Η δίκη της ένοπλης αντιδικτατορικής οργάνωσης «Λαϊκή Πάλη», μέσα από τις σελίδες βιβλίου του Σ. Κατσαρού.

Μια από τις πιο σημαντικές δίκες αγωνιστών του αντιδικτατορικού αγώνα, ξεκινoύσε σαν σήμερα, 29 Γενάρη του 1970 στο Εκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Ηταν των μελών της ένοπλης αντιδικτατορικής οργάνωσης «Λαϊκή Πάλη»,

 Αν αυτή η δίκη και οι συγκεκριμένοι αγωνιστές μνημονεύονται σπάνια σε σχετικά αφιερώματα, είναι γιατί ο πυρήνας της ήταν μια μικρή φοιτητική ομάδα στη Θεσσαλονίκη που είχε το όνομα Εργατική Πάλη και ιδεολογικά κινούνταν στο πλαίσιο της 4ης Διεθνούς (Τροτσκιστές). Είχε επίσης σχέσεις με την τροτσκιστική οργάνωση “Εργατική Πρωτοπορία”. Στην πορεία αποφάσισε να διευρυνθεί και μετονομάστηκε “Λαϊκή Πάλη” έχοντας πλαισιωθεί με άτομα από την ΚΝΕ, όπως ο Πέτρος Έλκας, αγωνιστές προσκείμενους στο Ρήγα Φεραίο, όπως ο Ηλίας Οικονόμου και ο Καϊσίδης, και τον Τάσο Δαρβέρη στέλεχος της προδικτατορικής Αναγέννησης. Ηταν επίσης ότι βασικό της στέλεχος υπήρξε ο Στέργιος Κατσαρός “κόκκινο πανί” για κάποιους χώρους της αριστεράς.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η «Λαϊκή Πάλη» είχε ξεκινήσει τη δράση της τον Μάιο του 1967 με προκηρύξεις και σχεδίαζε να χτυπήσει με βόμβες διάφορα κυβερνητικά κτίρια, το αμερικανικό προξενείο, τα γραφεία του ΝΑΤΟ και τις εγκαταστάσεις της ΕΣΣΟ-ΠΑΠΑΣ.

Οι ποινές που τους επέβαλε το στρατοδικείο ήταν απίστευτα βαριές. τέσσερις (Σ. Κατσαρός, Αντ. Λιάκος, Τ. Δαρβέρης, Τ. Μηταφίδης) καιαδικάστηκαν σε σε ισόβια, τρεις (Η. Οικονόμου, Π. Καϊσίδης, Μ. Αραμπατζόγλου) σε κάθειρξη 10-18,5 χρόνων και δύο (Π. Ελκας, Λ. Καπώνης) σε φυλάκιση.

Η ιστορία αυτής της οργάνωσης αποτυπώνεται αναλυτικά στις αναμνήσεις δύο από τους πρωταγωνιστές της -του αείμνηστου Δαρβέρη («Μια ιστορία της νύχτας», εκδ. Τρίλοφος, Θεσ/νίκη 1983 και Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2002) και του Κατσαρού («Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», εκδ. Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2000),

Επιλέξαμε να παραθέσουμε το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο του Στέργιου Κατσαρου

Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

Από την απομόνωση της Ασφάλειας βρεθήκαμε στριμωγμένοι στο τμήμα μεταγωγών. Εννέα άνθρωποι σε τριάντα τετραγωνικά μέτρα. Πάνω από δεκαπέντε τετραγωνικά έπιαναν τα στρώματα. Στο λίγο χώρο που έμενε συνωστιζόμασταν τις ώρες που δεν κοιμόμαστε. Ο θάλαμος άνοιγε κάποιες ώρες, αλλά καθώς ήταν φθινόπωρο δεν μπορούσαμε να μείνουμε και πολύ έξω.

Ο συνωστισμός, η ταλαιπωρία από την ανάκριση και η κακή διατροφή είχαν άμεση συνέπεια στην υγεία μας. Υπήρξαν περιπτώσεις που χρειάστηκε κάποιοι σύντροφοι να μεταφερθούν στο νοσοκομείο. Με αφορμή τα περιστατικά αυτά η Ασφάλεια έδινε δήθεν κάποιες πληροφορίες για τις σχέσεις που επικρατούσαν ανάμεσά μας. Οι αφελείς δημοσιογράφοι (που μπορεί να μην ήταν’ μόνο αφελείς) δημοσίευαν «πληροφορίες» για επεισόδια ανάμεσα σε «σκληρούς» και «μετριοπαθείς» κομμουνιστές. Οι φήμες αυτές ήταν εντελώς ανυπόστατες.

Παρόλο που πολλοί σύντροφοι δεν ήξεραν καν την ύπαρξη εκρηκτικών και ήταν σαφώς αντίθετοι με την τακτική αυτή, γελούσαν με την έκπληξη που ένιωσαν όταν πληροφορήθηκαν την ύπαρξή τους. Επίσης κάποιοι σύντροφοι που είχαν συμμετάσχει στη συνωμοτική εστία άρχισαν να αναθεωρούν αυτή την επιλογή τους. Οι πολιτικές διαφοροποιήσεις άρχισαν να γίνονται ορατές, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν τάραξε τις συντροφικές σχέσεις που επικρατούσαν ανάμεσά μας.

Άρχισε να γίνεται φανερό σ’ όλους μας, όμως, ότι οι συνθήκες κράτησης στο τμήμα μεταγωγών θα μας αρρώσταιναν. Αποφασίσαμε να ζητήσουμε τη μεταγωγή μας στις φυλακές. Κάναμε κάποια διαβήματα στο διοικητή του τμήματος που με τη σειρά του πίεζε τους ανώτερους του, αφού και ο ίδιος ήθελε να ξεφορτωθεί την ευθύνη της περιφρούρησής μας. Δε μας έδιναν σημασία. Αποφασίσαμε να κάνουμε απεργία πείνας. Πριν όμως το ανακοινώσουμε στο διοικητή ενημερώσαμε τους ξένους ανταποκριτές και έτσι τη στιγμή που εμείς ανακοινώναμε την απόφασή μας στο διοικητή, κάποιες εφημερίδες στην Ευρώπη δημοσίευαν την είδηση.

Τελικά, το Νοέμβρη μεταφερθήκαμε στις φυλακές του Επταπυργίου. Είναι που είναι αφιλόξενο αυτό το μεσαιωνικό κάστρο, να ’χεις και το χειμώνα και μάλιστα με Βαρδάρη να σου παγώνει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή. Μας απομόνωσαν εντελώς από όλους τους άλλους κρατούμενους σε ένα τεράστιο θάλαμο που ήταν αδύνατο να τον ζεστάνει μια ξυλόσομπα που ήταν στο κέντρο.

Προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε το κρύο με γυμναστική ή κάποιο παιχνίδι, με μπάλα, ακόμη και με κρύα ντους. Παρ’ όλες όμως τις κακές συνθήκες, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο όλων των παιδιών και οι αγνές προθέσεις τους κατάφεραν να ζεστάνουν τον παγωμένο θάλαμο.

Άμεση φροντίδα του καθενός ήταν η δίκη του και ποια στάση θα έπρεπε να κρατήσει στο στρατοδικείο. Όσοι δεν είχαν κατηγορηθεί για εκρηκτικά δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Η στάση τους θα καθοριζόταν από τη γραμμή του ΚΚΕ Εσωτερικού. Αυτοί όμως που είχαν σχέση με εκρηκτικά και αυτοί που είχαν τροτσκιστικό παρελθόν βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Το να υπερασπιστείς τον τροτσκισμό σημαίνει ότι είσαι κάθετα αντίθετος με τις πράξεις ατομικής βίας. Αυτή όμως. ήταν η βασική τους κατηγορία. Ήταν φανερό ότι η απόφασή τους να περάσουν άμεσα σε πράξεις «ένοπλης» βίας ήταν πάρα πολύ βεβιασμένη.

Προσωπικά δεν είχα κανένα πρόβλημα. Δεν ένιωθα καμιά αναστολή να αναθεωρήσω τις απόψεις του Λένιν και του Τρότσκι στο ζήτημα αυτό. Εκείνο που με απασχολούσε ήταν να δοθεί ένα μήνυμα έξω. Ούτε τα βασανιστήρια, ούτε οι δίκες, ούτε οι καταδίκες από τα αστικά δικαστήρια δεν πτόησαν αυτή την ομάδα που είχε αποφασίσει να πάρει το δρόμο της ένοπλης πάλης. Ταυτόχρονα, χωρίς να διαχωριστώ από τους συντρόφους του KKΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού, ήθελα να δείξω την υπεροχή μας σε όλα στάδια, από τη σύλληψή μας μέχρι την ανακοίνωση των ποινών.

Οι πληροφορίες που μας έρχονταν απ’ έξω έλεγαν ότι οι αρχές είχαν την πρόθεση να δώσουν μεγάλη δημοσιότητα στη δίκη, για να δείξουν ότι ο κίνδυνος όχι ανατροπής της Χούντας αλλά ανατροπής του συστήματος δεν ήταν προπαγάνδα δική της, αλλά υπήρχε στις προθέσεις των εξτρεμιστικών στοιχείων. Θα είχαμε μια καλή ευκαιρία να χρησιμοποιηθεί το εδώλιο του κατηγορουμένου σαν βήμα. Είχαμε σκεφτεί αυτή την ευκαιρία και ήμουν κάπως προετοιμασμένος.

Ήταν γνωστό ότι ένα μήνυμα δεν περνάει μόνο με το λόγο. Ίσα- ίσα τα λόγια πολλές φορές παρεμποδίζουν να βγει προς τα έξω η ουσία του μηνύματος. Η γενική στάση, η ειρωνεία, μια χειρονομία ή ένα χαμόγελο είναι πολύ πιο εύγλωττα και από τα πιο προσεγμένα λόγια.

Οι στρατοδίκες δεν ήταν αρσακειάδες. Γνώριζαν πολύ καλά την τάση των αριστερών να μετατρέπουν το εδώλιο σε βήμα και είχαν πάρει τα μέτρα τους. Διέκοπταν τον ομιλητή πολλές φορές, έτσι που ο λόγος του να βγει κατακερματισμένος και αναποτελεσματικός. Εκείνο επίσης που τους ενοχλούσε ήταν η καταγγελία για βασανιστήρια. Αυτό το τελευταίο δεν εξυπηρετούσε ούτε κι εμένα. Δεν ήθελα να δώσω την εικόνα ενός μάρτυρα, ενός θύματος που εμπνέει τη συμπόνια ή και τον οίκτο.

Τις παραμονές της δίκης επισκέφτηκε τη φυλακή ο γραμματέας του στρατοδικείου, ένας μόνιμος υπολοχαγός της στρατιωτικής δικαιοσύνης. Μας καλούσε σ’ ένα γραφείο. Ανακοίνωνε το κατηγορητήριο και έδινε κάποιες «συμβουλές». Με κάλεσε σχεδόν τελευταίο. Μου ανακοίνωσε το κατηγορητήριο και συνέχισε σε άπταιστη καθαρεύουσα: «Εσείς, κύριε, γυρίσατε τον κόσμον όλον και ασφαλώς θα το γνωρίζετε, αλλά έχω την υποχρέωσιν να σας το επαναλάβω, ότι ο νόμος 509 του ’47 με τον οποίον προσάγεσθε εις δίκην είναι δυνατόν να σημαίνει μίαν ημέραν φυλακήν, αλλά δύναται να σημαίνει και καταδίκην εις θάνατον. Προσωπική παράκλησις, μην είσθε προπέτης».

Χωρίς να του μιλήσω, πήρα το κατηγορητήριο και περίμενα να μου πει να φύγω. Αυτός εξακολουθούσε να κρατά τα χαρτιά. Με κοίταζε και συνέχισε με άπταιστη ρουμελιώτικη προφορά: «Να σια πω και σι η γλώσσα μας. Συ πατρίδα, είσ’ι τφέκ’ι, γκλίτσα κι ντουρβάς (στοιχειώδης εξοπλισμός κάθε ληστή ή αντάρτη). Ετσ’ κι αλλιώς την καλύβα σ’ την εχ ς καμέν. Πέστα τ’ς να του φχαριστηθείς. Τι ισόβια, τι είκοσι χρόνια».

Πήρα τα χαρτιά και του ‘σφιξα το χέρι. Ήδη ήξερα και την ποινή μου.

Οι δικηγόροι βρίσκονταν σ’ επαφή μαζί μας. Ο δικηγόρος που ανέλαβε τους τεταρτοδιεθνιστές πρότεινε να αναλάβει και τη δική μου περίπτωση. Ήξερε περίπου και αυτός τι μας περίμενε, αλλά όλη του η φροντίδα ήταν να οργανωθεί η υπεράσπιση με βάση την τεταρτοδιεθνιοτική γραμμή, οπότε οι πράξεις μας αυτές θα ήταν δικό μας λάθος τακτικής. Με εκνεύρισε από την πρώτη στιγμή με αυτά που έλεγε, αλλά και όταν με συμβούλεψε να κόψω το «οπλατζήδικο» μουστάκι. Με πείραξε ιδιαίτερα ο χαρακτηρισμός. Τελικά τον δέχτηκα σαν υπερασπιστή μου, αλλά μέσα μου είχα αποφασίσει, αν το παρακάνει, να δηλώσω ότι δεν τον δέχομαι.

Σαν αίθουσα για το στρατοδικείο ορίστηκε το πολωνικό περίπτερο που διαμορφώθηκε για το χώρο αυτό.

Κάτω από την έδρα όπου κάθονταν οι στρατοδίκες είχε διαμορφωθεί μια έκθεση όπου ήταν εκτεθειμένα τα «πειστήρια»: χαρτιά, προκηρύξεις, πολυγραφημένα φυλλάδια, πολύγραφοι και γραφομηχανές. Στην πιο περίοπτη θέση βρίσκονταν το πιστόλι μου και τα εκρηκτικά.

Το ακροατήριο ήταν πυκνό και η παρουσία των δημοσιογράφων μεγάλη. Η διαδικασία άρχισε με την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας. Η γραμμή του στρατοδικείου, που διευθυνόταν από τον συνταγματάρχη Καραπάνο, ήταν να δείξει ότι επρόκειτο για μια δολοφονική απόπειρα που αποσοβήθηκε με την αποτελεσματική επέμβαση της αστυνομίας.

Προηγήθηκαν οι πολίτες μάρτυρες κατηγορίας. Όλοι τους είχαν «προετοιμαστεί» από την Ασφάλεια, αλλά φαίνεται ότι η πίεση δεν ήταν αρκετή, με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε μάρτυρες υπεράσπισης. Από την Αθήνα έφεραν δυο φίλους μου και έναν ξάδερφό μου που προετοιμάστηκαν με δεκαήμερη κράτηση στην Ασφάλεια. Παραλίγο να καθίσουν δίπλα μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Όλοι τους, και ειδικά ο Α. Αρσένης, έπλεξαν το εγκώμιό μου. Έτσι απαλλάχτηκα από την υποχρέωση να καλέσω μάρτυρες υπεράσπισης. Το έργο αυτό το είχε κάνει η ίδια η Ασφάλεια.

Για να μετριάσει τις εντυπώσεις ο Καραπάνος πιάστηκε από μια φράση του Αρσένη για να τον παρουσιάσει σαν παθητικό ομοφυλόφιλο. Ήταν η μοναδική φορά που έχασα την ψυχραιμία μου.

Οταν απέτυχαν οι πολίτες μάρτυρες κατηγορίας να δώσουν την εικόνα των αδίσταχτων δολοφόνων, ήρθε η σειρά των αστυνομικών μαρτύρων καθώς και του πυροτεχνουργού, ενός μόνιμου υπολοχαγού.

Η πρώτη γκάφα της Ασφάλειας ήρθε νωρίς και από σημαίνοντα μάρτυρα, τον μοίραρχο Μήτσου. Αυτός, θέλοντας να δώσει και λίγο ροζ χρώμα στην υπόθεση, παρουσίασε ένα γράμμα στα ισπανικά που μου το είχε στείλει κάποια «Μαρίζα». Ο ηλίθιος δεν πρόσεξε ότι στο φάκελο έγραφε «Μαρία Χοσέ…», ένα συνηθισμένο ανδρικό ισπανικό όνομα. Επενέβη ο Καραπάνος για να δώσει ξανά ομοφυλοφιλικές προεκτάσεις. «Τέτοιο όνομα δεν μπορεί να το ‘χει ένας πραγματικός άντρας». Βρήκα την ευκαιρία να του πω ότι ήταν συνηθισμένο στους καθολικούς να έχουν δίπλα στο όνομά τους και το Μαρία και μάλιστα υπήρχαν πολλοί στρατιωτικοί, ακόμη και βαυαροί, με το όνομα αυτό.

Το καίριο χτύπημα της αξιοπιστίας αυτών των μαρτύρων ήρθε από τις γκάφες του πυροτεχνουργού. Στις βόμβες που είχα ετοιμάσει, για να αποφύγω το λάθος του Παναγούλη και να ‘χω ακαριαία έκρηξη, είχα βάλει διπλό οπλισμό. Αυτός είδε τον κεντρικό πυροκροτητή, τον αφαίρεσε, αλλά δεν πρόσεξε ότι σε κάθε μασούρι υπήρχε και δεύτερος πυροκροτητής. Από την πρώτη ματιά που είχα ρίξει στα «τεκμήρια» είχα την εντύπωση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τη δεύτερη μέρα, κοντά στο μεσημέρι, πρόσεξα ότι η ταινία με την οποία είχα καλύψει τους δευτερεύοντες πυροκροτητές ήταν ανέγγιχτη.

Δεν ήταν δυνατόν να την είχε αφαιρέσει και να την είχε τοποθετήσει ξανά με τον ίδιο τρόπο που το είχα κάνει εγώ, όταν το μασούρι ήταν ανέγγιχτο. Εξάλλου, αν είχε αφαιρέσει την ταινία για να απομακρύνει το καψούλι, δεν είχε κανένα λόγο να την τοποθετήσει ξανά. Και αν ακόμη το επιχειρούσε, θα έπρεπε να βάλει άλλη ταινία. Όμως σ’ αυτή την περίπτωση το μασούρι, που το περιεχόμενό του ήταν μαλακό, θα τσαλακωνόταν κάπως. Οι βόμβες ήταν όπως ακριβώς τις άφησα. Σηκώθηκα να πω στον Καραπάνο ότι καθόταν πάνω σε οπλισμένες βόμβες. Δε μου έδινε το λόγο. Επενέβη ο επικεφαλής της φρουράς. Του είπα ότι οι βόμβες ήταν οπλισμένες. Το ανακοίνωσε στον γραμματέα και αυτός με τη σειρά του στον πρόεδρο. Αυτός διατήρησε την ψυχραιμία του και ανακοίνωσε διακοπή της δίκης. Έτσι έχασα το θέαμα που θα παρουσίαζαν οι καραβανάδες όταν μάθαιναν ότι κάθονταν πάνω σ’ οπλισμένες βόμβες.

Είχα πάρει το πάνω χέρι. Ο Καραπάνος έσυρε τα εξ αμάξης στο άτυχο το παιδί, τον πυροτεχνουργό. Τον κατηγόρησε ότι «δεν αξιοποίησε τα χρήματα που ξόδεψε η πατρίδα για να τον στείλει για σπουδές στις ΗΠΑ, αντίθετα με τον Κατσαρό, που έδειξε επιμέλεια στο Παρίσι». Εκείνη την εποχή η Ασφάλεια υποψιαζόταν, περισσότερο και από την Κούβα, ότι Ία «κέντρα εκπαίδευσης τρομοκρατών» βρίσκονταν στην περιοχή των γαλλικών Πυρηναίων.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το ηθικό ανάστημα, το μορφωτικό επίπεδο και το κύρος που διέθεταν οι σύντροφοι από τη Θεσσαλονίκη ήταν τέτοιο που δεν μπορούσαν να μην το πάρουν υπόψη τους ακόμη και οι στρατοδίκες. Επιπλέον, η συμπαράσταση από πνευματικούς ανθρώπους, και ιδιαίτερα από τον Μαρωνίτη, τους έδενε κάπως τα χέρια. Έτσι εξηγείται ότι όλες οι προσπάθειες να παρουσιάσουν έναν αδίσταχτο δολοφόνο στράφηκαν στη δική μου περίπτωση. Για το σκοπό αυτό επιστρατεύτηκαν ακόμη και ιστορίες με Γαλλιδούλες και ομοφυλόφιλους.

Ακόμη προσπάθησαν να χαρακτηρίσουν κάποιες ενέργειες σαν ποινικά αδικήματα. Ήταν άλλη μια ευκαιρία για μένα. ‘Οταν με ρώτησαν αν απέκτησα κάποια πράγματα με κλοπές και απάτες, τους απάντησα ότι αυτό δεν είναι κλοπή, είναι κοινωνικοποίηση. Ήταν η δεύτερη φορά που είδα τους καραβανάδες από την έδρα να με κοιτάζουν με μίσος, ενώ στο ακροατήριο γινόταν πανζουρλισμός.

Ο Καραπάνος ξέσπασε τη μανία του με το να διατάξει τη σύλληψη κάποιου μακρυμάλλη νεαρού για να τον κουρέψουν με τη βία.

Οι ποινές ήταν ανάλογες με την περίπτωση. Τέσσερις καταδικάστηκαν ισόβια. Ακόμη και γι’ αυτούς που δεν είχαν σχέση με τη συνωμοτική ομάδα οι ποινές ήταν δυσανάλογα μεγάλες. Όλοι σχεδόν οι σύντροφοι υποδέχτηκαν τις ποινές τραγουδώντας τη Διεθνή με σηκωμένες τις γροθιές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *