Στη Μακρόνησο αδελφές μου, στη Μακρόνησο

Πηγή: Κατερίνα Μαυροκεφαλίδου, Φωτογράφος – συγγραφέας, Documento

Μνήμες εξόριστων γυναικών από τη Χίο, το Τρίκερι και τη Μακρόνησο.

Πριν από περίπου 70 χρόνια, τότε που τα ξερονήσια (οι «τόποι διχασμού», κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη) ήταν γεμάτα εξόριστους/ες άντρες και γυναίκες, περίπου 500 γυναίκες «ανεπίδεκτες αναμορφώσεως» μεταφέρθηκαν από τη Χίο στο Τρίκερι και από εκεί στη Μακρόνησο και πάλι στο Τρίκερι.

Εννέα από αυτές αποφάσισαν να γράψουν όλα όσα έζησαν στα στρατόπεδα «πειθαρχημένης διαβιώσεως» προτού αυτά ξεχαστούν. Μοίρασαν την εργασία κατά χρονικές περιόδους στα διάφορα νησιά και άρχισαν να γράφουν μες στις σκηνές τους με δυσεύρετο μελάνι και χαρτί και με τον φόβο του χωροφύλακα. Φύλαγαν τα χειρόγραφά τους πότε στη γη, πότε στο στρώμα τους ή και κατάσαρκα στο στήθος για να τα σώσουν από τυχόν αιφνιδιαστικές έρευνες. Μαζεύονταν μυστικά σε ένα απόμερο μέρος και διάβαζαν μεταξύ τους τα γραφτά τους για να ελέγξουν την αντικειμενικότητα των γεγονότων, αλλά και για να παίρνουν κουράγιο η μια από την άλλη.

Αργότερα, άλλες έφυγαν για τον Αη Στράτη, άλλες για τα σπίτια τους· σκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα. Τα τετράδια ξεχάστηκαν κάπου κρυμμένα στο Τρίκερι.

Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια εκδρομή-προσκύνημα στο Τρίκερι, μια ομάδα πρώην εξορίστων βρήκε αυτά τα τετράδια εκεί όπου τα είχαν κρύψει πριν από χρόνια: στην κουφαλιασμένη ελιά στον Αη Γιώργη.

Μια από τις γυναίκες που τα έγραψαν, η ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου, διάβασε τα γραφτά των άλλων γυναικών και αποφάσισε το 1976 να τα εκδώσει μην αλλάζοντας τίποτε στα κείμενα. Οι γυναίκες που έγραψαν τότε αυτά τα κείμενα δεν ήταν λογοτέχνιδες αλλά απλές γυναίκες: μια φαρμακοποιός, μια οδοντογιατρός, μια φοιτήτρια από το Κιλκίς.
Μέσα από τις 400 σελίδες του βιβλίου διαλέξαμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα: δύσκολη η επιλογή, πάρα πολλά ήταν σημαντικά και σπουδαία από τις αφηγήσεις των γυναικών. Και το πιο δύσκολο, να μένεις ψύχραιμη στη φρίκη που διαβάζεις και να απορείς πώς είναι δυνατό να υπήρξε τέτοια βαρβαρότητα. Και πώς μπορούσαν οι γυναίκες να αντέχουν τα φοβερά βασανιστήρια για να μην υπογράψουν τη δήλωση μετανοίας;
«Κάθε γωνιά σου τρυφερά/
όμορφη Χίο έχε γεια»

Τον Απρίλιο του 1949, αποφασίστηκε η εκκένωση του στρατοπέδου στη Χίο – οι στρατώνες θα γίνονταν ναυτική βάση και οι εξόριστες θα μεταφέρονταν σε άλλο νησί, το Τρίκερι. Ηρθε η κορβέτα και τα αυτοκίνητα φόρτωναν τις γυναίκες και τα πράγματά τους.
«Μια βδομάδα πριν από στόμα σε στόμα παιχνίδιζε ένα τραγούδι αποχαιρετιστήριο για το νησί της Χίου. Γράφτηκαν τα φέιγ βολάν που θα πετούσαμε για να αποχαιρετήσουμε τους κατοίκους. Δεκάδες δεκάδες, με μια επικεφαλής για να διευκολύνουμε το φόρτωμα, ξεκινάμε με τ’ αυτοκίνητα. Ενα τραγούδι αντηχεί σ’ όλη τη διαδρομή.

“Σ’ άλλη εξορία πάμε / και σ’ αποχαιρετάμε / μ’ ευχές κι αγάπη. / Κι εμάς δε μας αφήσανε να δούμε τη θωριά σου / όμως δεν εμποδίσανε τους χτύπους της καρδιάς σου / να μας μιλούνε τρυφερά / όμορφη Χίο έχε γεια”.

Οι χωροφύλακες βρίζουν, απειλούν, μα τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει τις γυναίκες τούτη την ώρα. Ενώθηκαν οι καρδιές μας με την καρδιά του δημοκρατικού λαού της Χίου που έστω και από μακριά παρακολουθούσε το δράμα μας.

Σαν αστραπή περνάνε τώρα τα αυτοκίνητα μέσα από την πόλη, για να πνιγεί η ηχώ του τραγουδιού. Μπαλκόνια, πόρτες, παράθυρα και δρόμοι γεμάτοι κόσμο που φοβισμένος και συγκινημένος με μια κίνηση του κεφαλιού ή του χεριού μας αποχαιρετά.

Μαντίλια ανεμίζουνε μέσα από τα παράθυρα και τα φέιγ βολάν με το τραγούδι μας πετιούνται σε όλη τη διαδρομή. Ολα φευγαλέα τ’ αρπάζουν τα μάτια μας από τ’ ανοιχτά φορτηγά και σαν φτάνουμε στο καράβι τα διηγείται η μια στην άλλη. Ο καιρός είναι καλός κι όταν περνάνε και τα τελευταία φορτηγά, ο κόσμος ξεχύνεται στην αποβάθρα και πέφτει πάνω στον κλοιό που έχουν κάνει για να τον εμποδίσουν να πλησιάσει.

Σαν έβαλε όμως μπρος το πλοίο για το ξεκίνημα, σπάζει ο κλοιός και πλησιάζουν όλοι. Μεμιάς ακούγεται πάλι το συγκινητικό τραγούδι, έξαλλος ο Πανάγος από την αποβάθρα ωρύεται και χειρονομεί. “Θα σας δείξω εγώ παλιοπ…, παλιοβρόμες, παλιοβουλγάρες”.

Περιφρονητικά τον βλέπουν οι Χιώτες και εμείς συνεχίζουμε το τραγούδι μας και κουνάμε τα μαντίλια και τις σάρπες:

“Να μην ξεχάσεις / πως σ’ εξορία ζήσαμε μια και μισή χιλιάδα / γυναίκες π’ αγαπήσαμε / με θέρμη την Ελλάδα. / Κάθε γωνιά σου τρυφερά/ όμορφη Χίο έχε γεια».

Πείνα, δίψα και «πειθαρχημένη διαβίωση»

Χίλιες διακόσιες γυναίκες και παιδιά μεταφέρονται στο Τρίκερι, όπου καταυλίζονται στα αντίσκηνα που είχαν μείνει από το παλιό στρατόπεδο των αντρών. Εκεί, στους περιορισμούς της «πειθαρχημένης διαβιώσεως», στην πείνα, τη δίψα, την απομόνωση προστέθηκαν και οι ατέλειωτες αγγαρείες για το ξεφόρτωμα του καϊκιού, οι μακρινές αποστάσεις σε ανηφοριές και βράχια.

«Ο κρότος της μηχανής του καϊκιού ακουγόταν από μακριά προτού μπει στο λιμανάκι. Ερχόταν κι άραζε τις ώρες που ο ήλιος έκαιγε, το μεσημέρι. Μες στη λαύρα κατέβαιναν οι γυναίκες από τους λόχους μαντιλοδεμένες ή με χορτάρινες ψάθες στα κεφάλια, δρόσιζαν τα μπράτσα στη θάλασσα και κάθονταν λίγο στον ίσκιο από τις αραιές ελιές, έτοιμες για τη βαριά δουλειά. Κάθε μέρα κατεβαίναμε καμιά ογδονταριά γυναίκες με τη σειρά. Ετσι κάθε δέκα μέρες η σειρά ξαναρχόταν για το ξεφόρτωμα του καϊκιού. Οι χωροφύλακες στην άκρη με φωνές και σφυρίχτρες καλούσαν τις καθυστερημένες. Σε λίγο είχαν δέσει το παλαμάρι στον βράχο κι η τραβέρσα ακουμπούσε στα πλευρά του καϊκιού και στο μουράγιο. Κάμποσες γερές κοπέλες μπαίνανε στ’ αμπάρι και βγάζανε τσουβάλια, βαρέλια, κόφες, κασόνια, σιδερικά, οικοδομικά υλικά, το ψωμί και τα άλλα τρόφιμα. Τα κυλούσαν με αγωνία από τη στενή σανίδα κι άλλες τ’ αρπάζανε και τα ρίχνανε στην άμμο. Από κει, άλλα συνεργεία τα φορτώνονταν και τ’ ανέβαζαν στην αποθήκη, ένα μεγάλο αντίσκηνο στη μέση μιας απότομης ανηφοριάς, ως εκατό μέτρα από την ακροθαλασσιά.

Ηταν μόχθος θανάσιμος να ανεβάζουν τσουβάλια με ογδόντα οκάδες όσπρια και βαρέλια με εκατό οκάδες λάδι. Σε εκείνο τον ανήφορο ανεβάζαμε τρόφιμα για τέσσερις και πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Τα βαρέλια, καθώς ήταν ασήκωτα, τα σπρώχναμε προς τα πάνω και προσπαθούσαμε να τα συγκρατήσουμε για να μην κατρακυλήσουν στη θάλασσα. Οταν τελειώναμε, φεύγαμε πια ιδρωμένες και λερές για τις σκηνές μας. Δε μας άφηναν όμως να πλυθούμε στη δροσερή θάλασσα.

Κάθε βδομάδα ερχόταν το φορτίο με τα ξύλα με καΐκια από τα δάση του Πηλίου ή της Εύβοιας. Η αγγαρεία για τα ξύλα ήταν πιο βαριά από την αγγαρεία για τα τρόφιμα.
Ολα αυτά τα ξύλα, χιλιάδες οκάδες, στοιβαγμένα μες στο καράβι, έπρεπε να τα βγάλουμε φορτώνοντάς τα σε βάρκες και να τα ξεφορτώσουμε στην ακροθαλασσιά. Εκεί τα ζυγίζαμε και ύστερα τα κουβαλούσαμε ως το μαγειρειό. Δουλεύαμε όλες με απίστευτη βιασύνη γιατί θέλαμε γρήγορα να τελειώσει το μαρτύριό μας. […]

Συχνά τα ξύλα ήταν μαύρα από την καπνιά και καρβουνιασμένα από τις φωτιές που ανάβανε στα δάση. Ο φούμος κολλούσε πάνω στα ιδρωμένα μας πρόσωπα, τα χέρια, τα πόδια και τα ρούχα· τα μάτια μας ξεχώριζαν μόνο άγρια.
Είχαμε την όψη αληθινών καταδίκων, με μαλλιά μακριά, με φουστάνια, ξυπόλητες για να βουτάμε στο νερό ως τα γόνατα και τα μεριά. Τα χέρια μας μάτωναν από τα γδαρσίματα και τα φουστάνια μας ήταν λερά κουρέλια κολλημένα στο κάποτε καθαρό και φροντισμένο κορμί μας. Σηκώναμε από την άμμο κούτσουρα μεγάλα, ασήκωτα, τα ζυγίζαμε και τα ανεβάζαμε στον ανήφορο, 30 οκάδες, 50 οκάδες…» γράφει η Βικτωρία Θεοδώρου.

Στον «νέο Παρθενώνα» της δεξιάς παράταξης

Και μετά το Τρίκερι οδηγήθηκαν στη Μακρόνησο, όπου δόθηκε τρεις μέρες προθεσμία στις νεοφερμένες για να κάνουν δήλωση.

Ωσπου τη Δευτέρα το πρωί, στις 30 Ιανουαρίου 1950, όρμησαν οι αλφαμίτες στις γυναίκες με τα κλομπ ουρλιάζοντας.

«Πάνω από τις ανυπεράσπιστες γυναίκες φτερούγισε ο κίνδυνος του θανάτου. Δε φοβόμασταν τον ίδιο τον θάνατο. Αν μας έλεγαν πως θα μας σκότωναν κείνη την ώρα, σ’ ένα λεφτό, θα ανασαίναμε με ανακούφιση. Σαν αστραπή μια σκέψη παρήγορη κυριάρχησε στον νου μας: είναι ευτύχημα ότι είμαστε εξαντλημένες από τις αγγαρείες και δε θα υποφέρουμε πολλή ώρα. Θα τελειώσουμε γρήγορα, πάνω στο πρώτο ξυλοκόπημα…

Φέρνουμε το βλέμμα ολόγυρα πάνω από τη συμπαγή μάζα που φτιάχνουν τα κορμιά μας. Σφιγγόμαστε κοντά κοντά. Κρατιόμαστε από τα χέρια. Ο εαυτός μας χάθηκε μες στη μάζα. Είμαστε όλες ένα. Ενα με τους σακατεμένους ήρωες της χαράδρας. Ενα με όλους τους μάρτυρες του λαού. Κρατάμε την ανάσα. Ολη μας η δύναμη, όλη η σκέψη συγκεντρώνεται σε έναν πόθο: ν’ αντέξουμε! Να μην προδώσουμε!
– Πέντε λεπτά σας μένουν ακόμη, ουρλιάζει ο Παπαγιαννόπουλος.
Αυτό το δελεαστικό άνοιγμα του δρόμου για τη ζωή, αυτού του δρόμου που θα κλείσει οριστικά ύστερα από πέντε λεπτά, δημιουργεί καινούργια ηθική πάλη.
– Δεν μπορώ άλλο, φωνάζει ξαφνικά μια μεσόκοπη γυναίκα. Σηκώθηκε και έφυγε.
Κάποια δειλά σαλέματα φαίνονται εδώ κι εκεί. […]

Οι αλφαμίτες σκορπίστηκαν ανάμεσά μας. Μας τραβούν από τα μαλλιά, προσπαθούν να μας σηκώσουν σέρνοντάς μας από τα χέρια, μας κλοτσούν. Το θανάσιμο άγνωστο που θα συμβεί σε λίγο μας κρατά σε ψυχική αγωνία ασύλληπτη. Παλεύουμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι θ’ αντέξουμε. Αν ξέραμε τι ακριβώς θα γίνει, θα ήταν λιγότερο σκληρή αυτή η πάλη. Μα αυτό το άγνωστο… Αυτό το μυστήριο…

»Νιώθαμε ανυπεράσπιστες στα χέρια τούτων των δημίων. Ξαφνικά είδαμε ένα βασανιστή ν’ αρπάζει μια κοπέλα και να τη σέρνει προς τη θάλασσα. Είναι η Αννα Δαγκλή. Ο βασανιστής τη δέρνει με το βούνευρο.
Η Αννα φωνάζει, προσπαθεί να προφυλαχτεί φέρνοντας τα χέρια της στο πρόσωπο. Ο αλφαμίτης χτυπά. Αλλος βασανιστής ρίχνει χάμω μια κοπέλα και την πατά με τα άρβυλα στην κοιλιά και στο στήθος. […]

Επαιρνε πια να σκοτεινιάζει. Το βράδυ εκείνο έπεσε πάνω στη ζωή μας πιο βαρύ, πιο εφιαλτικό από όλα τα άλλα. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Ετσι όπως είμαστε μαζεμένες πάνω στη γη, νιώθαμε το κορμί μας να πονάει. Δεν μπορούσαμε πια να στριμωχτούμε κοντά κοντά. Τα πληγιασμένα μέλη μας πονούσαν στο παραμικρό άγγιγμα. Κι η γη ήταν παγωμένη και πολύ σκληρή. Τα κεφάλια βούιζαν.
Τα βλέφαρά μας έπεφταν βαριά.

Οι αλφαμίτες μας είχαν διατάξει να μην ξαπλώσουμε. Μέναμε καθιστές. Το σκοτάδι μας τρόμαζε. Οι αλφαμίτες ορμούσαν με αναμμένους φακούς.
Αυτό το φως μας τρόμαζε πιο πολύ και από το σκοτάδι. Ρίχνανε τη φωτεινή δέσμη των ακτίνων πάνω στα πρόσωπά μας και φώτιζαν τη χλωμάδα μας. Και μετά άρχιζε το μαστίγωμα. Ο ένας βούρδουλας σηκωνόταν κι ο άλλος έπεφτε. Γροθιές, κλοτσιές, μαστιγώματα έρχονταν απανωτά.

Κείνο που μας τρόμαζε περισσότερο ήταν που μας παίρνανε έξω στο σκοτάδι. Δεν ξέραμε τι σκοπό είχαν εκείνες οι νυχτερινές απαγωγές και τρέμαμε. Από τα βράχια της θάλασσας φθάνανε φωνές απελπισίας. Δεν ξέραμε τι γινότανε εκεί κάτω. Ξέραμε μόνο πως διαλέγανε νέες κοπέλες κι ένας φόβος ακαθόριστος για κάτι πολύ τρομερό μας κράταγε σε αγωνία» γράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή (Παντελέσκου).

Στο εικοσιτετράωρο της 30ής Ιανουαρίου βασανίστηκαν περίπου 200 γυναίκες, ενώ αρκετές εκατοντάδες ξυλοκοπήθηκαν με βούρδουλα ή ρόπαλα. Γυναίκες έμειναν παράλυτες, ανάπηρες, με εγκεφαλικές κακώσεις, αιματώματα στον εγκέφαλο και στα κάτω άκρα, πολλές έπαθαν μητρικά, δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά.

Αυτές οι γυναίκες στις εξορίες και στα ξερονήσια κατέγραψαν τα βάσανά τους, έκαναν την κατάθεσή τους για μας και για τους άλλους που θα έρθουν ύστερα από μας. Και οι μαρτυρίες τους αυτές ας είναι μια κραυγή ενάντια σε όλους εκείνους που προσπαθούν να παραχαράξουν την Ιστορία, αγνοώντας εσκεμμένα τα στρατοδικεία και τις εκτελέσεις, τους χιλιάδες εξόριστους και τη Μακρόνησο.

01 Ιούλιος 1948. Στο Στρατόπεδο Γυναικών Χίου, παράρτημα σχολείο Αγιος Θωμάς
02 Καθημερινότητα στη Χίο
03 Στα αντίσκηνα στο Τρίκερι
04 1948 ΣτρατόπεδοΓυναικών Χίου, καθάρισμα πατάτας
05 Χειρόγραφο της Στάσας Κεφαλίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *