ο Πλουμπίδης, φυματικός, εργάστηκε μέσα από το Σανατόριο της «Σωτηρίας» στη διαμόρφωση των θέσεων για τη «μαζική πολιτική πάλη» τις παραμονές της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Αν η επίσημη «κομματική ιστορία» κράτησε στην ομίχλη αυτή την εκ των πραγμάτων σκοτεινή για τους Έλληνες κομμουνιστές περίοδο, είναι σαφές ότι η πολιτική απάντηση στους κατακτητές με γενικές απεργίες και λαϊκές κινητοποιήσεις, που έπεσε τότε στο κενό εξαιτίας των δυσλειτουργιών του κόμματος, έβρισκε γόνιμο έδαφος στα χρόνια που ακολούθησαν.
Μέλος του Πολιτικού Γραφείου, από τον Δεκέμβριο του 1942, καθοδηγεί την Κομματική Οργάνωση της Αθήνας στη μαζικότερη διαδήλωση που γνώρισε η κατεχόμενη Ευρώπη κατά της πολιτικής επιστράτευσης, στις 3 Μαρτίου του 1943.

Ο άνθρωπος του κομματικού ταμείου και των ειδικών μηχανισμών, ο «Μπάρμπας» της παρανομίας και της συνωμοτικότητας, γνώριζε εξίσου καλά τους «νόμους και τους κανόνες» της πολιτικής των μετώπων και την αξία του μαζικού κινήματος. Αντιπρόσωπος στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς που έδωσε, το 1935, το πράσινο φως στους ανά την υφήλιο κομμουνιστές για τη δημιουργία των Λαϊκών Μετώπων, μετουσίωσε σε πολιτική συνείδηση την εμπειρία του από το ελληνικό πατριωτικό μέτωπο των χρόνων της Αντίστασης, το ΕΑΜ. Για τον Πλουμπίδη το κόμμα δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς το μέτωπο και το μέτωπο χωρίς το κόμμα.

Εκπρόσωπος του κλιμακίου του παράνομου στην Ελλάδα ΚΚΕ, στις εξαιρετικά δύστοκες μετεμφυλιοπολεμικές συνθήκες και μέσα από την πιο βαθιά παρανομία, ανέλαβε την ευθύνη της εφαρμογής των αποφάσεων για τη συγκρότηση του Πανδημοκρατικού Μετώπου από τα τέλη του 1949. Ο Πλουμπίδης και «μια χούφτα άνθρωποι» ανέσυραν από τις στάχτες την ηττημένη Αριστερά, της έδωσαν πνοή, στις εκλογές του Μαρτίου του 1950, μέσα από τις γραμμές της Δημοκρατικής Παράταξης. Λίγους μήνες αργότερα της έδιναν υπόσταση με την ίδρυση ενός πολιτικού σχήματος, του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Η τρίτη φάση ήταν η δυσκολότερη. Παροπλισμένος κομματικά, ο Πλουμπίδης, ενώ ετοιμάζεται να φύγει για το εξωτερικό κατόπιν εντολής του Πολιτικού Γραφείου, έδωσε την κρισιμότερη, ίσως, μάχη στην πολιτική του ζωή. Ακροβατώντας ανάμεσα στις μισαλλόδοξες οδηγίες του Πολιτικού Γραφείου, στους διαγκωνισμούς του δεύτερου καθοδηγητικού κέντρου, των φυλακισμένων στου Αβέρωφ και των πρόσφατα απολυμένων Μακρονησιωτών, διαχειριζόμενος τις απώλειες των συντρόφων, τους εκβιασμούς αλλά και τα αιτήματα των υποψήφιων εταίρων, ο Πλουμπίδης διέσωσε το μετωπικό σχήμα της ΕΔΑ, που κινδύνευσε να διαρραγεί πριν καν από τη συγκρότησή του. Την οδήγησε στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 και άνοιξε τον δρόμο στο μέτωπο εκείνο που έφερε το ΚΚΕ και την Αριστερά στην αντίπερα όχθη.

Ήταν η τελευταία πολιτική πράξη πριν από τη διπλή δίκη και την τραγική κατάληξη «εν στόματι ρομφαίας».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *