Λάθος ξεκαθάρισμα λάθος λογαριασμών

Περπατάμε τοίχο τοίχο, μη φάμε καμιά αδέσποτη που προορίζεται για άλλον

Περπατώ τοίχο τοίχο, γιατί δεν ξέρω πια από που θα με πετύχουν. Όχι, δεν έχω πειράξει ποτέ στη ζωή μου κανέναν ούτε έχω εχθρούς. Πού ξέρεις όμως τι σου ξημερώνει σε τούτη τη δυστοπία; Μπορεί εκεί που περπατάς στον δρόμο, μέρα μεσημέρι, να φας καμιά αδέσποτη σφαίρα που προοριζόταν για άλλον, λάθος ξεκαθάρισμα των λάθος λογαριασμών. Πολύ ήθελε, να έβγαινε κανένας φουκαράς συνταξιούχος στο μπαλκόνι του, αξημέρωτα σήμερα στον Άλιμο, να φάει τις ριπές του αλλουνού; Τι θα έγραφαν πάνω στον τάφο του; «Συγγνώμη, λάθος»;

Ειδικά οι δημοσιογράφοι είμαστε και ευπαθείς ομάδα. «Ψόφα εσύ και θα τα βρει η υπηρεσία», φοβάμαι ότι θα μου πει ο φονιάς της παρακάτω γωνίας, συμβεβλημένος με κακοποιούς του κοινού πολιτικού δικαίου, με συμβόλαιο σαν αυτά που κατηγορείται ότι ενορχήστρωσε εκείνος ο Μένανδρος, Μαίανδρος, δεν θυμάμαι και πώς τον λένε.

«Φάε έναν δημοσιογράφο και ας είναι όποιος να ‘ναι», θα είναι η οδηγία του. «Όλοι ίδιοι είναι. Δεν χρειάζεται να ξέρεις εσύ τι έχει κάνει το θύμα. Αρκεί που ξέρει αυτό».

Και μπαμ. Και κάτω. Όπως εκείνο το απόγευμα, που άκουσα από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα του σπιτιού μου πυροβολισμούς από αυτόματο όπλο λες και ήμουν σε ταινία κι έπειτα έμαθα για τη δολοφονία ενός σεσημασμένου κακοποιού της περιοχής από άλλους σεσημασμένους κακοποιούς της περιοχής. Αυτός στην κουρσάρα του, αυτοί σε μοτοσυκλέτα που σταμάτησε δίπλα του. Και εγώ στο παραδιπλανό φανάρι, τρία λεπτά νωρίτερα. Λαχείο.

Η Ελλάδα του 2021 εξελίσσεται σε μία Κολομβία της Ευρώπης, όπου οι καρτελίστες φοράνε γραβάτες, μπαινοβγαίνουν σε κυβερνητικά γραφεία και παριστάνουν τους άριστους. Καμιά φορά φοράνε και καρτελίτσες, για να συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια.

Μη μου πείτε ότι δεν φοβάστε, γιατί θα βάλω τις φωνές να φοβηθείτε. Τον φουκαρά τον Καραϊβάζ τον έκαναν σουρωτήρι μέρα μεσημέρι και δεν καταδέχτηκε να τον κλάψει ούτε ο Μητσοτάκης. Ο Γκιόλιας δολοφονήθηκε στην είσοδο του σπιτιού του από κοινούς εγκληματίες, αλλά το παρακράτος που μας κυβερνούσε μηχανεύτηκε …ακροαριστερή τρομοκρατία.

Μάρτυρες πολύκροτων κακουργημάτων τσιμεντώνονται σαν την Ακρόπολη, πρόσωπα κλειδιά εξαφανίζονται σαν τη σοσιαλιστική συνείδηση του Χρυσοχοΐδη, νοικοκυραίοι πανηγυρίζουν για τις επιχειρήσεις αρετής των Εξαρχείων την ίδια ώρα που τα ΜΑΤ μπουκάρουν μες στα σπίτια τους για να τους δείρουν και η ζωή τραβάει την κατηφόρα, μία κατηφόρα που όμοιά της δεν έχει ξαναγνωρίσει ο τόπος σε καιρούς δημοκρατίας. Ή σχεδόν δημοκρατίας.

Δολοφονήθηκε 39χρονος πρωταθλητής της πυγμαχίας, παιάνισε το ρεπορτάζ. Κοπιάστε, έχει αίμα και σπέρμα, αφήστε τα Γλυκά Νερά τώρα, μπαγιάτεψαν φρέσκα κουλούρια πουλάει ο κουλουράς.

Ότι; «Ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Διότι; «Είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για συμμετοχή στα κυκλώματα της νύχτας». Μα ποιος; Ο Μπερδέσης, που θυμάμαι να γράφω για αυτόν στην Ελευθεροτυπία όταν είχε προκριθεί για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου. Πόσο καιρό έμεινε στη φυλακή ο στυγερός εγκληματίας; Μηδέν. Τι μηδέν; Μηδεμία μέρα. Ότι; Αθωώθηκε παμψηφεί στο δικαστήριο, αλλά περίμενε, έχει κι άλλα. Τι άλλα; Είχε κατηγορηθεί επίσης ότι προκάλεσε τον θάνατο ενός άλλου πυγμάχου πάνω στον αγώνα. Βρε, τον αχρείο. Και πόσο καιρό έμεινε στη φυλακή; Μηδέν. Τι μηδέν, πάλι; Ούτε μία μέρα. Ότι; Αθωώθηκε παμψηφεί και σε αυτό το δικαστήριο. Οπότε; Οπότε ήταν καθαρός. Αλλά; Δεν έχει άλλο «αλλά», ήταν άνθρωπος της νύχτας λέμε, συγκεντρώσου πια, ο άνθρωπος δούλευε πόρτα στα μαγαζιά. Οπότε; Ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Ωχου, κι εσύ, περίεργος είσαι…  

Aκούστε. Δεν γεννήθηκα χθες και δεν συναντιέμαι για πρώτη φορά με τα κατατόπια όπου βρίσκουν μεροκάματο οι χειροδύναμοι λεβέντες από τα «βαριά» αθλήματα. Ξέρω πολύ καλά, ότι πολλοί αρσιβαρίστες, παλαιστές, πυγμάχοι, καρατέκα και δεν ξέρω τι άλλο, δουλεύουν ως πορτιέρηδες, ως νταβάδες, ως μπράβοι και άλλα τέτοια θεόπνευστα. Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, εκτός από δημοσιογράφος.

Επιπλέον, γνωρίζω πολύ καλά ότι τις νόμιμες από τις παράνομες μπίζνες της νύχτας (και της μέρας) τις χωρίζει μία λεπτή, κατάμαυρη γραμμή. Ορισμένα ρεπορτάζ τα αποφεύγω όπως ο διάολος το λιμάνι, για να μπορώ να κοιμάμαι ήσυχος όταν σβήνω το φως. Ας τον αλλάξει κάποιος άλλος τον κόσμο και ας το πάρει κάποιος άλλος το Πούλιτζερ.

«Γίνεται της πουτάνας στις εκλογές της Ομοσπονδίας ξερωγώ Πάλης, με απειλές, εκβιασμούς και ξυλοδαρμούς, γράψε ένα δισέλιδο για την Κυριακή». Χμ, καλύτερα όχι. «Σκοτώνονται πάλι στην Άρση Βαρών, πήγαινε να δεις τι γίνεται». Μπα, έχω να λουστώ και δεν προλαβαίνω. «Λάβαμε μια καταγγελία για νονούς της νύχτας στην Πυγμαχία, γράψε κάτι να γινει τζέρτζελο». Αδυνατώ, κύριε προϊστάμενε, πονάει το χεράκι μου από το εμβόλιο.

Καλούμεθα λοιπόν να αποδεχθούμε ότι οι «άνθρωποι της νύχτας» έχουν τον δικό τους νόμο και επιτρέπεται -για να μη πω επιβάλλεται- να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον και να αιματοκυλίζουν το σύμπαν ανεμπόδιστοι, εικοσιτέσσερις σφαίρες το εικοσιτετράωρο;

Η ένδειξη «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» τείνει να γίνει επισήμως συνώνυμο της φράσης «ας μη μπερδευόμαστε στα πόδια τους, αδίστακτοι φονιάδες είναι αυτοί, αφήστε τους να σκοτώνονται μεταξύ τους, πού να μπλέκεις τώρα, αν θέλατε κανονική αστυνομία ας μας πληρώνατε καλύτερα».

Η τελευταία υποσημείωση υπεισέρχεται πάντοτε στην εξίσωση, ιδίως όταν ζητάς εξηγήσεις από κανέναν ένστολο που κυνηγάει μηχανάκηδες χωρίς δίπλωμα αντί για κακοποιούς. «Φτωχόπαιδο από την επαρχία είμαι ρε φιλε, τι θέλεις δηλαδή, να πάω να σκοτωθώ για τρεις κι εξήντα;»  Ας διάλεγες άλλο επάγγελμα, φτωχόπαιδο από την επαρχία.

Πηγή: Νίκος Παπαδογιάννης – “Κουτί της Πανδώρας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *