Η υπόθεση από την Ελβετία είναι ανατριχιαστική. Ένα ζευγάρι πέρασε 599 ημέρες στη φυλακή, κατηγορούμενο για σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, επειδή η κόρη της γυναίκας είχε κατασκευάσει τις καταγγελίες. Χρόνια αργότερα, η ίδια παραδέχτηκε ότι οι κατηγορίες ήταν ψευδείς και οι δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του ζευγαριού ανατράπηκαν.
599 ημέρες. 599 ημέρες κλεμμένης ζωής.
Και η υπόθεση αυτή δεν μας αφορά μόνο ως μια ακόμη τραγική ιστορία δικαστικής πλάνης. Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο.
Μας υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε τι συμβαίνει όταν μια καταγγελία μετατρέπεται σε τεκμήριο ενοχής και η υποψία σε δικαστική ή κοινωνική καταδίκη. Γιατί υπάρχει η θεσμική εκδοχή αυτού του εφιάλτη. Και υπάρχει και η πολιτική και κοινωνική του εκδοχή.
Η πρώτη είναι το κράτος που μπορεί να φυλακίσει έναν άνθρωπο βασισμένο σε λανθασμένες αξιολογήσεις, ανεπαρκή στοιχεία ή κατασκευασμένα δεδομένα. Η δεύτερη είναι ο όχλος που δεν χρειάζεται καν δικαστήριο.
Του αρκεί ένα πληκτρολόγιο. Μια ανώνυμη καταγγελία. Ένα e-mail. Ένα τηλεφώνημα. Μια ανάρτηση. Και μετά αρχίζει η χιονοστιβάδα. Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα που κάποιοι στην Αριστερά κάνουν πως δεν βλέπουν.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ανώνυμες καταγγελίες και τα «καρφώματα» χρησιμοποιούνται ως εργαλεία καταστολής. Η ιστορία του κινήματος είναι γεμάτη από τέτοιες μεθόδους.
Στην υπόθεση του Τάσου Θεοφίλου, ένα υποτιθέμενο ανώνυμο τηλεφώνημα χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο στην κατασκευή της κατηγορίας που τον έστειλε στη φυλακή για πέντε χρόνια, μέχρι την πανηγυρική αθώωσή του. Στις υποθέσεις της Marfin και του Ιανού, ανώνυμα τηλεφωνήματα και επιστολές χρησιμοποιήθηκαν εναντίον ανθρώπων που τελικά αθωώθηκαν. Στην υπόθεση της Ηριάννας, ένα ανώνυμο τηλεφώνημα αποτέλεσε μέρος της αφετηρίας μιας δικαστικής περιπέτειας που κατέληξε στη φυλάκισή της. Ακόμη και στην περίπτωση μελών του Ρουβίκωνα, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί επικαλέστηκαν ανώνυμη πληροφορία για να στηρίξουν εξωφρενικές κατηγορίες.
Αυτά δεν είναι ιστορικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτική μνήμη.
Και γι’ αυτό προκαλεί οργή όταν βλέπουμε ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί ή προοδευτικοί να αντιμετωπίζουν σήμερα τις ανώνυμες καταγγελίες σαν περίπου αυτονόητη πηγή «πληροφόρησης».
Γιατί, σύντροφοι, από πότε οι μέθοδοι της Κρατικής Ασφάλειας έγιναν εργαλείο της Αριστεράς; Από πότε το «κάποιος ανώνυμος καταγγέλλει» μετατράπηκε σε «άρα κάτι θα ξέρει»; Από πότε ξεχάσαμε ότι ακριβώς πάνω σε τέτοιες πρακτικές στήθηκαν διαχρονικά σκευωρίες εναντίον αγωνιστών;
Και κυρίως: Από πότε θεωρούμε ότι η πολιτική μας ηθική μπορεί να αλλάζει ανάλογα με το ποιος είναι σήμερα ο στόχος; Γιατί αύριο ο στόχος μπορεί να είμαστε εμείς
Αυτό είναι το στοιχείο που θεωρώ ότι πρέπει να μπει στο κέντρο της συζήτησης.
Δεν υπερασπιζόμαστε την ανωνυμία επειδή αγαπάμε την ανωνυμία. Δεν υπερασπιζόμαστε κάποιον επειδή τον συμπαθούμε. Δεν απορρίπτουμε μια καταγγελία επειδή δεν μας βολεύει πολιτικά.
Υπερασπιζόμαστε μια αρχή.
Την αρχή ότι η καταγγελία πρέπει να διερευνάται και δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη.
Ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι πολυτέλεια. Και ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να διασύρεται, να στοχοποιείται ή να οδηγείται στην καταστροφή επειδή κάποιος —επώνυμα ή ανώνυμα— τον κατηγόρησε.
Γιατί αν σήμερα επικροτούμε το «κάρφωμα» επειδή στρέφεται εναντίον κάποιου που δεν συμπαθούμε, αύριο δεν θα έχουμε κανένα πολιτικό επιχείρημα όταν το ίδιο εργαλείο στραφεί εναντίον ενός δικού μας ανθρώπου. Και τότε θα είναι πολύ αργά.
Το διαδίκτυο δεν είναι δικαστήριο
Εδώ βρίσκεται και η δεύτερη πλευρά. Ένας άνθρωπος μπορεί σήμερα να καταστραφεί κοινωνικά χωρίς να περάσει ποτέ από ανακριτή. Δεν χρειάζονται 599 ημέρες φυλακής. Μπορεί να αρκούν 599 κοινοποιήσεις.
Ένα ανώνυμο κείμενο. Μερικά «έγκυρα» προφίλ που θα το αναπαράγουν. Και ένας στρατός από πρόθυμους δικαστές του πληκτρολογίου.
Η ενοχή θα έχει αποφασιστεί πριν εξεταστεί η υπόθεση. Η κοινωνική εκτέλεση θα έχει ολοκληρωθεί πριν καν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να μιλήσει.
Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι ψηφιακή ανθρωποφαγία.
Και το ακόμη πιο επικίνδυνο είναι όταν αυτή η πρακτική αποκτά «προοδευτικό» περιτύλιγμα.
Όταν άνθρωποι που υποτίθεται ότι γνωρίζουν την ιστορία της κρατικής καταστολής γίνονται οι πρόθυμοι ντελάληδες μιας πληροφορίας που τους παραδόθηκε ανώνυμα. Τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς δημοσιογραφικό. Γίνεται πολιτικό και ιδεολογικό. Γιατί όταν η Αριστερά νομιμοποιεί τις ανώνυμες καταδόσεις, τα «καρφώματα» και τα κατασκευασμένα μηνύματα, δεν κάνει απλώς ένα δημοσιογραφικό λάθος. Ξεπλένει μια μεθοδολογία που ιστορικά χρησιμοποιήθηκε εναντίον της ίδιας.
Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε
Η υπόθεση των 599 ημερών στη φυλακή είναι ένα ακραίο παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν οι αστικοί θεσμοί αποτυγχάνουν να ελέγξουν μια κατηγορία. Οι δικές μας εμπειρίες, όμως, μας διδάσκουν κάτι επιπλέον: Ότι η κατασκευή ενοχής δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των αστυνομικο-δικαστικών μηχανισμών.
Μπορεί να γίνει και κοινωνική διαδικασία. Μπορεί να γίνει δημοσιογραφική πρακτική. Μπορεί να γίνει διαδικτυακή συνήθεια.Και, το χειρότερο απ’ όλα, μπορεί να γίνει αποδεκτή ακόμη και από ανθρώπους που θα έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα.
Γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε απόλυτοι: Ναι στην καταγγελία. Ναι στην προστασία κάθε πραγματικού θύματος. Ναι στη διερεύνηση κάθε σοβαρής υπόθεσης.
Όχι όμως στην καταδίκη χωρίς αποδείξεις. Όχι στα ανώνυμα «καρφώματα» ως πολιτικό εργαλείο. Όχι στα ψηφιακά λαϊκά δικαστήρια. Όχι στην ασφαλίτικη χαφιεδοκουλτούρα με «προοδευτικό» περιτύλιγμα.
Γιατί η Αριστερά δεν μπορεί να απαιτεί δικαιοσύνη όταν διώκονται οι δικοί της και ταυτόχρονα να χειροκροτεί την αυθαιρεσία όταν ο στόχος είναι κάποιος άλλος. Ή υπερασπίζεσαι αρχές ή δεν υπερασπίζεσαι τίποτα. Και η βασικότερη αρχή είναι αυτή: Μην παραδίδεις ποτέ έναν άνθρωπο στον όχλο επειδή κάποιος τον κατηγόρησε. Γιατί σήμερα μπορεί να είναι εκείνος. Αύριο μπορεί να είσαι εσύ. Και τότε ίσως θυμηθείς —λίγο αργά— ότι κάποτε είχες βοηθήσει να στηθεί ο μηχανισμός. Και οι μηχανισμοί, όταν τους νομιμοποιείς, δεν ρωτούν ποτέ ποιανού την πόρτα θα χτυπήσουν την επόμενη φορά.



0 Comments