
“Κιφ” είναι η Αραβική λέξη που σημαίνει άνεση, μακαριότητα. Έτσι ονομάζεται και ένα είδος χασίς που παράγεται στο Μαρόκο (λέγεται και “Μαροκάνικο”) είναι σκληρό και έχει απόχρωση πρασινόμαυρη.
Ο Άλκης Αλκαίος, ο αγωνιστής για την αποτίναξη της χούντας, ο φριχτά βασανισμένος από αυτήν, που οι πληγές του τον σημάδεψαν ισόβια, ο σπουδαίος στιχουργός. Ποιητή θα τον έλεγα, όπως και ο Θάνος Μικρούτσικος που είπε: “ήταν ένας ποιητής που υποδυόταν τον στιχουργό”. Στα περισσότερα τραγούδια του εκφράζει τον κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό του προβληματισμό, την απογοήτευση, τους φόβους και τις διαψεύσεις της εποχής του, που όμως πάντα είναι επίκαιρες . Τα περισσότερα νοήματά του είναι μηνύματα αλληγορικά, συμβολικά και υπερρεαλιστικά, που απαιτούν αποκωδικοποίηση. Έτσι και σ’ αυτό το ποίημά του. Ο ίδιος πολύ πριν γράψει το ποίημα, είχε πει στον Θάνο Μικρούτσικο: “Νομίζω ότι υπήρχε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα μια κατάσταση αποκλεισμού, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε ατομικό επίπεδο. Βέβαια, ήμασταν υποψιασμένοι σε ένα βαθμό, αλλά πιστεύαμε ότι η παρτίδα μας δεν παίχτηκε ακόμα”. Μ’ αυτή τη φράση τελειώνει και το τραγούδι, δίνοντας μια ελπίδα πως θα καλυτερέψουν οι συνθήκες…
* “φωτιά νερό αέρα μου και χώμα”. Αναφέρεται στα τέσσερα βασικά στοιχεία της δημιουργίας του κόσμου, που απασχόλησαν τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους αλλά και τους αλχημιστές. Είναι η περίφημη “Τετρακτύς” του Πυθαγόρα.
Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
Μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
Στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
Και πώς να τα χορτάσω τα καημένα
Σε πολιτεία βρέθηκα που ‘ψαχνα για καιρό
Στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
Πάω να την ψηλαφίσω, τρέχω να τη χαρώ
Κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο
Στην Αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
Και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
Αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
Κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε
Οι δοκιμές μάς γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
Κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
Δώσε μας λίγο πράσινο κιφ μαροκινό
Και θα σ’ το ξεπληρώσει η ιστορία
Στο πάρκο ένας μπατίρης μού ζάλισε τ’ αυτιά
Πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
Στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
Πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένη
Στον ώμο το δισάκι μου, σ’ εσάς ξαναγυρνώ
Φωτιά, νερό, αέρα μου και χώμα
Δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
Δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα
Στον ώμο το δισάκι μου, σ’ εσάς ξαναγυρνώ
Φωτιά, νερό, αέρα μου και χώμα
Δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
Δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα
Πηγή: Γιώργος Βιδάκης – f/b

0 Comments