Σε σημερινό άρθρο του, στα “ΝΕΑ”, ο Βαγγέλης Βενιζέλος επιχειρεί να μας πείσει ότι το πολιτικό σύστημα διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς αυτοελέγχου –είτε μέσω της δικαστικής λειτουργίας είτε μέσω των «ανεξάρτητων» αρχών– που λειτουργούν ακόμα και όταν δέχονται «υποκλοπή».
«Εκείνοι λοιπόν που θεώρησαν ότι μπορούν να υποκλέψουν τη συνέργεια της Δικαιοσύνης και να κηρύξουν τη λήξη της υπόθεσης των υποκλοπών ως αντικείμενο δικαστικής έρευνας, έκαναν το λάθος να εκλάβουν τη Δικαιοσύνη ως μηχανισμό που υπόκειται σε γραμμικό έλεγχο. Ως μηχανισμό που ολοκληρώνει τη δυναμική του επειδή ένας εισαγγελέας λειτουργεί στο εσωτερικό της ΕΥΠ, εγκρίνει τις λεγόμενες νόμιμες επισυνδέσεις και ένας εισαγγελέας του Αρείου Πάγου “απονευρώνει” το κατασκοπευτικό λογισμοκό Pretador. Το ίδιο λάθος έκαναν οι κυβερνώντες και στο αντιπαθές σ’ αυτούς πεδίο των ανεξάρτητων αρχών όπου νόμισαν ότι ο δι ασφυξίας “θάνατος”¨της ΑΔΑΕ υπό τον Χρήστο Ράμο ως προς τον έλεγχο της ΕΥΠ θα παρεμποδίσει τη διπλανή Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα υπο τον Κωνσταντίνο Μενουδάκο να διερευνήσει τη λειτουργεία του Predator», τονίζει κ. Βενιζέλος.
Με αριστοτεχνικό τρόπο, το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. φτιάχνει ένα χαρμάνι μισών αληθειών και ψεμάτων για να καταλήξει στο κλασικό συμπέρασμα του συστήματος: «Οι θεσμοί, παρά την υποκλοπή που υπέστησαν, αντιδρούν στο όνομα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου».
Ο Βενιζέλος είναι πράγματι καλός συνταγματολόγος και βαθιά βυθισμένος στη λειτουργία αυτού του πολιτικού μηχανισμού. Το επιχείρημά του στηρίζεται στην κλασική αστική θεωρία του Μοντεσκιέ για τη διάκριση των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική). Μόνο που στην πράξη, στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα του αστισμού, αυτή η διάκριση υπάρχει μόνο de jure. Στην πραγματικότητα, οι τρεις εξουσίες είναι δεμένες σαν το νύχι με το κρέας. Οι ηγεσίες των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται από την κυβέρνηση, οι «επάνω» δικαστές ελέγχουν τους «κάτω», και το «ανεξαρτησιόμετρο» της Δικαιοσύνης είναι πάντα βαθιά πολιτικό και ταξικό.
Δεν πρόκειται για ουδέτερη «Δικαιοσύνη», αλλά για δικαστική εξουσία που εκφράζει και υπηρετεί –άλλοτε πιο φανερά, άλλοτε πιο συγκαλυμμένα– τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές της άρχουσας τάξης.
Ο Βενιζέλος φέρνει ως παράδειγμα τον Χρήστο Ράμμο, υπονοώντας ότι αν δεν τον «εξουδετέρωνε» η κυβέρνηση, τα πράγματα στην υπόθεση των υποκλοπών θα ήταν διαφορετικά. Ας είμαστε ξεκάθαροι: Ο Ράμμος δεν ήταν κανένας «ασυμβίβαστος δικαστής» ούτε επαναστάτης. Ήταν ένας έμπειρος δικαστικός, αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με μακρά θητεία σε αντιλαϊκές αποφάσεις. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο τοποθετήθηκε πρόεδρος της ΑΔΑΕ με τη σύμφωνη γνώμη ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ.
Απλώς συνέβη να βρεθεί σε μια θέση με καίρια εμπλοκή στο σκάνδαλο, και εκεί κράτησε μια στάση αξιοπρέπειας –χωρίς να είναι υποτακτικός της εκτελεστικής εξουσίας και χωρίς «σκελετούς» που να τον καθιστούν εύκολη βορά. Αυτό τον τιμά, αλλά δεν τον μετατρέπει σε ήρωα του συστήματος ούτε αναιρεί τον ταξικό και πολιτικό χαρακτήρα της δικαστικής εξουσίας συνολικά.
Στην ουσία, αυτό που προσπαθεί να συγκαλύψει ο Βενιζέλος με το κείμενό του είναι το πρόσφατο «ατύχημα» της πρωτόδικης καταδίκης του Ταλ Ντίλιαν και των συνεργατών του από την Intellexa.
Ο έφεδρος συνταγματάρχης του ισραηλινού στρατού και οι υπόλοιποι δεν είναι ηλίθιοι. Είχαν πάρει, προφανώς, διαβεβαιώσεις από υψηλά πολιτικά κλιμάκια ότι η υπόθεση θα «ξεμπερδεύει» με μια συμβολική ποινή, χωρίς πραγματικές συνέπειες, ώστε να συνεχίσουν ανενόχλητοι τις δουλειές τους.
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τους τάραξε. Ο Ντίλιαν, που μέχρι τότε σιωπούσε, δήλωσε ότι δεν θα γίνει «αποδιοπομπαίος τράγος» και προανήγγειλε έφεση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα ανοίξουν στόματα και θα υπάρξουν εξελίξεις. Αυτό ακριβώς το «ατύχημα» προσπαθεί να καλύψει σήμερα ο Βενιζέλος με την υπεράσπιση των «θεσμών». Για να εμπεδώσουμε όλοι ότι, ακόμα και όταν το σύστημα υποκλέπτεται, τελικά «αυτοθεραπεύεται» και λειτουργεί υπέρ της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.
Δεν λειτουργεί όμως. Οι θεσμοί του αστικού κράτους δεν είναι ουδέτεροι. Είναι εργαλεία άσκησης ταξικής και πολιτικής εξουσίας. Και όταν η υπόθεση των υποκλοπών φτάνει να απειλεί τον πυρήνα του συστήματος, οι μηχανισμοί συγκάλυψης –είτε μέσω Δικαιοσύνης, είτε μέσω «ανεξάρτητων» αρχών, είτε μέσω πολιτικών επιτελείων– μπαίνουν σε πλήρη λειτουργία.
Το Predator δεν ήταν «παρατυπία». Ήταν εργαλείο του ίδιου του καθεστώτος. Και όσο πιο πολύ προσπαθούν να μας πείσουν για την «αυτοκάθαρση» των θεσμών, τόσο πιο καθαρά αποδεικνύεται ότι το πρόβλημα δεν είναι κάποιοι «κακοί» που παραβίασαν τους κανόνες, αλλά το ίδιο το σύστημα που παράγει και προστατεύει τέτοιους μηχανισμούς.



0 Comments