Φραντς Λιστ: ο μεγάλος ούγγρος ρομαντικός

λιστΟ μεγάλος ρομαντικός συνθέτης και πιανίστας γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 22 Οκτωβρίου 1811, στο Ράιντινγκ της Ουγγαρίας, από γονείς γερμανικής καταγωγής. Έχοντας επιδείξει από μικρός το ταλέντο του στο πιάνο, μαθήτευσε στη Βιέννη, κοντά στους  Καρλ Τσέρνυ  και Αντόνιο Σαλιέρι, και το 1822, σε ηλικία μόλις 11 ετών, εμφανίστηκε στο κοινό με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Εγκατεστημένος με την οικογένειά του στο Παρίσι, από το 1823, συνέχισε τις σπουδές του και έκανε πολλές επιτυχημένες περιοδείες για ρεσιτάλ στη Γαλλία και την Αγγλία.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1827, άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου και μάλιστα ερωτεύτηκε μια μαθήτριά του, αλλά η οικογένειά της απαγόρευσε τη συνέχιση της σχέσης τους, ενώ το 1833 στο σπίτι του Φρεντερίκ Σοπέν γνώρισε την κόμισσα Μαρί ντ΄ Αγκού, η οποία τον ερωτεύτηκε και εγκατέλειψε τον σύζυγό της για να τον ακολουθήσει. Έζησαν μαζί ώς το 1844, αποκτώντας και τρία παιδιά.

Ως το 1847 ο Λιστ είχε αποκτήσει τεράστια φήμη ως πιανίστας. Αυτός ήταν μάλιστα που καθιέρωσε τον όρο “ρεσιτάλ” και σε αυτόν οφείλεται εν πολλοίς η συνήθεια να ερμηνεύονται τα σολιστικά έργα χωρίς παρτιτούρα στις συναυλίες.
Είχε την ικανότητα να συναρπάζει το κοινό με το εξαιρετικά δεξιοτεχνικό και εντυπωσιακό παίξιμό του, όπως έκανε στο βιολί το ίνδαλμά του, ο Νικολό Παγκανίνι.

Από το 1848 ως το 1861 έζησε μόνιμα στη Βαϊμάρη (όπου είχε διοριστεί αρχιμουσικός το 1844), μαζί με τη νέα σύντροφό του Καρολίνα Ιβανόφσκα, εν διαστάσει σύζυγο του Ρώσου πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν.
Καθώς από το 1847 είχε εγκαταλείψει την καρίερα του πιανίστα για να αφοσιωθεί στη σύνθεση, δραστηριοποιήθηκε πλέον ως αρχιμουσικός δίνοντας πολλές συναυλίες και παράλληλα οργάνωσε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης και προσέφερε υποστήριξη σε πολλούς νέους συνθέτες, ένας από τους οποίους ήταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Λιστ από την κόμισσα ντ΄ Αγκού, Κόζιμα.
Ο Λιστ διηύθυνε τις πρώτες εκτελέσεις έργων του Βάγκνερ, όπως τα Ταγχώυζερ και Ιπτάμενος Ολλανδός.

Το 1861 η σύντροφός του Καρολίνα πήγε στην Ιταλία για να ζητήσει από τον πάπα να εγκρίνει το διαζύγιό της με τον πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν ώστε να παντρευτεί με τον συνθέτη.
Ο Λιστ την ακολούθησε το 1862, για να εμπνευστεί και να γράψει θρησκευτική μουσική. Το ζευγάρι τελικά δεν παντρεύτηκε ποτέ, επειδή αρχικά το Βατικανό δεν έδινε την έγκριση και έπειτα επειδή μετά τον θάνατο του πρώην συζύγου της Καρολίνας η οικογένειά της είχε αντιρρήσεις.
Ο συνθέτης τελικά εντάχθηκε στον ιερατικό κλάδο το 1865.
Το 1869 διορίστηκε σύμβουλος στη βασιλική αυλή της Ουγγαρίας και από τότε ζούσε εναλλάξ στη Ρώμη, στη Βαϊμάρη και τη Βουδαπέστη, ενώ παράλληλα έκανε περιοδίες.
Το 1873 οι Ούγγροι τον ανακήρυξαν εθνικό ήρωα και το 1876 του ανέθεσαν τη διεύθυνση της Μουσικής Ακαδημίας της Βουδαπέστης.

Στις 21 Ιουλίου του 1886 έκανε την τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε συναυλία στο Λουξεμβούργο. Έπειτα επισκέφθηκε όπως κάθε χρόνο το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ.
Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και τελικά πέθανε λίγες μέρες μετά την άφιξή του στο Μπαϊρόιτ, στις 31 Ιουλίου.

Το έργο του περιλαμβάνει έργα για ορχήστρα, για πιάνο και ορχήστρα, χορωδιακά και έργα για σόλο πιάνο.
Τα τελευταία είναι και τα πιο δεξιοτεχνικά, αφού ο ίδιος, με την εκπληκτική τεχνική του, εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητες του οργάνου. Στα έργα του εναλλάσσονται στιγμές υπερβολικής δεξιοτεχνίας με στιγμές λυρισμού και ποιητικότητας και εμφανίζονται πολλές αρμονικές και μορφολογικές καινοτομίες.

Ενδεικτικά παραδείγματα των μορφολογικών καινοτομιών του είναι τα 2 κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και η σονάτα για πιάνο. Το πρώτο κοντσέρτο, σε μι ύφεση μείζονα, το επεξεργαζόταν από το 1830 αλλά παρουσίασε την τελική μορφή του το 1855. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή δομή του κοντσέρτου, αλλά τα μέρη του ουσιαστικά είναι ενιαία και επεξεργάζεται σ’ αυτά το ίδιο θεματικό υλικό.
Εξαιρετικά προκλητική για την εποχή ήταν η χρήση του τρίγωνου στο τρίτο μέρος. Το δεύτερο κοντσέρτο, σε λα μείζονα, το επεξεργαζόταν στο διάστημα 1839-1861. Ούτε αυτό ακολουθεί την παραδοσιακή δομή. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σονάτα για πιάνο σε σι μείζονα, που ολοκληρώθηκε το 1853 και παρουσιάστηκε στο κοινό το 1858. Αυτά τα έργα αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία από τους κριτικούς και μόνο τον 20ο αι. καθιερώθηκαν στο πιανιστικό ρεπερτόριο.

Σε κάποια από τα τελευταία έργα του, όπως τα “Μεφίστο Βαλς”, “Μακάβριο Τσάρντας” και “Ατονική Μπαγκατέλλα” υπάρχουν και στοιχεία μοντερνισμού.

Μια άλλη καινοτομία του είναι η επινόηση του “συμφωνικού ποιήματος”, έργου “περιγραφικού” εμπνευσμένου από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική ή και προσωπικά βιώματα.
Ο Λιστ συνέθεσε 13 συμφωνικά ποιήματα αλλά και σε άλλα έργα του θέλησε να αποδώσει εντυπώσεις και βιώματα.
Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά είναι το σύνολο έργων για πιάνο “Χρόνια Προσκυνήματος”, που διαιρείται σε τρια βιβλία: Ελβετία, Βενετία-Νάπολη και Ρώμη. Σε αυτά περιγράφει μουσικά τις εντυπώσεις του από την παραμονή του σε αυτά τα μέρη, με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως Οι καμπάνες της Γενεύης,
Τα συντριβάνια της Βίλα ντ’ Έστε κ.ά.

Ο Λιστ αγαπούσε πολύ τη μουσική των Τσιγγάνων της Ουγγαρίας και βάσισε πολλά έργα του σε μελωδίες από λαϊκά τραγούδια και χορούς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *