Πηγή: Από την Σπίθα στην Φλόγα
✍️Γράφει η Αργυρώ Συρμακέζη
Στα πλαίσια της πλούσιας ανταλλαγής απόψεων σε σχέση με το κόμμα, το μέτωπο, την επαναστατική πάλη και την συμβατότητα ή μη των διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων του ανταγωνιστικού κινήματος, επιλέγω να συμβάλλω και εγώ ως μέλος της Λαϊκής Δράσης και του Μετώπου Λαϊκού Αγώνα «Ηλέκτρα Αποστόλου».
Αφορμή για το άρθρο μου αυτό στάθηκε το άρθρο του συναγωνιστή και συναδέλφου Βασίλη Λιόση με τίτλο «Κομμουνιστές και αναρχία: δρόμοι ασύμβατοι».
Αρχικά, διαφωνώ κάθετα με την επιλογή της συγκεκριμένης εικόνας του άρθρου που χρησιμοποίησε ο σύντροφος Βασίλης και με τις γενικεύσεις σε επίπεδο μορφών μέσων πάλης που προχωρεί μέσα στο κείμενο.
Για δύο λόγους:
1) Γιατί παρουσιάζει τους κομμουνιστές ως «διανοούμενους».
2) Γιατί προσβάλει έναν πολιτικό χώρο με συγκεκριμένες ομάδες του οποίου συνεργαζόμαστε και δεν έχουν καμία σχέση με αυτή την γενικευμένη περιγραφή των πρακτικών την οποία παρουσιάζει.
(Δεν χρειάζεται να του υπενθυμίσω πως στην πρόσφατη ιστορία τμήματα του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος επενέβησαν το 2017 για την ομαλή διεξαγωγή του τριημέρου του Πολυτεχνείου. Αλλά και για έναν ακόμη βασικό πολιτικό λόγο: Γιατί ένα κείμενο τόσο πολεμικό, δείχνει φόβο (που προσωπικά δεν καταλαβαίνω από πού προκύπτει).
Πάμε στα υπόλοιπα ωστόσο:
Ας πάρουμε τα πράγματα ένα προς ένα.
Η επιλογή να παρουσιαστεί η σχέση κομμουνιστών και αναρχικών ως μια σχέση καθόλα ασύμβατη, γενικά και αόριστα, χωρίς δυνατότητα κοινής δράσης σε συγκεκριμένα πεδία, αποκτά σεχταριστικά χαρακτηριστικά, ως κάποιου τύπου φυσικός νόμος.
Όμως η ίδια η λενινιστική θεωρία αλλά και η επαναστατική ιστορία έχουν αποδείξει το αντίθετο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ισπανική Επανάσταση του 1936 όπου παρατηρούμε τακτική συνεργασία μεταξύ των δύο ρευμάτων ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο.
Σε αυτό το αναγκαίο αντιφασιστικό μέτωπο πάλης, λίγο πριν την έναρξη του Β’ Π.Π., τα δύο ιδεολογικά ρεύματα συνεργάστηκαν τακτικά ενάντια στον κοινό εχθρό.
Ο κοινός ένοπλος αγώνας και το ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο αποδεικνύουν ότι υπό την πίεση της ταξικής πάλης, οι θεωρητικές αντιθέσεις δεν εμπόδισαν την τακτική συνεργασία.
Επομένως, η παρουσίαση των δύο ρευμάτων ως απολύτως ασύμβατων σε τακτικό επίπεδο και σε όλες τις ιστορικές φάσεις αποτελεί ιδεολογική απλούστευση που αγνοεί τη συγκεκριμένη κάθε φορά κίνηση της ταξικής πάλης.
Η έννοια της τακτικής συνεργασίας έναντι της στρατηγικής συνεργασίας είναι η ουσία που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν, από μαρξιστική – λενινιστική σκοπιά.
Στο έργο του «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού» ο Λένιν επιμένει ότι η επαναστατική πολιτική απαιτεί ελιγμούς, προσωρινές συμφωνίες και δράση εκεί όπου βρίσκονται οι μάζες.
Όμως, παράλληλα, οι επαναστάτες κομμουνιστές, οφείλουν να καθοδηγούν το αυθόρμητο, να το κάνουν συνειδητό, να στρέφουν την λαϊκή αντιβία και αυτενέργεια προς την διάλυση του αστικού κράτους, της παλιάς κρατικής μηχανής.
Τι θα έπρεπε να κάνει ένα επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αν υπήρχε, στην Ελλάδα κατά τη λαϊκή εξέγερση του 2008; Μα φυσικά να συγκρούεται μαζί με τη νεολαία και το λαό, με τα πιο φτωχοποιημένα και καταπιεσμένα τμήματά του, ώμο με ώμο. Να καθοδηγήσει τις μάζες, να οξύνει ακόμα περισσότερο την ταξική σύγκρουση, να στοχοποιήσει το κράτος και τις υποδομές του, να αναδείξει τον ρόλο του ιμπεριαλισμού και της εξάρτησης.
Τι θα έπρεπε να κάνει ένα επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αν υπήρχε, στην Ελλάδα μετά το κρατικό – καπιταλιστικό έγκλημα των Τεμπών; Μα φυσικά να δημιουργήσει τους όρους για Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, να λειτουργήσει ως πρωτοπορία, να μην περιμένει πότε θα μαζικοποιηθεί το κίνημα για να πετάξει πέτρα, να αποτελέσει τον πυροκροτητή της λαϊκής οργής που σιζοβράζει, να δώσει μορφή και επαναστατικό περιεχόμενο σε αυτή.
Ναι, η συγκρότηση επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος είναι αναγκαία.
Ναι, η συγκρότηση αντιφασιστικού – αντιιμπεριαλιστικού μετώπου είναι αναγκαία.
Η διαφορά με την ένδοξη ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος την περίοδο 1940 – 1949 είναι η έλλειψη του κόκκινου νήματος που συνδέει την επαναστατική ιστορία, τις μαχητικές πρακτικές των κομμουνιστών ενάντια στους μοναρχοφασίστες και το παρακράτος.
Στην Ελλάδα, όσοι λένε ότι είναι μαρξιστές – λενινιστές έχουν δυστυχώς κόψει τον ομφάλιο λώρο με την ίδια την ιστορία τους.
Είναι σαφές ότι στα μάτια του λαού και της εργατικής τάξης, συνολικά ο χώρος της αριστεράς έχει καταντήσει μια γελοιογραφία. Οι πάμπολλες θεωρητικές αναλύσεις χωρίς να εφαρμόζονται στην πράξη, η ξύλινη γλώσσα, η έλλειψη σύγκρουσης με το κράτος και τους μηχανισμούς του, η γραφειοκρατικές συνδικαλιστές ηγεσίες και η οικονομίστικη λογική έχει οδηγήσει σε σοβαρή έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις δυνάμεις του εργατικού λαϊκού και ανταγωνιστικού κινήματος συνολικά.
Η επαναστατική δήθεν «καθαρότητα», οι απόλυτες άκαμπτες φόρμουλες και η πολιτική απομόνωση δεν αποτελούν πετυχημένη συνταγή στον δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του Λένιν: «Οι “αριστεροί” συμπεριφέρονται σαν δογματικοί που δεν έχουν πάρει ποτέ μέρος σε πραγματική επανάσταση».
Ο λαός αυτά τα καταλαβαίνει, και μας γυρνάει την πλάτη. Οδηγείται σε μονοπάτια αντιδραστικά, παραπλανάται από το φασιστικό παρακράτος και τις ακροδεξιές δυνάμεις, και εμείς συνεχίζουμε με τα μεγάλα λόγια και τα λίγα έργα. Ειδικά σε μετωπικό επίπεδο…
Οι ίδιοι οι μπολσεβίκοι πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, συνεργάζονταν τακτικά τόσο με τους μενσεβίκους όσο και με σοσιαλεπαναστάτες παρότι είχαν βαθιές στρατηγικές διαφωνίες και με τους δύο.
Το συμπέρασμα λοιπόν, βάσει της επιτυχημένης ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος είναι ότι η λενινιστική γραμμή ξεχωρίζει την στρατηγική αυτοτέλεια και την πάλη σε επίπεδο αρχών από τις τακτικές συμμαχίες ενάντια στον κοινό εχθρό πριν την επανάσταση.
Άλλωστε, κάθε επαναστατικό κόμμα που δεν ξέρει να ελίσσεται και να κάνει τακτικούς συμβιβασμούς και συμμαχίες, είναι καταδικασμένο στην αποτυχία του στόχου του, δηλαδή στη διάλυση του αστικού κράτους και στην μετάβαση στη δικτατορία του προλεταριάτου.
Δεν τα λέω εγώ, τα λέει ο Λένιν…
Όσον αφορά, την έννοια του κράτους, εδώ τα πράγματα περιπλέκονται και αποπροσανατολίζουν ακόμα περισσότερο.
Όχι, για τους μαρξιστές – λενινιστές το αστικό κράτος τοποθετείται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης. Το αστικό κράτος και η διάλυσή του δεν αποτελούν ένα δευτερεύον ζήτημα.
Δυστυχώς, η διατύπωση ότι η αντιπαράθεση με το αστικό κράτος δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αποτελεί ένα ουσιαστικό σφάλμα που αποπροσανατολίζει και αποδυναμώνει την επαναστατική στρατηγική.
Το κράτος είναι μηχανισμός καταπίεσης μιας τάξης πάνω σε μια άλλη. Με λίγα λόγια, η αστική τάξη δεν καταπιέζει με κάποιον αφηρημένο τρόπο αλλά μέσω ακριβώς των μηχανισμών του κράτους της: την αστυνομία, την δικαστική εξουσία κ.ο.κ.
Ο Ιωσήφ Στάλιν έγραφε: «Δεν αρκεί η κατάληψη της εξουσίας — απαιτείται η καταστροφή της παλιάς κρατικής μηχανής».
Το συμπέρασμα είναι σαφές και ένα:
Χωρίς την καταστροφή του αστικού κράτους και την οικοδόμηση της δικτατορίας του προλεταριάτου με ακόμα πιο έντονη την ταξική σύγκρουση, η αστική εξουσία παραμένει άθικτη, ανεξάρτητα από τις αποκαλύψεις στα μάτια της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας σχετικά με τον ρόλο των κρατικών μηχανισμών, της αστικής τάξης, των μονοπωλίων κ.ο.κ.
Με λίγα λόγια, χρειαζόμαστε επανάσταση όχι μεταρρύθμιση…χρειαζόμαστε κατάληψη της εξουσίας, για την ανεξαρτησία και τη λαοκρατία, για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό και όχι μια στείρα οικονομίστικη ανάλυση/καταγγελία των εκμεταλλευτικών σχέσεων.
Για την παραπάνω διαδικασία τα διάφορα μέσα πάλης του επαναστατικού κινήματος είναι αποδεκτά, αρκεί να υπηρετούν τον σκοπό. Ο σκοπός καθορίζει τα μέσα και αυτά επιλέγονται με βάση του αν εξυπηρετούν τον σκοπό. Από την συμμετοχή στις εκλογές έως την ένοπλη αντιπαράθεση, αλλά και όλο το φάσμα ενδιάμεσα, αυτά τα εργαλεία καθυποτάσσονται στον τελικό σκοπό, την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο.
Βέβαια, η αλλεργία ορισμένων κομματιών της αριστεράς προς συγκεκριμένα μέσα πάλης που χρησιμοποιούνται ενώ η πλήρης αποδοχή άλλων μέσων πάλης όπως οι εκλογές δημιουργούν μια σοβαρή κρίση DNA και χαρακτηριστικών.
Τίθεται ένα ερώτημα: γιατί ορισμένα μέσα πάλης είναι αποδεκτά ενώ κάποια άλλα όχι;
Κρίνεται ανά συνθήκη, σωστό!
Μπορούμε όμως να απορρίψουμε συνολικά όλες τις μαχητικές μορφές αντιπαράθεσης με το αστικό κράτος και τον ιμπεριαλισμό, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες;
Μήπως η υποτιθέμενη πρωτοπορία πρέπει να ρίξει λίγο λάδι στη φωτιά;
Όταν ήταν ώριμες οι συνθήκες, όταν ο ίδιος ο ανοργάνωτος λαός, μαζικά το έκανε πράξη, οι οργανωμένες κομμουνιστικές δυνάμεις τι κάνανε; Προώθησαν την ταξική πάλη; Και αν ναι πως; Και αν όχι γιατί;
Εγώ εκτιμώ πως δεν την προώθησαν, το παράδειγμα της κεντρικής γραμμής και στάσης των οργανωμένων κομμουνιστικών δυνάμεων κατά την εξέγερση του 2008 είναι χαρακτηριστικό.
Ευτυχώς ορισμένοι κομμουνιστές και κομμουνίστριες το κάνανε πράξη, κρατήσαν το επαναστατικό νήμα.
Στο σήμερα, βρισκόμαστε σε μια περίοδο, όπως έχουμε αναλύσει χιλιάδες φορές, που χαρακτηρίζεται από την προετοιμασία ξεσπάσματος ενός γενικευμένου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η χώρα μας εμπλέκεται ενεργά στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ, η αξιοπρέπεια και η δυνατότητα του λαού μας για επιβίωση μειώνεται μέρα με τη μέρα, η κρατική και παρακρατική τρομοκρατία οξύνονται, ο λαός μετατρέπεται σε εχθρός. Η προοπτική κινδυνεύει να χαθεί.
Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, οφείλουμε στο εδώ και στο τώρα να αποτελέσουμε τον πυροκροτητή της ταξικής σύγκρουσης σε μαζικό επίπεδο, να συγκροτήσουμε μέτωπα με αντιφασιστική και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, να συμμαχήσουμε τακτικά με όλους όσους στέκονται από την εδώ πλευρά του οδοφράγματος.
Ο τριτοδιεθνισμός στην πράξη είναι ο αγώνας για την συνένωση των πολιτικών δυνάμεων σε ενιαίο κοινωνικό πολιτικό μέτωπο για την ήττα του ΝΑΤΟ, την Ανεξαρτησία και την Λαοκρατία στη χώρα μας αλλά και η διαμόρφωση κοινής δράσης ανάμεσα σε όλες τις οργανωμένες και υγιείς τάσεις του κινήματος, με σκοπό την ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών αγώνων.
Τα υπόλοιπα είναι πολυτέλειες…


0 Comments