Αν οι ανώνυμες καταγγελίες που μπορούν να καταστήσουν τον καθένα εν δυνάμει βιαστή, είναι cancel του κράτους Δικαίου και κανιβαλισμός, η μετατροπή της ερωτικής πράξης σε συμβόλαιο είναι εκχυδαϊσμός.
Πηγή: Κώστας Βαξεβάνης – documentonews
Όταν μια κοινωνία αρχίζει να διαπραγματεύεται το αυτονόητο και το κεκτημένο, προετοιμάζεται να χάσει. Όταν ομάδες, πεφωτισμένοι και ειδικοί αναιρούν όσα κατάφερε να κατακτήσει η κοινωνία, όταν αντικαθιστούν τη λογική με τη «λογική» τους και ερμηνεύουν τον κόσμο και τη Δημοκρατία με τις «σπουδαίες» προθέσεις τους, τότε στρώνεται ο δρόμος προς την κόλαση. Όταν η υπεράσπιση του δίκιου αναλαμβάνεται από τους μουτζαχεντίν του «εγώ ξέρω δεν χρειάζεται τίποτα άλλο», τότε το δίκιο είναι το πρόσχημα, όχι το ζητούμενο.
Θεωρητικά, θα έπρεπε να γράφω τις γραμμές αυτές με θυμό, αλλά δυστυχώς τις γράφω με μεγάλη ανησυχία για όσα μπορεί να συμβούν σε μια κοινωνία που ξεχνά τους κανόνες που την προστατεύουν και θεωρεί ως κανόνα τη σχετικοποίηση και την εγωκεντρική ερμηνεία. Το άθλιο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», μετατρέπεται σε ένα «ξέρεις τι μπορώ να σου κάνω εγώ;», σε έναν εξουσιαστικό μικρόκοσμο.
Την προηγούμενη βδομάδα, δημοσιεύτηκε μια ανώνυμη καταγγελία, στην οποία μια γυναίκα θύμα, μιλούσε για τον επανειλημμένο βιασμό της, από πρόσωπο που δεν κατονόμαζε αλλά φωτογράφιζε. Η ανώνυμη καταγγελία, έγινε viral, το όνομα του καταγγελλόμενου ως βιαστή βγήκε στα social για να καλύψει το κενό που είχε το κοινό λόγω της ανωνυμίας και κάποιος έγινε βιαστής σε μερικές ώρες. Δεν ξέρω αν ήταν κιόλας, αλλά σίγουρα έγινε.
Σε ό,τι αφορά την ουσία της καταγγελίας υπάρχουν διάφορα που μπορεί να πει κανείς με όσα περιγράφει, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.
Θα δεχθούμε να κάνουμε «γιούρια», να δικάσουμε και να καταδικάσουμε, επειδή υπάρχει καταγγελία;
Η οχλοποιημένη αντίδραση επί του θέματος, θεωρητικά γίνεται γιατί οι βιασμοί κινούνται σε μια γκρίζα περιοχή με τις Αρχές και το κράτος (ακόμη και την κοινωνία) να φτάνουν στο σημείο να ενοχοποιούν το ίδιο το θύμα. Ισχύει ο άθλιος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι βιασμοί, όπως και ο ίδιος ο φόβος του θύματος που καταλήγει να καλύπτει το δράστη. Αλλά από πότε η αλήθεια και η διαδικασία για να αποδειχθεί, είναι πρόβλημα στο να αποκαλυφθεί το έγκλημα; Το να απαιτεί κάποιος να τηρηθούν οι κανόνες Δικαίου ακριβώς για να βγει η αλήθεια, να μην στηθεί Ιερά Εξέταση και δικαστήρια θυμικού και αυθαίρετης κρίσης, γιατί δεν είναι υπέρ του θύματος;
Αντιθέτως, οι ανώνυμες καταγγελίες που οδηγούν στην υποτιθέμενη κοινωνική καταδίκη αλλά αύριο δεν θα μπορέσουν να στηριχτούν, δημιουργούν ηττοπάθεια και μεγεθύνουν την καχυποψία απέναντι στα θύματα των βιασμών.
Σε ανύποπτο χρόνο, το 2023, ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, γνωστός για τις μάχες του για τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, σε άρθρο του, είχε μιλήσει για την ανάγκη οι αγώνες για την ανάδειξη των φαινομένων της έμφυλης βίας να γίνονται με σεβασμό στους κανόνες Δικαίου. Έγραφε ο επιφανής νομικός:
“Όταν, λοιπόν, υπάρχει τόσο άπλετο πεδίο διεκδίκησης και σύγκρουσης με το κράτος και τους μηχανισμούς του, ώστε να οικοδομηθεί ένα υποστηρικτικό πλαίσιο καταγγελίας των εγκλημάτων έμφυλης βίας και σεξουαλικής κακοποίησης, είναι επιβλαβής για το θύμα η οποιαδήποτε υπόνοια ότι αυτό επιθυμεί την καταπάτηση των δικαιωμάτων του φερόμενου ως δράστη. Τα θύματα της έμφυλης βίας έχουν ήδη υποφέρει αρκετά, ώστε να φορτωθούν, δίπλα σ’ όλα, έναν κρατικό σχεδιασμό ποινικού λαϊκισμού και κατάργησης ενοχλητικών δικαιωμάτων. Γι’ αυτό και ένα κίνημα δικαιοσύνης που ζητά να βάλει τέλος στη σεξιστική βία, ένα κίνημα που αντιμάχεται τους κρατικούς μηχανισμούς που φέρουν βασική ευθύνη για την αναπαραγωγή της, δεν μπορεί παρά να περιφρουρεί τις κατακτήσεις του νομικού πολιτισμού, από δική του στρατηγική επιλογή.
Και ποιες είναι αυτές οι κατακτήσεις; Είναι το δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να ακουστεί και να έχει μια δίκαιη δίκη, να θεωρείται αθώος μέχρις απόδειξης του εναντίου, να διερευνήσει και να εξετάσει τις σε βάρος του μαρτυρίες, να μη φέρει το βάρος της απόδειξης της αθωότητάς του, σε αντίθεση με την κατηγορούσα αρχή που φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής του. Τα δικαιώματα αυτά είναι καρπός μιας μακρόχρονης προσπάθειας των λαών και των κινημάτων, με πρωταγωνιστικό τον ρόλο των γυναικών, να οριοθετήσουν την κρατική αυθαιρεσία. Το κράτος αφήνει την έμφυλη βία ατιμώρητη όχι γιατί περιορίζεται από αυτά τα κατοχυρωμένα δικαιώματα ή γιατί δεν διαθέτει αυστηρό νομοθετικό οπλοστάσιο, αλλά γιατί οι μηχανισμοί του διαπερνώνται από έναν βαθύ και ριζωμένο θεσμικό σεξισμό”
Το θύμα, κάθε θύμα, δεν κινδυνεύει από την τήρηση των κανόνων στην προσπάθεια να βγει η αλήθεια. Η θέση που διατυπώνει ο Θανάσης Καμπαγιάννης, δεν πατάει μόνο πάνω σε μία νομική ανάλυση που αφορά τι είναι δίκαιο και σωστό μόνο. Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα, που το «δίκιο το θύματος» μόνο και μόνο επειδή χαρακτηρίστηκε θύμα, έχει καταλήξει σε αντίστροφα εγκλήματα.
Το site vathikokkino.gr , θύμισε την υπόθεση με ένα κορίτσι στην Ελβετία, που κατήγγειλε την μητέρα της και τον πατριό της για σεξουαλική κακοποίηση και αυτοί φυλακίστηκαν για 599 μέρες, μέχρι που αποδείχθηκε πως ήταν μια κατασκευή του κοριτσιού για εκδικητικούς λόγους. Το ίδιο site όμως θυμίζει και κάτι άλλο. Το πώς οι ανώνυμες καταγγελίες χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ως μέθοδοι της κρατικής αυθαιρεσίας για να ενοχοποιηθούν οι ανεπιθύμητοι. Ο Τάσος Θεοφίλου συνελήφθη και φυλακίστηκε με ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, στην υπόθεση της Ηριάννας πάλι ένα ανώνυμο τηλεφώνημα οδήγησε στη δικαστική της περιπέτεια και τη φυλάκισή της, ενώ στην περίπτωση της οργάνωσης Ρουβίκωνας, η ενοχοποιητική κατασκευή περί τρομοκρατίας στηρίζεται σε «ανώνυμες πληροφορίες». Για να μην θυμηθούμε τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη με τα ανώνυμα τηλεφωνήματα-mail που κατά καιρούς τον οδηγούν στην υπόθεση Marfin.
Η σπουδαία δικαστική συντάκτης Κατερίνα Κατή μου θύμισε μια άλλη υπόθεση τη δεκαετία του 1990. Μια γυναίκα μαχαίρωσε στο Κέντρο της Αθήνας έναν άντρα που όπως είπε την παρενόχλησε σεξουαλικά. Ο άντρας πέθανε (ενώ μάλιστα ήταν σε εξέλιξη η δίκη) αλλά παρ όλα αυτά δημιουργήθηκε ένα πρωτοφανές κίνημα στήριξης της γυναίκας από την κοινωνία και τον Τύπο. Μέχρι που αποδείχθηκε ότι τα πράγματα ήταν αντίστροφα. Ήταν αυτή που είχε παρενοχλήσει τον άντρα.
Κανένας δημοκρατικός άνθρωπος και κανένα κίνημα δεν μπορεί να υιοθετήσει επιπόλαιες μεθόδους στο όνομα του ιερού σκοπού και του θύματος. Το θύμα το ευνοεί η αλήθεια, όχι η ευαισθησία της αυθαιρεσίας.
Οι ανατριχιαστικές περιγραφές στην καταγγελία που δεν μπορώ να αμφισβητήσω (δυστυχώς δεν έχουμε το αντικειμενικό πλαίσιο δημοσιογραφικά τουλάχιστον), εμφανίζουν αυτόν που αποκαλείται τελικώς βιαστής, να έχει μια χειραγωγητική, κακοποιητική, εξευτελιστική συμπεριφορά απέναντι στην κοπέλα.
Επιτρέψτε μου μια κρίση (ναι για κακή τύχη των φονταμενταλιστών της περιστασιακής επανάστασης έχω και θα έχω κρίση) που αφορά το πώς αντιμετωπίζεται ένα αφήγημα με αυτά τα χαρακτηριστικά ως βιασμός. Η χειραγώγηση είναι χειραγώγηση, η κακή συμπεριφορά κακή συμπεριφορά και η άθλια συμπεριφορά απέναντι στον ή στην σύντροφο, άθλια συμπεριφορά. Μπορούμε να προχωρήσουμε για να υποστηρίξουμε όποιο θύμα, στην διαστολή της νομικής έννοιας του βιασμού σε αυτό που έχει άλλη διάσταση και είναι χειραγώγηση ή εκμετάλλευση της διάθεσης του άλλου; Θα κατασκευάσουμε βιαστές για να στηρίξουμε τον αγώνα μας υπέρ των θυμάτων; Θα αφαιρέσουμε από τους όρους την πραγματική διάσταση για τους γεμίσουμε με τον κοινωνικό θυμό μας; Είναι πολύ επικίνδυνο.
Προσέξτε σε τι ακροβατούμε αν κάνουμε τα πάντα σχετικά γιατί υπάρχει ένα θύμα ή «θύμα». Η ερωτική πράξη, πρέπει να έχει συναίνεση. Αν τώρα πάμε από το υπάρχει ή δεν υπάρχει συναίνεση στο «όταν συναινούσε, το εννοούσε ή όχι;» τότε παύουν να υπάρχουν τα αντικειμενικά κριτήρια και πάμε σε ερμηνείες. Πώς μπορεί να διαπιστωθεί αν η συναίνεση που δόθηκε τελικώς δεν ήταν συναίνεση; Πρακτικά εννοώ. Αλλά υπάρχει και άλλη διάσταση, να πάμε στο «ακόμη και όταν το εννοούσε ήταν σε καλή διάθεση που εγγυάται ότι το εννοούσε;». Η κατάληξη σε όλη αυτή την σχετικοποίηση των αντικειμενικών κριτηρίων (νομικών ή λογικής) καταλήγει σε παραλογισμό. Μήπως για να συνευρεθούν δύο άνθρωποι καταλήξουμε να χρειάζεται προφορική δήλωση συναίνεσης, μια γραπτή δήλωση open.gov και ενδεχομένως βεβαίωση τρίτου πιστοποιητή ότι οι δηλώσεις έχουν γίνει εκατέρωθεν σε καλή διάθεση; Μοιάζει υπερβολή αλλά είναι και κίνδυνος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον κίνδυνο να πέσει κάποιος θύμα εκδίκησης με τον τρόπο αυτό, αλλά και στον κίνδυνο μιας γενικής στρέβλωσης για το τι τελικώς θέλουμε, επιτρέπεται ή μας απειλεί.
Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, στο βιβλίο του «Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος» προειδοποιεί ότι αν υιοθετηθούν τέτοιες πρακτικές οι ερωτικές σχέσεις μετατρέπονται σε ένα είδος διαρκώς αποδεικτέου συμβολαίου. Οι συμμετέχοντες στην πράξη πρέπει να πιστοποιούν ή μπορούν και να αναιρούν ό,τι εννοούσαν για διάφορους λόγους. Ο έρωτας από ουσιαστική πράξη των ανθρώπων μετατρέπεται σε συμβολαιϊκή πράξη ή και πράξη εκδίκησης. Η ερωτική περιπέτεια της ζωής μπορεί να γίνει κατηγορία βιασμού.
Ο Μπρυκνέρ αναφέρεται μάλιστα τις θέσεις ακραίων νεοφεμινιστριών που υποστηρίζουν πως για να πιστοποιείται με ασφάλεια η συναίνεση, πρέπει ένα ζευγάρι να βιντεοσκοπεί τις πράξεις του επί μήνες για να μην υπάρχει αμφιβολία. Όχι μόνο χωράει τρίτος ανάμεσα σε δύο αλλά είναι ο μπάτσος των συναισθημάτων και των ερωτικών μας πράξεων.
Αν οι ανώνυμες καταγγελίες που μπορούν να καταστήσουν τον καθένα εν δυνάμει βιαστή, είναι cancel του κράτους Δικαίου και κανιβαλισμός, η μετατροπή της ερωτικής πράξης σε συμβόλαιο είναι εκχυδαϊσμός. Και του ανθρώπου και του έρωτα.
ΥΓ 1: Για τραγική ειρωνεία, λίγο αφότου έγραψα το άρθρο για την καταγγελία , ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο, δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση μέρα μεσημέρι, στο Κέντρο της Αθήνας. Η τραγική πιστοποίηση στον κύκλο μου πως το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Είναι λογικό ο θυμός μου γι αυτό να με κάνει να αποδέχομαι κάθε κατηγορία για βιασμό;
ΥΓ 2: Επειδή για κάποιους όλα αυτά είναι ψιλά (και φιλοσοφικά) γράμματα που τους χαλάνε το αφήγημα του ειδήμονα περί τα δικαιώματα και το ορθό και θα βγουν πάλι να πουν ότι ξεπλένω τον βιαστή, είναι προφανές ότι η άποψη αυτή μου είναι αδιάφορη. Όπως έχω γράψει και παλιότερα «μερικοί κριτές είναι σαν τους ευνούχους, ξέρουν τα πάντα γύρω από το σεξ αλλά δεν έχουν κάνει ποτέ». Άλλωστε αυτοί ξέρουν και έχουν επιλέξει, να καταγγέλουν, να δικάζουν και να καταδικάζουν αμετάκλητα χωρίς κανένα φόβο αμφισβήτησης.



0 Comments