Το κόμμα δεν μπορεί να είναι ουδέτερο απέναντι στη θρησκεία και κάνει αντιθρησκευτική προπαγάνδα ενάντια σε κάθε είδους θρησκευτικές προλήψεις, γιατί το κόμμα είναι υπέρ της επιστήμης, ενώ οι θρησκευτικές προλήψεις στρέφονται ενάντια στην επιστήμη. Περιπτώσεις, σαν κι’ αυτές της Αμερικής, όπου τελευταία καταδίκασαν τους δαρβινιστές, είναι αδύνατον να παρουσιαστούν στη χώρα μας, γιατί το κόμμα ακολουθεί πολιτική υπεράσπισης της επιστήμης με όλα τα μέσα.
Β.Ι Στάλιν
Η σημερινή είδηση της επίσκεψης του Γενικού Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, στο «Ιωνικό Κέντρο» της Νέας Ιωνίας, και η ξενάγησή του από τον Μητροπολίτη Γαβριήλ, δεν προκαλεί σε μας καμιά αμηχανία. Αποτελεί άλλη μια ψηφίδα στο μωσαϊκό μιας μακρόσυρτης πολιτικής διολίσθησης, όπου οι δημόσιες σχέσεις και ο θεσμικός σαβουάρ βιβρ αντικαθιστούν την ταξική, ασυμβίβαστη πάλη. Πόσο μάλλον όταν διαβάζεις στην ιστοσελίδα της Μητρόπολης ότι όχι απλώς «με ιδιαίτερη θέρμη, υποδέχθηκε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Γαβριήλ», τον κ. Κουτσούμπα, αλλά ότι έγινε και «ιδιαίτερη αναφορά στον νεόδμητο Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτου, Πολιούχου της Ιεράς Μητροπόλεως, όπου φυλάσσεται πλέον το άφθαρτο ιερό Σκήνωμά του». (Η νεκροφιλία είναι αγαπημένο χαρακτηριστικό της παπαδίστικης ιεραρχίας)
Αν ζούσαν οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, θα έτριβαν τα μάτια τους με την ευκολία με την οποία η ηγεσία ενός αυτοαποκαλούμενου κομμουνιστικού κόμματος νομιμοποιεί ως «κοινωνικό εταίρο» έναν από τους πιο αντιδραστικούς ιδεολογικούς και οικονομικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους.
Για τον μαρξισμό-λενινισμό, η Εκκλησία και η ανώτατη ιεραρχία της δεν υπήρξαν ποτέ ουδέτεροι φορείς πολιτισμού ή φιλανθρωπίας. Όπως σημείωνε ο Φρίντριχ Ένγκελς, η Εκκλησία αποτελεί διαχρονικά έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς πυλώνες και γαιοκτήμονες, ένα οργανικό κομμάτι της κυρίαρχης τάξης. Σήμερα, η αστική τάξη χρησιμοποιεί αυτούς τους θεσμούς με τον τρόπο που περιέγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής: ως μηχανισμούς «ιδεολογικής ηγεμονίας», ως έναν πνευματικό αστυνόμο που διαμορφώνει τη συναίνεση των μαζών και εξασφαλίζει τη σταθερότητα του status quo.
Όταν η ηγεσία του κόμματος ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις με τους εκπροσώπους της θρησκευτικής ιεραρχίας, ξεχνά την ουσία της λενινιστικής κατεύθυνσης. Ο Β. Ι. Λένιν στο μνημειώδες έργο του “Σοσιαλισμός και Θρησκεία” (1905) ήταν κατηγορηματικός: «Στους καταπιεζόμενους η θρησκεία διδάσκει υποταγή και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τους με την ελπίδα της ουράνιας ανταμοιβής… Είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους». Ο Λένιν ξεκαθάριζε ότι, ενώ το κράτος πρέπει να αντιμετωπίζει τη θρησκεία ως ιδιωτική υπόθεση, το επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί ποτέ να θεωρεί την πάλη ενάντια στο «όπιο του λαού» ως ιδιωτική ή δευτερεύουσα υπόθεση.
Η πολιτική των χαμόγελων και των κοινών ξεναγήσεων με τη δεσποτοκρατία δεν είναι μια αθώα «διπλωματική» κίνηση. Είναι η ζωντανή επιβεβαίωση της κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης, όπου η ανάγκη για ψηφοθηρική διείσδυση σε συντηρητικά ακροατήρια οδηγεί στην υποστολή των ιδεολογικών σημαιών. Αντί για την αποκάλυψη του ρόλου της Εκκλησίας στην αποχαύνωση της λαϊκής συνείδησης και στην υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου, επιλέγεται η λογική της θεσμικής ομαλότητας.
Η εργατική τάξη δεν έχει ανάγκη από κομμουνιστές ηγέτες που φωτογραφίζονται με χρυσές ποιμαντορικές ράβδους, αλλά από μια πρωτοπορία που θα αναδεικνύει, με τα λόγια του Καρλ Μαρξ, ότι η θρησκευτική παρηγοριά είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, μια ψευδαίσθηση που πρέπει να ανατραπεί για να διεκδικήσει ο λαός την πραγματική του ευτυχία επί της γης. Κάθε συμβιβασμός σε αυτό το μέτωπο απλώς παρατείνει την πνευματική και ταξική υποδούλωση.



0 Comments